ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Το συνταγματικώς αδέσμευτο της ψήφου των αντιπροσώπων του λαού (άρθρο 60§1) του Μανόλη Σκαρσούλη

0

Ο συνταγματικός νομοθέτης εμμένει στην θέση που εξέφρασε με το άρθρο 51§2, ότι δηλαδή οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν  το Έθνος και γι’ αυτό θέλει να κατοχυρώσει τη γνώμη και τη ψήφο του έναντι οιασδήποτε απειλής, ανακηρύσσοντας την αδέσμευτη από οποιονδήποτε περιορισμό. Έτσι ορίζεται στο άρθρο 60§1 του Συντάγματος ότι: «οι βουλευτές έχουν απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση». Είναι ίσως η σπουδαιότερη διάταξη του κοινοβουλευτικού μας συστήματος, διότι είναι αυτή που το καταξιώνει δημοκρατικώς. Η δημοκρατία είναι αρρήκτως συνδεδεμένη με την ελευθερία, η οποία συνιστά την ουσία της ! Χωρίς ελευθερία δεν νοείται δημοκρατία! Ειδικότερα χωρίς την κοινοβουλευτική ελευθερία, την οποία κατοχυρώνει η ως άνω διάταξη, δεν μπορεί να λειτουργήσει το κοινοβουλευτικό πολίτευμα! Η απαλλαγή του βουλευτή από οποιαδήποτε εξάρτηση είναι κατά μία άποψη απόλυτη και ισχύει έναντι πάντων. Κανένας δεν έχει το δικαίωμα να θέσει περιορισμούς στην γνώμη και την ψήφο των βουλευτών. Απολύτως κανένας, ούτε κι αυτός ο Λαός ακόμη, πολύ περισσότερο η Βουλή και τα κόμματα!

Και όμως η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική. Οι Έλληνες βουλευτές είναι απολύτως υποταγμένοι στα κόμματά τους, τα οποία προσδιορίζουν την ψήφο τους και κατευθύνουν την γνώμη τους στην δική τους προκαθορισμένη γραμμή, παραβιάζοντας έτσι την διάταξη του άρθρου 60§1 κατά τρόπο ευθύ και απροκάλυπτο! Η ψήφος του βουλευτή ανήκει στο κόμμα, και η γνώμη του πρέπει πάντα να συμπίπτει με την κομματική γραμμή. Ελεύθερη ψήφος εντός του κόμματος δεν νοείται. Ο βουλευτής με την ελεύθερη ένταξή του στο κόμμα αυτοπεριορίζεται και εκχωρεί την ψήφο του στο κόμμα. Επομένως δεν περιορίζεται έξωθεν, ώστε να γίνεται λόγος περί παραβίασης της ως άνω συνταγματικής διατάξεως, αλλά έσωθεν, οικειοθελώς κατά κάποιο τρόπο, παραιτείται από το «απεριόριστο και αδέσμευτο» του δικαιώματος της ψήφου και της γνώμης. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, η οποία εκφράζει την βασική θέση της «κομματικής δημοκρατίας», αφού οι βουλευτές κατά το Σύνταγμα εκλέγονται μόνο μέσα από τα κόμματα, είναι λογικό αυτά να καθορίζουν και την ψήφο τους. Και για όσο χρόνο ο βουλευτής παραμένει στο κόμμα, οφείλει να θέτει στην διάθεσή αυτού την ψήφο του, την οποία δεν επιτρέπεται να διαχειρίζεται κατά το δοκούν, αλλά σύμφωνα πάντα με την κομματική γραμμή, την οποία οφείλει να ακολουθεί πάντοτε χωρίς καμιά απολύτως παρέκκλιση.

Τα κόμματα άλλωστε οφείλουν την συνοχή τους στην πειθαρχία των μελών τους και αν ακόμη ορισμένα από αυτά είναι και βουλευτές. Χωρίς την λεγόμενη «κομματική πειθαρχία» τα κόμματα θα είχαν διαλυθεί. Επομένως δια της κομματικής πειθαρχίας εφαρμόζεται σε τελευταία ανάλυση η διάταξη του άρθρου  29§1 του Συντάγματος, η οποία θέλει, όπως είπαμε, τα κόμματα ως βασικό στοιχείο του κοινοβουλευτικού μας συστήματος. Είναι στ’ αλήθεια απύθμενο το κομματικό θράσος με το οποίο επιχειρείται να δικαιολογηθεί εκ μέρους των κομμάτων η ωμή όσο και απροκάλυπτη παραβίαση της φιλελεύθερης όσο και δημοκρατικής διάταξης του άρθρου 60§1 του Συντάγματος! Μάλιστα δε είναι τόσο μεγάλη η κομματική θρασύτητα επί του προκειμένου, ώστε ακούσθηκε και τούτο το πρωτάκουστο για μια δημοκρατική Πολιτεία, όπως είναι η Ελλάδα, από τις τάξεις της κομματικής δημοκρατίας, ότι δηλαδή με την πρώτη ευκαιρία αναθεωρήσεως του Συντάγματος η διάταξη του άρθρου 60§1 πρέπει να αντιμετωπισθεί ως τροχοπέδη στην απρόσκοπτη λειτουργία των κομμάτων και γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να καταργηθεί!

Οι παραβιάσεις του άρθρου 60§1 του Συντάγματος από το 2010 και εντεύθεν ήταν τόσες πολλές, ώστε η συνταγματική αυτή διάταξη καταργήθηκε στην πράξη, χωρίς καμιά απολύτως σοβαρή διαμαρτυρία. Κατά της τριετία 2010-2013 το άρθρο 60§1 του Συντάγματος συνδέθηκε με την ψήφιση από την ελληνική Βουλή των καταστρεπτικών τόσο για την Δημοκρατία μας, όσο και για την εθνική μας υπόσταση μνημονίων. Κάθε φορά λοιπόν που ετίθετο θέμα ψήφισης των γνωστών μνημονίων και των αντίστοιχων δανειακών συμβάσεων, τα κυβερνητικά κόμματα έθεταν στους βουλευτές τους θέμα κομματικής πειθαρχίας, ώστε όποιος βουλευτής τολμούσε να καταψηφίσει τα μνημόνια,θα διαγραφόταν από το κόμμα. Υπήρξαν δε ορισμένοι βουλευτές, και από τα κυβερνητικά κόμματα ακόμη, οι οποίοι υπείκοντες στην φωνή της συνείδησής τους αρνήθηκαν να ακολουθήσουν την κομματική «μνημονιακή» γραμμή και καταψήφισαν τα κυβερνητικά νομοσχέδια για τα μνημόνια και τις δανειακές συμβάσεις, επικαλούμενοι το άρθρο 60§1 του Συντάγματος.

Οι βουλευτές αυτοί που τόλμησαν να αντισταθούν στο κόμμα, διεγράφησαν από αυτό «αυτοστιγμεί», δηλαδή αμέσως μετά την γνωστοποίηση της ψήφου τους, με απόφαση του αρχηγού, χωρίς την τήρηση καμιάς δημοκρατικής διαδικασίας, από εκείνες που το Σύνταγμα απαιτεί να έχουν στην οργάνωσή τους τα κόμματα. Δεν είναι όμως μόνο η περίπτωση των μνημονίων στην οποία παραβιάστηκε κατάφωρα το άρθρο 60§1, αλλά το ίδιο συμβαίνει δυστυχώς κάθε φορά που η κυβέρνηση φέρει προς ψήφιση κάποιο νομοσχέδιο που η ίδια χαρακτηρίζει σημαντικό. Τότε λοιπόν το κόμμα που στηρίζει την κυβέρνηση στην Βουλή, θέτει στους βουλευτές του θέμα κομματικής πειθαρχίας και διαγράφει όποιον από αυτούς τολμήσει να εναντιωθεί στην κομματική γραμμή! Έτσι η διάταξη του άρθρου 60 1 του Συντάγματος κατέστη πλέον κενό γράμμα και πετάχτηκε στον κάλαθο των αχρήστων από τα ίδια τα κόμματα και ασφαλώς από την κυβέρνηση που αυτά τα ίδια στήριζαν στην Βουλή. Πρόκειται για τεράστιο συνταγματικό σκάνδαλο για το οποίο την ευθύνη φέρει εξ ολοκλήρου η ίδια η Πολιτεία, η οποία δεν τρέφει κανένα απολύτως σεβασμό προς το Σύνταγμα!

ΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΟΜΜΑΤΑ ΩΣ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Για πρώτη φορά τα πολιτικά κόμματα πέρασαν από το πολιτικοκοινωνικό στο συνταγματικό πεδίο με το ισχύον Σύνταγμα  και το γεγονός αυτό  χαιρετίσθηκε ως μια μεγάλη δημοκρατική κατάκτηση.

Έτσι στο άρθρο 29§1 του Συντάγματος ορίζεται για πρώτη φορά ότι «Έλληνες πολίτες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, πού η οργάνωση και η   δράση τους οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Στο άρθρο 29 §2 ορίζεται ότι «τα κόμματα έχουν δικαίωμα στην οικονομική τους ενίσχυση από το Κράτος για τις εκλογικές και λειτουργικές τους ανάγκες». Πρόκειται για διάταξη που μας επιτρέπει να υποστηρίξομε ότι ή συνταγματική αναγνώριση των κομμάτων επιβλήθηκε μόνο και μόνο για να εξασφαλίσουν τα κόμματα δικαίωμα οικονομικής ενίσχυσης από το Κράτος. Με πιο άπλα λόγια και εκφραζόμενοι παροιμιακώς, «όλος  ό καυγάς  έγινε για το πάπλωμα», και ό νοών νοείτω! Η άποψη αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι τα κόμματα λειτουργούσαν και πριν από την επ' εσχάτων γενομένη  συνταγματική τους  αναγνώριση, διευκολύνοντας έτσι  την  έκφραση  της  λαϊκής  βούλησης  στα      πλαίσια του αντιπροσωπευτικού συστήματος, και επομένως ώς προς αυτό τίποτε δεν πρόσθεσε ή συνταγματική τους αναγνώριση. 'Εκείνο λοιπόν το οποίο έμενε σε εκκρεμότητα ήταν η  αναγνώριση  δικαιώματος   στα κόμματα οικονομικής ενισχύσεως από το Κράτος . Η διάταξη αύτη του Συντάγματος ώς πρός αυτό το οικονομικό  σκέλος  της  είναι αδικαιολόγητη  και αποδείχθηκε έν τοίς πράγμασι και επικίνδυνη για την ίδια την Δημοκρατία, με τον σκανδαλώδη και προφανώς καταχρηστικό τρόπο που εφαρμόστηκε μέχρι σήμερα. Ιδιαιτέρως μάλιστα σήμερα, που η Ελλάδα διέρχεται μεγάλη οικονομική (και δυστυχώς όχι μόνο!) κρίση και η πλειονότητα των Ελλήνων αντιμετωπίζει  πρόβλημα επιβίωσης πλέον, με το ανάλγητο Κράτος να περικόπτει κατά προκλητικώς όντως αντισυνταγματικό τρόπο μισθούς  και συντάξεις  και να έχει  περιαγάγει το 1/3 σχεδόν του πληθυσμού της Χώρας σε κατάσταση ανεργίας, το να εξακολουθούν τα κόμματα να χρηματοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό για να  μπορούν άνετα να ασκούν την ως άνω ευθέως αντισυνταγματική   πολιτική       τους, πού είναι αντίθετη προς την λαϊκή κυριαρχία, όπως θα αναπτύξομε στην συνέχεια, αποτελεί πράξη όχι απλώς αντισυνταγματική άλλα αυτόχρημα εγκληματική, η οποία  πρέπει  πάραυτα  να  ανακοπεί ! Όταν ο Λαός πεινάει, κανείς δεν έχει το δικαίωμα να βάζει χέρι στον κρατικό προϋπολογισμό , και μάλιστα τα πολιτικά κόμματα, τα οποία ευθύνονται στο σύνολό τους για την οικονομική  καταστροφή της Χώρας. Η άσκηση  τέτοιων προνομιακών  και σχεδόν χαριστικών  «δικαιωμάτων» σε καιρούς  χαλεπούς  είναι όχι απλώς  καταχρηστική, αλλά και εγκληματική για τον  Λαό!

Παρ' όλα αυτά όμως τα κόμματα επινοήθηκαν ως μέσο και τρόπος διευκόλυνσης της έκφρασης της λαϊκής βούλησης στην έμμεση Δημοκρατία και αποτελεσματικής εφαρμογής του  αντιπροσωπευτικού συστήματος. Επομένως τα κόμματα θεωρητικώς αποτελούν στοιχείο του κοινοβουλευτικού συστήματος και κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει θεωρητικώς τον ρόλο τους αυτό. Κι ενώ έτσι έχουν θεωρητικώς τα πράγματα, στην πράξη έχουν εξελιχθεί εντελώς διαφορετικά. Το Σύνταγμα, όπως αναφέρθηκε ήδη, απαιτεί τα κόμματα να έχουν τέτοια οργάνωση, η οποία να είναι σε θέση να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Τούτο σημαίνει ότι τα κόμματα  πρέπει να έχουν δημοκρατική οργάνωση. Πρέπει δηλαδή να λειτουργούν και τα ίδια δημοκρατικά με όργανα εκλεγμένα από τα μέλη τους με δημοκρατικές διαδικασίες, στα οποία θα ισχύει η δημοκρατική αρχή της πλειοψηφίας. Ο αρχηγός  του  κόμματος  δεν  θα αποφασίζει  μόνος αυτός επιβάλλοντας την άποψή του με αντιδημοκρατικό τρόπο στα μέλη, και όταν ακόμη ό ίδιος είναι ό ιδρυτής του κόμματος. Καμιά απόφασή του δεν θα έχει ισχύ, αν δεν εγκριθεί προηγουμένως από τα αρμόδια σε κάθε περίπτωση όργανα. Tα μέλη έχουν το δικαίωμα να εκφέρουν την γνώμη τους ελεύθερα και να ψηφίζουν ελεύθερα, σεβόμενα τις αρχές του κόμματος προς τις οποίες οφείλουν να συμμορφώνονται,  και όχι τις απόψεις του αρχηγού, τις οποίες έχουν το δικαίωμα να κρίνουν και να επικρίνουν, εναντιούμενα προς αυτές, όταν το επιβάλλει η συνείδησή τους. Αυτό επιβάλλεται σε όσα από τα μέλη του κόμματος είναι και εκλεγμένοι βουλευτές, οι οποίοι οφείλουν ως βουλευτές πάντα να ενεργούν και να ψηφίζουν κατά συνείδηση και όχι κατά κομματική επιταγή. Αν τα μέλη παραβιάσουν  τις  αρχές  του  κόμματος, τότε θα αποφασίσουν τα αρμόδια όργανα, και όχι μόνος ο αρχηγός, περί της  τύχης  τους  εντός  του κόμματος, ή και της  διαγραφής  τους από το κόμμα. Όλα αυτά προϋποθέτουν την  ύπαρξη των λεγομένων  «κομμάτων αρχών», τα οποία δυστυχώς λείπουν στην Ελλάδα ακόμη και  σήμερα. Πρόκειται για τα κόμματα εκείνα τα οποία στηρίζονται επί δημοκρατικών  αρχών  και λειτουργούν με βάση τις οργανωτικές αυτές αρχές τους. Γι' αυτό ακριβώς και το Σύνταγμα απαιτεί όχι μόνο η οργάνωση των  κομμάτων, αλλά και η δράση τους  να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Στην Ελλάδα όμως, από της συστάσεως του νεοελληνικού κρατιδίου μέχρι και σήμερα, όλα τα κόμματα  είναι οργανωμένα  κατά  αρχηγικό τρόπο. Είναι κόμματα «αρχηγικά» και όχι κόμματα αρχών. Λειτουργούν σύμφωνα με την θέληση του αρχηγού τους και μόνο κατ' επίφαση και πάντως τυπικά είναι δημοκρατικώς οργανωμένα. Η βούληση του αρχηγού είναι ο μόνος νόμος που τα διέπει στην ουσία. Ο αρχηγός «κόβει και ράβει» κατά το δη λεγόμενο και κανείς  δεν μπορεί να εναντιωθεί στην θέλησή του.

Από αυτή όμως την αρχηγική οργάνωση  και  λειτουργία  των κομμάτων  προέρχονται πολλά δεινά όχι μόνο στα κόμματα, αλλά γενικότερα σε ολόκληρο το κοινοβουλευτικό σύστημα, ορισμένα από τα οποία θα αντιμετωπίσομε στην συνέχεια.

Κατά  το  Σύνταγμα η ανάδειξη των αντιπροσώπων του λαού γίνεται μέσα από τα κόμματα, και τα κύρια όργανα του Κράτους εκλέγονται από αυτά. Έτσι η Βουλή αναδεικνύεται με βάση τα κόμματα, και γι' αυτό μπορούμε να πούμε ότι είναι «κομματική» βουλή, αφού η σύνθεσή της είναι αποκλειστικώς κομματική. Αλλά και η κυβέρνηση είναι κομματική, αφού προέρχεται κατά το Σύνταγμα από το πλειοψηφούν  στην Βουλή κόμμα. Επομένως η βούληση του κυρίαρχου Λαού εκφράζεται στο κοινοβουλευτικό σύστημα αποκλειστικώς μέσα από τα κόμματα. Όταν λοιπόν  τα κόμματα δεν έχουν δημοκρατική οργάνωση και δεν λειτουργούν τα ίδια δημοκρατικά, τότε δημιουργείται γενικώτερο πρόβλημα στην λειτουργία  του  δημοκρατικού πολιτεύματος. Τέτοιο πρόβλημα αντιμετωπίζει το δικό μας δημοκρατικό πολίτευμα. Στην πραγματικότητα η κατά τα ανωτέρω αρχηγική οργάνωση και λειτουργία των κομμάτων μεταβάλλει την δημοκρατία σε ολιγαρχία του κόμματος, την οποία αποτελεί η κομματική αρχηγική ομάδα. Η δύναμη αυτής της κομματικής ολιγαρχίας είναι τεράστια στην Ελλάδα, όπου το κομματικό σύστημα  κυριαρχεί πλήρως  και  απολύτως!

Οι αντιπρόσωποι του Λαού ελέγχονται απολύτως από το κόμμα, έτσι ώστε δεν αντιπροσωπεύουν το Έθνος, όπως απαιτεί το Σύνταγμα, ούτε καν τον Λαό της περιφέρειας  που  τους  ανέδειξε, αλλά στην  πραγματικότητα αντιπροσωπεύουν το κόμμα και εκφράζουν την θέληση του αρχηγού! Δεν έχουν το δικαίωμα  να αντιταχθούν στην κομματική γραμμή ακολουθώντας την συνείδησή τους, παρά τα αντιθέτως υπό του Συντάγματος οριζόμενα, περί των οποίων συνταγματικών ορισμών ο λόγος στην συνέχεια, και αν τολμήσουν κάτι τέτοιο διαγράφονται «αυτοστιγμεί» από το κόμμα. Η νομιμοποίηση της αντιδημοκρατικής αυτής συμπεριφοράς των κομμάτων αντλείται από το νομικίστικο κατασκεύασμα ότι έλαβαν την εντολή του Λαού κατά τις εκλογές, με την οποία επικυρώθηκε το πρόγραμμά τους και επομένως οι βουλευτές τους οφείλουν να πειθαρχούν στην εγκριθείσα από  τον Λαό κομματική γραμμή. Πρόκειται όπως είπαμε, για νομικίστικη κατασκευή, η οποία είναι αντίθετη προς  το Σύνταγμα, το οποίο απαιτεί τα κόμματα να λειτουργούν δημοκρατικά και να συμβάλλουν έτσι στην δημοκρατική λειτουργία του πολιτεύματος. Η θέση του συνταγματικού  νομοθέτη  επ' αυτού είναι ξεκάθαρη, και κάθε άλλη ερμηνεία κείται εκτός του πνεύματος, αλλά και του «γράμματος» του Συντάγματος (άρθρο 29 §1). Παρ' όλα αυτά τα κόμματα εξακολουθούν να λειτουργούν ολιγαρχικά και σχεδόν «μονοκρατορικά», με μόνο  κυρίαρχο τον αρχηγό τους, και την κομματική αυτή ολιγαρχία επέβαλαν  και στον Λαό και την κοινωνία, ώστε να μιλάμε σήμερα όχι για κοινοβουλευτική, αλλά για «κομματική δημοκρατία»!

Από το 2010 και εντεύθεν η «κομματική δημοκρατία» έχει γίνει πλέον αισθητή σε όλους και δεν αμφιβάλλει πια κανείς περί αυτής. Οι βουλευτές είναι «όμηροι» όχι του  κόμματος, αλλά του αρχηγού του, από την θέληση του οποίου εξαρτάται η ψήφος τους. Όποιος βουλευτής διαφωνήσει με την αρχηγική θέση, διαγράφεται από το κόμμα αμέσως μετά την διατύπωση της διαφωνίας του, με απόφαση του αρχηγού, χωρίς την προηγούμενη απόφαση γι' αυτήν του αρμόδιου κομματικού οργάνου. Όλοι οι Έλληνες γίναμε μάρτυρες παρομοίων διαγραφών από τα κόμματά τους βουλευτών οι οποίοι, υπείκοντες στην συνείδησή τους, αρνήθηκαν να ψηφίσουν στην βοuλή τα αντισυνταγματικά και κατάπτυστα «μνημόνια», με τα οποία καταλύθηκε πλήρως το Σύνταγμα και η εθνική μας κυριαρχία, όπως θα καταδειχθεί στην συνέχεια. Σήμερα τα κόμματα, και πρωτίστως τα αυτοαποκαλούμενα «κόμματα εξουσίας», διακατέχονται από μια «κοινοβουλευτική» αλαζονεία, η οποία προέρχεται από τον ασφυκτικό έλεγχο τον οποίον τα ίδια ασκούν επί της  πλειοψηφίας  της  Βουλής,  αλλά   και της κυβερνήσεως, αφού ό πρωθυπουργός, όπως σημειώθηκε ήδη, είναι ο αρχηγός του πλειοψηφούντος στην Βουλή κόμματος, και επομένως έχει κάθε λόγο να θέλει να επιβάλλει την άποψή του την οποία εμφανίζει πάντοτε ως «κομματική» και κατά τεκμήριον εγκεκριμένη από τον λαό, ο οποίος παρέσχε στις εκλογές κατά την αντίληψη της κομματικής  δημοκρατίας την εν λευκώ εξουσιοδότηση στο κυβερνών κόμμα να λαμβάνει οποιαδήποτε απόφαση, έστω κι αν αυτή είναι προφανώς αντισυνταγματική,  η ακόμη  στρέφεται  καταφανώς  κατά του ίδιου του Λαού!

Στην  πραγματικότητα   λοιπόν το κοινοβουλευτικό σύστημα επί των ημερών μας κατευθύνεται σε όλες του τις εκφάνσεις από τον κομματικό  φόβο, τον οποίο εμ          πνέουν στους βουλευτές τους τα κόμματα, με την κομματική ρομφαία να  επικρέμαται  στις  κεφαλές των βουλευτών. Γι' αυτό μπορούμε να πούμε δυστυχώς ότι πιο ανελεύθεροι και καταπιεσμένοι Έλληνες πολίτες από τους Έλληνες βουλευτές δεν υπάρχουν, διότι ζουν κάτω από την αβάσταχτη κομματική τρομοκρατία, η οποία εκδηλώνεται με πολλούς και διαφόρους τρόπους. Δύο όμως είναι τα ακαταμάχητα όπλα αυτής της κομματικής τρομοκρατίας  κατά των βουλευτών: το ένα είναι η απειλή της διαγραφής τους από το κόμμα και το άλλο η επίσης απειλή  της μη συμμετοχής τους στην λίστα υποψηφίων βουλευτών την οποία σε τελευταία ανάλυση καταρτίζει ο αρχηγός του κόμματος! Περί αυτών όμως των τρομοκρατικών ... κοινοβουλευτικών θεσμών ο λόγος στην συνέχεια.

Πηγή : Βασίλης Νικόπουλος

Πρόεδρος Αρειου Πάγου ε.τ.Δ.Ν.

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Το συνταγματικώς αδέσμευτο της ψήφου των αντιπροσώπων του λαού (άρθρο 60§1) του Μανόλη Σκαρσούλη

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ