Πριν ένα χρόνο είχε συλληφθεί ένας εντολέας μου από την Αλβανία διότι από το 1992 που είχε έλθει στην Ελλάδα και με άδεια διαμονής από το 2001 δεν είχε καταφέρει να ανανεώσει την άδεια διαμονής του λόγω έλλειψης ενσήμων (που να τα βρεις άλλωστε με τόση ανεργία). Έτσι, κάποια στιγμή συνελήφθη και καθώς δεν είχε άδεια διαμονής ενεργή, φυλακίστηκε προς απέλαση.
Κάναμε Δικαστήριο και καταφέραμε με δικαστικές ενέργειες να βγεί και να παραμείνει στη Χώρα, όπου διαμένει και η σύζυγός του και το παιδί του που πάει σε ελληνικό σχολείο.
Με εμπιστεύτηκε απόλυτα, πράγμα που το έλεγε, αλλά και το έδειχνε με το βλέμμα του όποτε μιλούσαμε για το τι ενέργειες θα πρέπει να κάνουμε.
Πρόσφατα με πήρε τηλέφωνο για να μου πει, ότι μετά από ένα χρόνο, τελικά οι ενέργειες έπιασαν τόπο και εκδόθηκε άδεια διαμονής την οποία θα πήγαινε να παραλάβει.
Βρεθήκαμε με την οικογένειά του. Έλαμπαν ολόκληροι, φωτίστηκα από την χαρά και την ικανοποίηση.
Κάτι τέτοιες στιγμές δικαιώνουν την επιλογή μου, από την πρώτη στιγμή να προσφέρω στους μετανάστες στη Χώρα μας. Άλλωστε και η δική μου οικογένεια γνώρισε και γνωρίζει από πρώτο χέρι τις αγωνίες τις μετανάστευσης, ενώ κι εγώ χρειάστηκε να ζήσω σε ξένες χώρες για να βελτιώσω τις γνώσεις μου και τις προοπτικές μου.
Έμαθα στη μοναξιά της ξένης χώρας και την αξία του χεριού που απλώνει για να σε βοηθήσει, αλλά και στην σημασία της τύχης και του "μοιραίου".
Θα ήθελα οι δικαστές να μπορούν να το αντιληφθούν αυτό. Αν ο δικαστής δεν κατανοεί τον ρόλο της βαρύτητας της θέσης του, της ειμαρμένης που παίζει και δεν είχε αποφυλακίσει πχ τον εντολέα μου η ζωή ολόκληρη της οικογένειάς του θα ήταν διαφορετική. Θα επέστρεφε σε ένα αφιλόξενο και άγνωστο περιβάλλον, αφού μετά από 20 και πλέον έτη δεν διατηρεί κανέναν σύνδεσμο με τη Χώρα καταγωγής του και θεωρεί την Ελλάδα δεύτερη πατρίδα του. Δύσκολη ίσως και αφιλόξενη πολλές φορές, αλλά πατρίδα του. Μήπως και για εμάς δεν είναι πλέον άλλωστε δύσκολη και αφιλόξενη; Μήπως και τα δικά μας παιδιά δεν αποφασίζουν πιο εύκολα πλέον την μετανάστευση, όχι ως επιλογή αλλά από ανάγκη;
ΘΟΔΩΡΗΣ ΤΣΟΥΛΑΣ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ
