Η βιστιρέ(1)
-Ξαδέρφη Κρουσταλλιά, ξαδέρφη, ε ξαδέρφη, που ‘σαι μωρή κι έβγαλα τα τζάρουχά(2) μου να σου φωνιάζω, εκουφάθηκες κακομάζαλη;
-Είντα κάνεις, ζυμώνεις, γη ψήνεις, γη μπουγαδιάζεις, γιατί θωρώ χυμένα νερά πέρα – δώθε στη ν-αυλή. Άνομις(3) και κουρέματά σου, με τούτεσας τσι καθαριότητες απου ορδινιάζεις(4) ουλημερνίς τση μέρας. Δε ν-το κατέεις πως επά ‘ναι χωριό και μπαινοβγαίνουνε οι γι –άντρες με τα βρωμεσμένα από τσι βουτσές στιβάνια, μονο γλακάς μόλις δεις βουτσές, γη βερβελίδες και τσι πρεμαζώνεις με το φτυάρι(5). Όι διάοτσο των έχω, εβαγιέστησα(6)!
-Σπολλάιτη(7) μωρή Βαγγελιά, θαμάζομαι, πότες προκάνεις τσι δουλειές και βρίχνεις τράτος(8) και ξεπορτίζεις και πιάνεις τ’ ανάπλαγα, αξημέρωτα.
-Λάγαζε(9) μωρή πως θ’ ακλουθώ τσ’ αίγας και μόλις κατουρήσει, να φτυαρίζω τη βερβελίδα, είντα μόνο η γι-αίγα ’ναι, σε μια ουλιά θα μπει ο γάιδαρος, η γουρούνα, η αελέ, η γι-όρθα, τουτονά το περσιγκί(10) θα κάνω ουλημερνίς τση μέρας, δε ν-εμπουντάλιασα ντιμπιντούς(11).
-Έλα ξαδέρφη Κρουσταλλιά στα σύγκαλά σου, να μη ν-απομένεις νηστική, να τρώεις ένα ψιχάλι ψωμί, με δυο ελές, να πίνεις κι ένα γ-κράσο να μην ξενηστικώνεσαι, μα οι δουλειές δε ν-αποκάνουνε ποτές, γροικάς το!
-Γιαγιά, γιαγιά Κρουσταλιά! Εγλάκανε το ’γγονάκι τζη το Σηφαλιώ και τη ν-αγκάλιασενε και τρεμε, κι αναστουλούχανε κι είτανε τα ματάκια ν-του γεμάτα δάκρυα.
-Λέγε κοπελάκι μου, ειντά ’δες και φοβήθηκες, αναντράνισε, του λεγενε η γιαγιά ν-του και τ’ ανασήκωνε ν-το πιγουνάκι ν-του να δει τη μούρη ν-του. Αυτό ‘χενε κλειστά τα ματάκια ν-του και λεγενε από σίγανα.
-Γιαγιά μου είδα τη γ-Καλλιώ και κράθιενε ένα λαήνι νερό ήρχουντονε απού τη βρύση. Ξαφνικά αγρίεψενε, εσκλήριζενε, έπεσενε κατάχαμα και χτυπιούντανε, έβγανε αφρούς απού το στόμα. Έσπασενε το λαήνι και πεταχτήκανε τα κομμάθια και τση σκίσανε τα μούτρα τζη κι έτρεχενε αίματα, η κακομοίρα.
-Να πορίσομενε όξω να τη μπρεμαζώξομενε είπενε η Βαγγελιά.
-Εσήκωσέ ν-τηνε ο μπάρμπας μου ο Φακιδονικολής απού βρέθηκενε εκειά και την αναβάστανε σα ν-τη μ-ποθαμένη και τη μπάει στο κονάκι τζη, είπενε το Σηφαλιώ.
Την ιδιαμένη στιγμή εμπήκανε στη ν-αυλή τση Κρουσταλλιάς, το Σταυρουλιώ τση Τσουλόχρυσης και το Νικολιώ τση Σταμάταινας. Είτανε κι αυτά απάνω στη μουρνέ με το Σηφαλιώ και τρέμανε από το φόβο ν-τωνε.
-Εγώ, λεγενε το Σταυρουλιώ, την έχω ξαναθωρώντας να χτυπά το κορμί τζη και να ξεσκίζει τα ρούχα τζη.
-Εγώ, λεγενε το Νικολιώ, την είδα μια ν-αργαδινή(12), με μια ν-άσπρη φουστάνα, αναχουρδισμένα τα μαλλιά τζη, να πηδά από δώμα σε δώμα και κατουρήθηκα απού το φόβο μου!
-Λένε γιαγιά πως είναι βιστιριγμένη μα πως εμπήκανε οι δαιμόνοι μέσα τζη.
-Δε γκατέω κι εγώ κοπελάκι μου, μπορεί τη νύχτα να πέρνανε από σταυροδρόμι και να μη ν-εμπρόλαβαινε να κάμει το σταυρό τζη. Γιάε απού σας αβιζέρνω(13), πάντα να κάνετε το σταυρό σας απού δε σας σε σημώνει ο ξορκισμένος.
-Πως είναι θειά ο δαίμονας; ερώτηξενε το Σταυρουλιώ.
-Δε γατέω παιδί μου, μα άκουσα κι εγώ απού τη συγχωρεμένη τη γιαγιά μου, πως είναι κατάμαυρος σα ν-ένας μεγάλος κάτης με μακρέ ουρά και κατακόκκινα μάθια. Μη φοβάστε γιατί στο δεξιό σας χεράκι βρίσκεται ο προστάτης άγγελος και δεν αφήνει το σατανά να σας σε κάμει κακό, αρκεί να κάνετε το σταυρό σας και να μη βλαστημάτε.
Τα μικιά κοπέλια τη φοβούντανε τη γ-Καλλιώ. Ούλοι οι χωριανοί όμως την αγαπούσανε, γη γ-καλικώνανε, τη ντύνανε και κανονίζανε κάθα μέρα ένα σπίτι να της πχαίνει σκουτελικό.
Ήτανε καλοκαίρι και περιμένανε ούλοι οι χωριανοί την εορτή τσ’ Αγιάς – Μαρίνας, που γίνουντανε το ξακουστό πανηγύρι. Το εκκλησάκι βρίχνεται στην άκρα του χωριού σ’ ένα καταπράσινο λόφο. Κάθε χρόνο έρχουνται προσκυνητές απού τα γύρω χωριά με άρτους, κεριά, λιβάνια και τασίματα. Είναι θαυματουργή η χάρη τζη.
Επεράσανε οι μέρες με καθαριότητες κι ετοιμασίες. Τσι δέκα εφτά του Δευτερογούλη(14) αποδιαφώτιστα αρχίξανε να φτάνουνε οι προσκυνητές στην εκκλησία, άλλοι με άλογα, άλλοι με τα πόδια να προσκυνήσουνε τη χάρη τζη. Επρεμαζωχτήκανε πολλοί παπάδες και πήρανε την απόφαση να κάμουνε ένα «συλλείτουργο» και με τις προσευχές όλων να βγάλουν τσι δαιμόνους από το κορμί τση Καλλιώς. Οι χωριανοί τη φουνταλλάξανε, τη πλύνανε, τη χτενίσανε και τη φέρανε στην εκκλησία.
Την ώρα που βγάνανε τ’ άγια, εστρώσανε ένα χαλί στη μέση τα’ εκκλησίας και θέκανε απάνω τη σεληνιασμένη(15). Οι παπάδες κρατούσανε μ’ ευλάβεια τα Άγια και προσευχότανε και παρακαλούσαν τον Ιησού που έβγαλε τα διαμόνα από τους δέκα δαιμονισμένους να βοηθήσει και τη δούλη του Θεού τη γ-Καλλιώ. Τη μπατούσανε ελαφρά στο στομάχι και δίνανε τη διαταγή: «Σατανά, δεύρω έξω». Η γυναίκα είδε τόσους παπάδες από πάνω, εφοβήθηκενε, αρχίνηξενε να σκληρίζει και να χτυπιέται. Δυο άντρες εκρατούσανε ακίνητα τα πόδια και τα χέρια. Από πάνω τζη οι παπάδες περνούσανε με τη σειρά, τη πατούσανε ελαφρά και δίνανε διαταγή «Σατανά, έβγα έξω, ελευθέρωσέ τηνε».
Ούλο το εκκλησίασμα εσιγανομουρμούριζε προσευχές και εζήτανε τη βοήθεια τση Αγίας Μαρίνας.
Ξαφνικά μια φοβισμένη σπαρακτική φωνή ακούστηκενε, από τη μπούκα τση ογραντισμένης(16):
-Από πού να βγωωώ;
-Απού το μικρό τζη δαχτυλάκι, αποκρίθηκενε ο παπά – Παντελής, σίγουρος πως εμίλιενε με το σατανά.
Δε ν-ήτανε γνώμη μόνο του παπά, πως η φωνή απου ‘βγαινε απού το ταλαιπωρημένο κορμί ήτανε του «ξορκισμένου», ήτανε πεποίθηση όλου του κόσμου που παρακολουθούσε την ιεροτελεστία. Γονάτισαν ούλοι. Τα κοπελάκια παγώσανε, ούλοι ήτανε μουδιασμένοι και σίγουροι ότι ο διάβολος φωνάζει, σκληρίζει και συνομιλεί με τσι παπάδες.
Ανάμεσα στο μισοσκόταδο, επαρουσιάστηκενε η αυστηρή μορφή του παπά – Στέφανου που πρόσταξε με αυστηρή φωνή: «Αδειάστε τη μ-πόρτα, κιανείς να μην ν-είναι κοντά, κάνετε τόπο να φύγει ο σατανάς, κάνετε το σταυρό σας μη ν-ογραντίσει κιανείς.
Συνέχισαν να ψάλλουν και να διατάσουν το σατανά πατώντας το κουρασμένο κορμί, ώσπου απού την κούραση και την ταλαιπωρία ήρθε ένας ήσυχος ύπνος και έκλεισε τα κουρασμένα βλέφαρα, τση δυστυχισμένης γυναίκας. Αυτό χαροποίησε τσι παπάδες που φώναζαν και δοξολογούσαν το Θεό «Θαύμα! Θαύμα! Σε νικήσαμε σατανά, πήγαινε, πέσε στη θάλασσα! Ευλογημένο τ’ όνομα του Ιησού Χριστού».
Η θεία λειτουργία συνεχίστηκε. Ούλοι οι προσκυνητές ευχαριστούσαν το Θεό σίγουροι ότι η Καλλιώ ελευθερώθηκε από τα δαιμόνια.
Μια γυναίκα έλεγε πως είδενε να σκίζεται το μικρό δαχτυλάκι τση σεληνιασμένης και να βγαίνει μια φωτιά*, ήτανε σίγουρη πως ήτανε ο σατανάς που έβγαινε. Άλλοι λέγανε πως είδανε μια σκιά μαύρου γάτου που επόρισενε από το κορμί τση Καλλιώς.
*Ο Μιχαήλ Ψελλός (1018 – 1078) σχετικά με τις ψευδαισθήσεις αναφέρει ότι, όταν τα εσωτερικά βιώματα είναι τόσο έντονα, οι άνθρωποι νομίζουν ότι τα βλέπουν σαν αληθινά στον εξωτερικό κόσμο.
Ο σεληνιασμός στην αρχαία εποχή εθεωρείτο ιερά νόσος – Ηράκλεια νόσος και την απέδιδαν στην Θεά Άρτεμη.
Στη Χριστιανική θρησκεία και στην Παλαιά Διαθήκη και στην Καινή γίνεται αναφορά ανθρώπων που έπασχαν από σεληνιασμό, την αποδίδουν σε δαίμονες.
Λέξεις:
(1) βιστιρέ = κακοποίηση ανθρώπου από δαίμονες
(2) τζάρουχας = λάρυγγας
(3) ανομίς σου = αλίμονό σου
(4) ορδινιάζεις = ετοιμάζεις
(5) φτυάρι = φαράσι
(6) εβαγιέστησα = απελπίστηκα
(7) σπολλαιτη = πολλά τα έτη
(8) τράτος = περιθώριο χρονου
(9) λάγαζε = έλα στα καλά σου
(10) περσιγκι = στολίδι, κόσμημα, κατ’ επέκταση κάθε τι που δε θεωρείται απαραίτητο, δεν αποκλείεται να προήλθε από το ιταλ. Percino =περσικό, σπάνια λέξη).
(11) ντιμπιντούς = ολότελα
(12) αργαδινή = ένα βράδυ
(13) αβιζέρνω = ειδοποιώ, συμβουλεύω
(14) Δευτερογούλης = Ιούλιος
(15) σεληνιασμένη = επιληψία
(16) ογραντίζω = συναντώ δυσχέρειες - ογραντισμένη = ταλαιπωρημένη
