ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Η χώρα των ρολογιών του Μανώλη Σκαρσούλη

0

«‘’Καλημέρα’’ είπε ο Μικρός Πρίγκιπας.

‘’Καλημέρα’’ είπε ο έμπορος.

Ήταν ένας έμπορος τελειοποιημένων χαπιών

που έσβηναν τη δίψα. Κατάπινες ένα την εβδομάδα

και δεν ένιωθες πια την ανάγκη να πιεις νερό.

‘’Γιατί τα πουλάς αυτά εδώ;’’ είπε ο Μικρός Πρίγκιπας.

‘’Είναι μια μεγάλη οικονομία χρόνου’’ είπε ο έμπορος.

‘’Οι ειδικοί έχουν κάνει υπολογισμούς.

Εξοικονομούνται 53 λεπτά την εβδομάδα’’.

‘’Και τι μπορεί κανείς να κάνει με αυτά τα 53 λεπτά;’’

‘’Τα κάνει ότι θέλει...’’

‘’Εγώ’’ είπε ο Μικρός Πρίγκιπας, ‘’εάν είχα 53 λεπτά στη διάθεσή μου,

θα περπατούσα αργά-αργά, κατευθυνόμενος σε μια πηγή’’».

Υπήρχε κάποτε, πριν από πολά χρόνια, ένα βασίλειο λίγο παράξενο όπου όλα ήταν ρυθμισμένα από τα ρολόγια. Μια συγκεκριμένη ώρα γινόταν, ένα πράγμα, ένα άλλο ή ένα άλλο, και αμέσως κάτι άλλο, και ούτω καθεξής, και έτσι σε κάθε ώρα πάντα κάτι αντιστοιχούσε. Όμως το πιο παράξενο γεγονός ήταν πως, παρά το ότι όλες οι ώρες της ημέρας ήταν γεμάτες από πράγματα που έπρεπε να γίνουν, φαινόταν σαν να μην αρκούσαν ποτέ, και ότι θα χρειάζονταν και εκείνες της νύχτας για να γίνουν όσα θα έπρεπε, και ίσως να μην αρκούσαν ούτε και αυτές.

Έτσι, όλοι οι κάτοικοι εκείνης της χώρας κυκλοφορούσαν ντυμένοι σαν ρολόγια, για να είναι βέβαιοι πως δε θα ξεχάσουν την ακριβή ώρα. Ο βασιλιάς που ήταν ο πιο σπουδαίος, κυκλοφορούσε ντυμένος σαν καμπαναριό, οι υπουργοί κυκλοφορούσαν ντυμένοι σαν εκκρεμή, οι επιστήμονες είχαν περίεργα αντικείμενα, που τα ονόμαζαν ραδιοξυπνητήρια και τα οποία είχαν βρεθεί από αρχαιολόγους κατά τη διάρκεια ανασκαφών ενός χαμένου πολιτισμού, μαζί με πολλά ρολογάκια χρωματιστού πλαστικού, με τα οποία οι τελευταίοι σχημάτιζαν ολόκληρες συλλογές. Τελικά, δεν υπήρχε κάτοικος σε εκείνο το παράξενο βασίλειο που να μην κυκλοφορούσε όχι μόνο εφοδιασμένος με τρία ρολόγια τουλάχιστον, αλλά και ντυμένος σαν ένα από αυτά.

Οι μόνοι που ζούσαν ευτυχισμένοι, δίχως να επηρεάζονται από το χρόνο ήταν βέβαια τα παιδιά. Γι’ αυτά, όταν ήταν πολύ μικρά, το πολύ-πολύ υπήρχε το πρωί, το απόγευμα, το βραδάκι και η νύχτα, και όλα αυτά, εκτός από την τελευταία, ήταν αφιερωμένα στο να παίζουν, που ήταν ο δικός τους προτιμώμενος τρόπος να μάθουν να εξερευνούν τον κόσμο. Έτσι, μάθαιναν πως υπάρχει ένας χρόνος για κάθε πράγμα: ο χρόνος του γέλιου, εκείνος του κλάματος, εκείνος της ευχαρίστησης, του θυμού κτλ. Ανακάλυπταν δηλαδή πως όλα έχουν μια αρχή, μια εξέλιξη και ένα τέλος, όπως κάθε παιχνίδι, και αυτό συμβαίνει με φυσικό τρόπο, για λογαριασμό δικό του, δίχως να ακολουθεί το ρυθμό των ρολογιών, αλλά ένα ρυθμό πολύ πιο δύσκολο, που υπάρχει ωστόσο και που είναι εκείνος της ζωής και του χρόνου που τρέχει.

Έτσι, πέρασε πολύς καιρός, έως ότου σ’ εκείνο το παράξενο βασίλειο τα ρολόγια έγιναν πάρα πολλά και πολύ ισχυρά, ώστε μια νύχτα, ενώ οι άλλοι κοιμόντουσαν, ενώθηκαν όλα μαζί κα απόφάσισαν να κάνουν ένα πραξικόπημα και να γίνουν αυτά οι κύριοι της χώρας. Όμως για να μην αποκαλυφθούν από τους κατοίκους, αποφάσισαν πως καθένα τους θα έκανε το καθήκον του σιωπηλά, κυριεύοντας το αφεντικό του και την οικογένειά του.

Έτσι, ο βασιλιάς έγινε σκλάβος του Καμπαναριού, ο κάθε υπουργός του δικού του εκκρεμούς, οι επιστήμονες των δικών τους ραδιοξυπνητηριών και οι αρχαιολόγοι των χρωματιστών, παλιών, μικρών ρολογιών της συλλογής τους.

Οι μόνοι που συνέχιζαν να ζουν ευτυχισμένοι και ανενόχλητοι ήταν τα παιδιά, που, αντίθετα, ακολουθούσαν το ρυθμό της ζωής.

Όμως ήρθε η άσχημη μέρα, ή μάλλον η άσχημη νύχτα, όπου τα ρολόγια δεν ήταν ευχαριστημένα από το γεγονός ότι κατέστησαν σκλάβους όλους τους ενήλικες εκείνης της χώρας, αποφάσισαν πως ήρθε η ώρα να αποκτήσουν άλλους υπηκόους.

Και για τα παιδιά ήρθε, λοιπόν, η ώρα του προγράμματος, και σιγά-σιγά και η δική τους μέρα, που προηγούμενα ήταν γεμάτη και οργανωμένη από αυτά τα ίδια, έτσι ώστε να χρησιμεύει ακριβώς για να μάθουν να οργανώνονται, γρήγορα γέμισε και οργανώθηκε από τα ρολόγια, όπως ακριβώς συνέβαινε ήδη στη ζωή των ενηλίκων, οι οποίοι, ταλαίπωροι, έχοντας και τις δικές τους δουλειές, δεν ήξεραν πώς να οργανωθούν διαφορετικά. Έτσι, κάποια συγκεκριμένη ώρα υπήρχε ένα πράγμα, αμέσως μετά υπήρχε κάτι άλλο, και ούτω καθεξής. Και μη νομίζετε πως ήταν ασήμαντα πράγματα• ήταν όλα σημαντικά: το κολύμπι, ο χορός, η γυναστική, η ξένη γλώσσα, το καράτε, το κατηχητικό κτλ. Κάθε παιδί είχε τη μέρα του οργανωμένη σύμφωνα με ένα συγκεκριμένο αυστηρό σχήμα, από το οποίο δεν μπορούσε να ξεφύγει. Έτσι, τα ωράρια, κυριάρχησαν σιγά-σιγά στη ζωή των παιδιών και των γονιών τους, που έφτασαν στο σημείο, στις πολλές προθεσμίες που ήδη είχαν, να προσθέσουν και εκείνη της συνοδείας και της μεταφοράς των παιδιών από ένα μέρος στο άλλο.

Όμως μη σκεφτείτε πως όλες αυτές οι θυσίες δεν είχαν τα οφέλη τους. Κάθε άλλο. Κάθε παιδί σ’ εκείνη τη χώρα έμαθε να κολυμπάει με τουλάχιστον πέντε διαφορετικά στυλ, να χορεύει με τον πιο ραφινάτο τρόπο, να μιλάει τις πιο δύσκολες γλώσσες, να κάνει πράγματα ενδιαφέροντα και σημαντικά στη ζωή. Τελικά, κάθε παιδί έμαθε πράγματα πολύ, πολύ σημαντικά.

Όμως καθώς ούτε το Μεγάλο Συμβούλιο των Ρολογιών κατόρθωσε να διπλασιάσει τις ώρες της μέρας για να μάθει τα σημαντικά πράγμτα στη ζωή στα παιδιά εκείνης της χώρας, δεν έμεινε χρόνος να τους μάθει τα μικρά και συνηθισμένα πράγματα της καθημερινότητας. Έτσι, τα παιδιά δεν είχαν πλέον μπροστά τους χρόνο κενό για να παίξουν με τα παιχνίδια τους και να σκεφθούν, για να μάθουν να οργανώνονται από μόνα τους, να ανακαλύπτουν τα μέσα που διαθέτουν και το δικό τους τρόπο να προσαρμόζονται στον κόσμο και στους κανόνες για να ζουν με τους άλλους.

Και όπως τα φυτά και τα λουλούδια, δίχως τη σωστή και ειδική τους θέση, κατέληγαν στο θάνατο, έτσι μεταξύ των παιδιών άρχισαν να υπάρχουν εκείνα που προσαρμόζονταν στο να μην έχουν πλέον χρόνο να παίξουν, στο να γίνονται ίδια μεταξύ τους, σοβαρά και δραστήρια, και δίχως πια χρόνο για γέλια, σαν μικρογραφία των ενηλίκων. Αντίθετα αυτά που δεν προσαρμόζονταν, ήταν πάντα δυσαρεστημένα, λυπημένα και ανικανοποίητα, σαν τα μικρά πουλιά που τους κόβουν τα φτερά και δεν μπορούν πια να μάθουν να πετούν.

Έτσι, τα παιδιά, εκτός από αδέξια και δυσαρεστημένα, αισθάνονταν και ότι δε γίνονταν κατανοητά από τα πρόσωπα που τα αγαπούσαν πολύ, και τα οποία και αυτά τα ίδια αγαπούσαν επίσης πολύ, και αυτό ήταν βέβαια μια μεγάλη απογοήτευση.

Τελικά, η Επανάσταση των ρολογιών είχε προκαλέσει ένα μεγάλο μπέρδεμα στους κατοίκους εκείνης τη χώρας.

Έως ότου μια νύχτα, ένα παιδί που ονειροπολούσε πάντα για να παρηγορηθεί, ονειρεύτηκε τον Χρόνο των Παιχνιδιών χωρίς Ωράριο, που είχε πια χαθεί, και ανακάλυψε πως το Μεγάλο Συμβούλιο των είχε δεσμεύσει και φυλακίσει σε ένα μυστικό μέρος που κάνενας δεν το γνώριζε.

Την επόμενη μέρα το παιδί το διηγήθηκε σιγά-σιγά στους φίλους του, την ώρα που κάνανε μαθήματα γιαπωνέζικης γλώσσας.

Όλα τα παιδιά αποφάσισαν να οργανώσουν την επανάστασή τους. Σκαρφίστηκαν ένα πολυμήχανο σχέδιο και αποφάσισαν να φυλακίσουν το Καμπαναριό, που ήταν το πιο σημαντικό ρολόι στο βασίλειο, και να τον κρατήσουν όμηρο για να πάρουν πίσω το Χρόνο των Παιχνιδιών.

Συνεννοήθηκαν με τον άνεμο, που ήταν σύμμαχός τους, και μια νύχτα, με φοβερό μαΐστρο, το Καμπαναριό παρασύρθηκε και μεταφέρθηκε μακριά, σε ένα μέρος που δεν το γνώριζε κανείς, στη μακρινή Γη των Ανέμων.

Την επόμενη μέρα τα ρολόγια κοιτάχτηκαν άφωνα. Πώς θα μπορούσαν να επιβιώσουν δίχως το Καμπαναριό, που σήμαινε την ακριβή ώρα σύμφωνα με την οποία όλα έπρεπε να ρυθμιστούν;

Άρχισαν απελπισμένα να το αναζητούν, αλλά δεν κατάφεραν τίποτα• είχε χαθεί κάθε ίχνος του.

Πέρασαν αρκετές μέρες και εβδομάδες, και το Μεγάλο Συμβούλιο των Ρολογιών δεν ήξερε πια τι να κάνει. Έως ότου μια νύχτα έλαβαν ένα σημείωμα που έλεγε: «Αν θέλετε το Καμπαναριό σας, δώστε μας πίσω το δικό μας Χρόνο των Παιχνιδιών!». Υπογραφή: η Επιτροπή Υπεράσπισης των Δικαιωμάτων των Παιχνιδιών.

Αν και με βαριά καρδιά, τα ρολόγια όφειλαν να υποχωρήσουν, γιατί τα παιδιά είχαν για συμμάχους τον ήλιο, τον άνεμο, τη μέρα, τη νύχτα, και γενικά τη ζωή, που ήταν πολύ, πολύ πιο ισχυρή από αυτά.

Με αυτόν τον τρόπο λοιπόν, τα παιδιά σ’ εκείνο το βασίλειο κατάφεραν να αποκτήσουν το Χρόνο των Παιχνιδιών και ένα χώρο τόσο εσωτερικό όσο και εξωτερικό, για να μπορούν να τον οργανώνουν μόνας τους. Και οι ενήλικες βέβαια ανακάλυψαν πως ήταν πολύ πιο ευχαριστημένοι ξαναβρίσκοντας το χρόνο μαζί τους ήρεμα, δίχως να πρέπει να κάνουν τους ταξιτζήδες. Και αυτός ο χρόνος των παιχνιδιών, που ξαναβρέθηκε, επέτρεψε στη συνέχεια στα παιδιά, καθώς μεγάλωναν, να μάθουν να κινούνται, καθένα προς τις προτιμήσεις του, και στους γονείς τους να ανακαλύψουν, να καλλιεργήσουν και να εκτιμήσουν τα ιδιαίτερα εφόδια που είχε κάθε παιδί, είτε αγαπούσε τη γιαπωνέζικη γλώσσα ή το καράτε ή οτιδήποτε άλλο.

Έτσι, τα παιδιά εκείνου του βασιλείου ξαναγύρισαν να κάνουν την παλιά τους δουλειά, εκείνη των παιδιών, που είναι να εξερευνήσουν τον κόσμο με τα παιχνίδια, για να ανακαλύψουν σιγά-σιγά όλα τα εφόδια που καθένας έχει μέσα του, για να μάθει να τα χρησιμοποιεί στη συνέχεια, μέρα με την μέρα, στην καθημερινή ζωή και στα συνήθη μικροπράγματα της, που είναι εκείνα που αποτελούν την πλειοψηφία του χρόνου στη ζωή του καθενός μας.

Και το κεφάλι και η καρδιά όλων πλημμύρισαν ξανά από σκέψεις, ιδέες, συναισθήματα, τραγούδια, που ήταν ελεύθερα πια να τριγυρίζουν εκεί όπου κάποτε δεν μπορούσαν ούτε καν να μπούνε, γιατί όλος ο χώρος ήταν κατειλημμένος και γεμάτος από τις Ταμπέλες των Ωραρίων.

ΜΑΜΑ ΑΝ ΕΙΣΑΙ ΕΣΥ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗ ΕΙΜΑΙ ΚΙ ΕΓΩ

Είναι πολύ σημαντικό να ακούει κανείς πόσα μαθήματα σήμερα κάνουν τα παιδιά, πέρα από τις σχολικές ώρες, που ήδη δεν είναι λίγες. Μαθήματα που απαιτούν ενέργεια και εφόδια ακόμη και από τους ενήλικες που πρέπει να τα συνοδεύουν, οργανώνοντας τα ωράρια της δουλειάς τους σύμφωνα με εκείνα των παιδιών τους. Παρ’ όλ’ αυτά, τα παιδιά δεν είναι περισσότερο ευτυχισμένα, αντίθετα μάλιστα, αυξάνει η ψυχολογική τους δυσφορία.

Ένα παιδί που μεγαλώνει με όλους τους χρόνους του καταμερισμένους και οργανωμένους από άλλους, είναι ένα παιδί από το οποίο αφαιρείται μια σημαντική εμπειρία ζωής, εκείνη του να μάθει να οργανώνεται από μόνο του. Όμως για να μάθει να οργανώνεται από μόνο του πρέπει να έχει μπροστά του τον ελεύθερο χρόνο για να μπορέσει να το κάνει.

Το παιδί συνεχίζει να μεγαλώνει εξαρτώμενο από μια οργάνωση που είναι έξω απ’ αυτό, όπως ένα μωρό που μόλις γεννιέται και τα εφόδιά του για αυτονομία υπάρχουν μέσα του σαν σπόροι, που δεν μπορούν να αναπτυχθούν γιατί δεν ποτίζονται, και έτσι η αδυναμία του με το χρόνο μεγαλώνει.

Παραμένει ωστόσο το γεγονός πως η δική μας κοινωνία, έτσι όπως είναι συνήθως οργανωμένη, φαίνεται να είναι ελάχιστα κατάλληλη τόσο για τα παιδιά, αλλά και για τους γονείς τους, όπως ακριβώς φαίνεται να είναι και για τα ηλικιωμένα άτομα.

Μια παρέμβαση που θα ήταν λογική, σε αυτήν την κατάσταση, θα μπορούσε να είναι στα ωράρια εργασίας, ώστε να επιτρέπουν να έχουμε λίγο παραπάνω χρόνο στη διάθεσή μας για τα παιδιά, αλλά και το ζευγάρι για να καλλιεργήσει τη σχέση. Αυτό είναι σίγουρα ένα από τα καλύτερα δώρα που οι γονείς μπορούν να κάνουν στα παιδιά τους και που εμείς οι ενήλικες μπορούμε να κάνουμε στις επόμενες γενιές. Εντωμεταξύ δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να θέσουμε περιορισμούς, επιλέγοντας ως απόλυτη προτεραιότητα το χρόνο για να ακούσουμε εμάς τους ίδιους και τα παιδιά μας.

Κάθε φορά που οι γονείς καταφέρνουν, έστω και με μεγάλο κόπο, να αρνηθούν πράγματα που νωρίτερα θεωρούνταν απαραίτητα, με στόχο να εξοικονομήσουν χρόνο για τον εαυτό τους και για τη μεταξύ τους σχέση ως ζευγάρι, άμεσα ωφελούνται και τα παιδιά τους. Όπως είπε κάποτε ένα κοριτσάκι στη μητέρα του, «Μαμά, εσύ να φροντίζεις να είσαι εσύ ευτυχισμένη, γιατί έτσι, στη συνέχεια, είμαι και εγώ».

Ο Nathanielsz αναφέρει:

Ο τρόπος που ζούμε είναι συνέπεια του ποιοι είμαστε, και εντωμεταξύ συμβάλλει και στη διαμόρφωσή μας. Η μεγάλη αύξηση των καρδιακών παθήσεων, του έλκους στομάχου, των κεφαλαλγιών και άλλων αρνητικών εκδηλώσεων στρες στο εσωτερικό μας επίπεδο, δείχνει ότι πολλά πράγματα στον καθημερινό μας τρόπο ζωής δε βρίσκονται σε αρμονία με τη βιολογική μας δομή. Γενικά, δεν είμαστε καλά με τον εαυτό μας...

Υπήρχε κάποτε ένα παιδί που ήταν πάντα σκυθρωπό, γιατί η μαμά του δεν μπορούσε να του δώσει τρυφερότητα. Η δουλειά της την απασχολούσε πολύ, οπότε είχε πάντα πολλά να κάνει. Η μαμά αντιλήφθηκε τη λύπη του και του είπε: «Γιατί είσαι τόσο λυπημένος;»

Το παιδί δεν μπορούσε να της δώσει κάποια εξήγηση. Εκείνη για να το κάνει να γίνει περισσότερο χαρούμενο, του αγόρασε τα καλύτερα παιχνίδια, αλλά αυτό και πάλι δεν ήταν χαρούμενο. Τότε, λοιπόν, άλλαξε δουλειά, γιατί κατάλαβε πως στο παιδί της έλειπε η στοργή. Η νέα δουλειά τής επέτρεπε να μένει περισσότερο χρόνο μαζί του, και έτσι και εκείνο έγινε και πάλι ήρεμο.

Πηγή: «Το παιδί που χάθηκε», Alba Marcoli, UNIVERSITY STUDIO PRESS

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Η χώρα των ρολογιών του Μανώλη Σκαρσούλη

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ