Την πάντρεψαν στα 13 της χρόνια, με το ζόρι...Γεννήθηκε και ζούσε, σε ένα χωριό της Μακεδονίας...
Πήγαινε σχολείο και ήταν πολύ καλή μαθήτρια...και είχε όνειρα...
Εκείνος 30 χρονών, υπάλληλος του δημοσίου, από την Κρήτη
την είδε και την ερωτεύτηκε...Δεν τον πείραζε η διαφορά ηλικίας, ήθελε να την αποχτήσει, με οποιοδήποτε τρόπο.
Η μάνα της, που ήταν συνήλικη με τον μέλλον γαμπρό της, θεώρησε ότι έπιασε τον πρώτο λαχνό του λαχείου...
Η μικρή Ιωάννα, δεν ήθελε, αντιδρούσε, φώναζε και έκλαιγε...και τότε η μάνα σήκωνε χέρι και την έκανε μαύρη στο ξύλο...
Η γιαγιά της, το ίδιο...λες και τους ήταν βάρος το κοριτσάκι...
Μετά που την αρραβώνιασαν, βρήκε το κουράγιο και του είπε, ότι δεν τον θέλει και τον έστειλε στα τσακίδια...Όμως πάλι η μάνα με την γιαγιά της πήγαν και τον βρήκαν, του είπαν ότι μετάνοιωσε η μικρή και τον θέλει πάλι πίσω...
Την ημέρα του γάμου, τα μάτια της ήταν πρησμένα από το κλάμα...Το νυφικό, ήταν κλειστό μέχρι πάνω και μόνο το μακρύ μανίκι ήταν δαντέλα...Το είδε ο γαμπρός και έγινε έξαλλος...διέταξε να φέρουν μια εσάρπα να την φορέσει...
Δεν είχε μάθει να σηκώνει κεφάλι, από πολύ μικρή...Μόνο με την βία ήξεραν να της φέρονται οι γονείς της και με τον ίδιο τρόπο συνέχισε και ο άντρας της...
Της απαγόρευε να βγει από το σπίτι, ποτέ δεν την πήγε μια βόλτα, το φαγητό με το σταγονόμετρο, αλλά από ξύλο, την είχε χορτάσει...
Λίγα χρόνια μετά το γάμο την έφερε στο Ρέθυμνο, την άφησε με τους γονείς του και αυτός ξαναγύρισε στην Αθήνα και έκανε τη ζωούλα του για πολλά χρόνια...
Η Ιωάννα ήταν η υπηρέτρια των πάντων...Στο χωριό δεν είχαν τουαλέτα τα πεθερικά της...Είχαν ένα μικρό δωματιάκι στην αυλή, που έκαναν την ανάγκη τους...Κάθε πρωί, έβαζαν την Ιωάννα, να τα μαζεύει με το φαράσι και να τα πηγαίνει κάπου μακριά να τα πετάει...Κανείς δεν έκανε τίποτα, αφού είχαν την υπηρέτρια τους...
Αργότερα όταν γύρισε ο άντρας της, ακόμα χειρότερα...Όλο το σόι μετακόμισε στο σπίτι της, στην πόλη...Πεθερικά, κουνιάδοι, ξαδέρφια...Κέντρο διερχομένων...Μαγείρεμα, πλύσιμο στο χέρι, σιδέρωμα και το βράδυ για πληρωμή, την μελάνιαζε στο ξύλο...
Είχε πολύ χρήμα, ο άντρας της, που το σκορπούσε εδώ κι εκεί για να κάνει τον καλό...Τον εκμεταλεύτηκαν οι πάντες...
Πουλούσε την περιουσία που είχε μισοτιμής σε αυτούς που του το έπαιζαν φίλοι, αλλά στο σπίτι του με το δράμι και το σταγονόμετρο, όλα...Και περνούσαν τα χρόνια...και μεγάλωναν... και ο χαραχτήρας του από το κακό στο χειρότερο...
Το μόνο που κατάφερε σε αυτά τα χρόνια ή Ιωάννα, ήταν να πατήσει πόδι και να πιάσει δουλειά...μετά από σκληρές μέρες και νύχτες, που πέρασε κλειδωμένη μέσα στην τουαλέτα, για να γλιτώσει τη ζωή της από τον σίγουρο θάνατο...
Μα ο Θεός του φύλαγε τα καλύτερα για το τέλος...
Ένα δυστύχημα τον έριξε, σχεδόν παράλυτο στο κρεβάτι...Κανείς δεν περίμενε ότι θα ζήσει...Της ζήτησε συγνώμη για όσα της έκανε...είχε την ανάγκη της τώρα...
Εκείνη τον περιποιήθηκε σαν να ήταν μικρό παιδί, για πολύ καιρό, μέχρι που κατάφερε και έγινε καλύτερα...
Καθόταν δίπλα του μια μέρα και έβλεπαν τηλεόραση...όταν έννοιωσε κάτι να περνάει ξυστά από το αυτί της και της έριξε χάμω τα γυαλιά της...
Ήταν το μπαστούνι του...σε μια τελευταία του προσπάθεια για να την σκοτώσει...''Θα πεθάνω εγώ και θα ζεις εσύ;'', της είπε...''όχι θα σε πάρω μαζί μου''...
Δεν έγινε το δικό του αυτή τη φορά , ...εκείνος πέθανε και εκείνη επιτέλους ανάσανε...
Και πήγε να δει τους γονείς της, που ποτέ δεν τους συγχώρεσε, που της κατάστρεψαν τη ζωή, τους αγαπούσε όμως, όπως αγάπησε και τον άντρα της στο τέλος σαν ανύμπορο άνθρωπο...όπως έμαθε να αγαπάει τα ζωάκια, που έδιναν αγάπη σαν εκείνη και ποτέ δεν ζητούσαν τίποτα...
Οι γονείς της κόντευαν τα εκατό πιά, αλλά οι χαραχτήρες δεν αλλάζουν...
Την κράτησαν εκεί ένα χρόνο...Κάθε φορά που ήταν έτοιμη να φύγει, κάποιος απο τους δυό αρρώσταινε... και καλά...
Της φώναζαν και της φερόταν λες και την μισούσαν, λες και δεν ήταν παιδί τους, δεν σεβάστηκαν την πληγωμένη της ψυχή...Μέχρι και χαστούκια της έριξε ο πατέρας της...Της απαγόρεψε να κοιμάται, να μιλάει, να φοράει κοντομάνικο, να φοράει παντελόνι...
Την ημέρα που θά έφευγε από το πατρικό της, έτσι για αντίο, η μάνα της σκότωσε μπροστά της, το γατάκι που τόσο αγαπούσε η Ιωάννα...το έπνιξε μέσα σε μια σακκούλα με νερό...έτσι για να την κάνει να πονέσει...
Σαν να της έλεγαν όλοι οι πρωταγωνιστές της ζωής της...''ΣΕ ΜΙΣΩ ΓΙΑΤΙ ΞΕΡΕΙΣ ΝΑ ΑΓΑΠΑΣ''...
Αληθινή ιστορία
Κατερίνα Βοτζάκη
