-Σάντολα(1)... σάντολα Μαριγώ, που το λέεις; τέθοια ώρα και δε ν-άναψες ακόμη το λύχνο σου!
-Καλώς τη Χρυσώ, είντα καιρός σ’ έφερενε οθέ νε(2) παέ(3), πολύ γ-καιρό ‘χεις να φανείς και θάρρουνε πως έχασες τη στράτα... Εγώ άρμεγα τη ν-αίγα στο κατώι(4) μα πρέπει πως αποστείρωσενε μπλιο(5) και δε γεμίζει μουδ’ ως τη μέση το μικιό κουνενό(6). Πολεμώ να μαζώξω μια ουλιά(7) ξυνόγαλο, να ψήσω ξυνόχοντρο να τονε – ξεράνω απού χρειάζεται το χειμώνα να τονε βράζω να πίνει ο σάντολός σου καθ’ αργά, απού κουζουλένεται από τη ν-ονοστιμία ν-του, δίνε του ξυνόχοντρο και πάρε το νου ν-του! Οπέρυσις είχα γεμισμένα δυο τσουβαλάκια κι ούλο το χειμώνα τονε φραθήκαμενε(8).
Ε! Κάτσε λωδά(9) στον γ-καναμπέ και πε μου είντα θέλεις, γιατί ’χεις μωροπαίδι και αφορούμαι(10), πως δε σου απομένει ώρα για κουβέντα. Πε μου παιδί μου, καθαρά και ξάστερα(11) είντα θέλεις από του λόγου μου, κι α μπορώ θα το κάμω.
-Μια χάρη θα σου ζητήσω σάντολα, ανέ μπορείς να μου κρατήξεις το κοπέλι, να πάω στη χώρα στο Νοσοκομείο, απού μου μηνά η παλιά μου σπιτονοικερά, η κυρία Ευανθία πως θέλει να πάω εξάπαντος.
-Μα πε μου δα, είντα ’χει η κακομοίρα επαέ(12) στο χωριό λένε πως έβγαλενε το κακό βγαρτό στο βυζί και δε γλιτώνει.
-Ετσά τ’ άκουσα κι εγώ και κάθε φορά που πάει χωριανός να τη δει μας μηνά να πάω να μου πει ένα μυστικό, τη ν-αγαπώ και τη σκέφτομαι μα που θ’ αφήσω το κοπέλι μου απου ’ναι πολλά μιτσό και το βυζάνω ακόμη.
-Κακομοίρα η χωριανή μας η Ευανθία, σιόκαιρες είμαστονε και εβδομηνταρίζομενε μπλιο(13), μα είντα τανε η ομορφάδα τζη, μια φορά το κορμί τζη όμορφο, λυγερό, τα μάθια αμυγδαλωτά, μαύρα κουργιάλι(14), τα μαλλιά τζη σγουρά. Αναστορούμαι τη μαντινάδα απου τση πενε μια φορά, ένας λυρατζής όντα ν-εχόρευγενε στο πανηγύρι του χωριού: «Στρογγυλομηλοπρόσωπη παιχνίδι των αγγέλω..., στάσου δα γιατί εμπεράτωσενε(15) ο παντέρμος μου νους και δε μπορώ να τη ξεμπουρδουκλώσω(16), εγέρασα ζάβαλε και ούργιασενε(17) ο νους μου, ας είναι δα, για τη χωριανή μας την ν-Ευανθία ελέγαμενε.... Ήτανε η άζουδη(18), φτωχοπούλα κι έκανενε μεροκάματα, αλλά εμπουμπουλώνουτανε(19) με άσπρα μαντήλια και έραφτενε γάντια από παλιόρουχα και τα φόριενε στα χέρια τζη και ήτανε πάντα τζη αμάλαγη σα τζι γυναίκες τση πολιτείας. Με τη πράσινη καρυδότσουφλα έβαφενε τα χειλάκια τζη. Εχτύπανε το γάλα τσ’ αίγας και με το ν-αφρό επασάλοιφενε τη μούρη τζη. Ύστερα επήγαινε φαμέγια στη χώρα, έκανενε οικονομία, αγόρασενε ένα σπιτάκι, επαντρεύτηκενε το γ-Κανάκη το μπακάλη και έζησενε στη μ-πολιτεία ως ήθελενε ο Θεός κι γι όρεξή τζη.
-Εσύ νονά, αναστοράσαι πως επήγαινα στη μοδίστρα στη χώρα και ενοίκιαζα στο σπίτι τζη, ήτανε πάντα τζη στη ν-τρίχα. Καθαρή, μοντέρνα, καλοντυμένη... κυρά κι αρχόντισσα. Είχενε και καλοσύνη και ευγένεια, αλλά αν έχει το κακό βγαρτό... πάει! Ήθελα να κατέω(20) ειντά ‘ναι το μυστικό απού θέλει να μου πει, γι’ αυτό κράτηξέ μου, σε παρακαλώ το κοπέλι από το πρωί ως τ’ απομεσήμερο απού θα γιαγύρω. Θα ξεκινήσομε αποδιαφώτιστα με το ν-άντρα μου και θα ρθομενε μονημερίς. Εγώ θα καβαλιξέψω στη φοράδα του μπάρμπα μου του Μαθιού και ο άντρας μου στο γαϊδαρό μας, αν σου κλαίει το μωρό βράσε νερό με ’να γ-κουκί αλεύρι και ζάχαρη κάμε θολόσταση να το ταϊσεις.
Άφηκενε το κοπέλι τζη στη σάντολα η Χρυσή και πήγανε στο Νοσοκομείο.. Ετρομαριαστήκανε μόλις αντικρίσανε την κυρία Ευανθία. Είχενε απομείνει μόνο ο σκελετός τση. Με δυσκολία ανάπνεγιενε, δε ν-εμπόριε να μιλήσει αδυνατά. Μόλις με είδενε, ανάβλεψενε. Ένα τσιμογέλασμα εφάνηκενε στα ολόμπλαβα χείλια τζη. Έκανε προσπάθεια να σηκώσει το κοκαλιάρικο χεράκι τζη μα δε ν-τα κατάφερενε. Τότε σας έδειξε με το βλέμμα το συρτάρι. Εκατάλαβα και το τράβηξα, έβγαλα από μέσα ένα μικρό τσαντάκι. Μου ’καμενε νόημα να σκύψω κοντά στα χείλη τζη και τότεσας μου ψιθύρισενε: «Βγάλε τσι τρίχες από το μουστάκι μου, να μη με φιλούνε αύριο απού θα ποθάνω οι γι άθρωποι να τσι τσιτώνω». Αμέσως με το τσιμπιδάκι που ηύρικα στο τσαντάκι άρχισα ν’ αφαιρώ τις τρίχες. Η Ευναθία έκανε υπομονή, όταν τελείωσε το «καθάρισμα» επήρα τη γ-κρέμα και την έτριψα στο πρόσωπο, τη φίλησα, την αποχαιρέτησα, εκείνη μου ψιθύρισε «ευχαριστώ».
Μια γαλήνη απλώθηκε στο κουρασμένη της πρόσωπο, άφησε η κυρία Ευανθία τη τελευταία τζη αναπνοή, ευχαριστημένη πως θα τανε μια όμορφη νεκρή.
Υ.Γ. Αληθινή ιστορία
Λέξεις
1) σάντολα = νονά
2) οθενέ (επιρ.) = προς αυτό το μέρος
3) επαέ = εδώ
4) κατώι = κάτω πάτωμα
5) μπλιο (επιρ.) = πια
6) κουνενο = πήλινο κανάτι
7) μια ουλιά = μια σταλιά
8) φραθήκαμε = ευφρανθήκαμε
9) λωδα = λέω εδά
10) αφορούμαι = υποψιάζομαι
11) καθαρά και ξάστερα = ειλικρινά
12) επαέ = εδώ
13) μπλιο = πια
14) κουργιάλι = διαυγές
15) εμπεράτωσενε = επεριπλέχτηκε
16) ξεμπουρδουκλώνω = ξεχωρίζω, ξεκαθαρίζω
17) ούργιασε = εκλούβιασε, εχάλασε
18) άζουδη = άτυχη
19) μπουμπουλώνομαι = σκεπάζομαι
20) κατέω = ξέρω
