ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Αμερκάνος της Ευγενίας Ζαμπετάκη

0

Εφύγανε και οι τελευταίοι βεγγεριστάδες από το χαμόσπιτο του «Αμερικάνου». Ανακουφίστηκενε η Φιλιππάκαινα, ακόμη δε ν-είδενε και καλά - καλά το γιο τζη κι είναι δα τρεις μέρες ορθομένος1. Δε λείπουνε οι γι-ανθρώποι από το σπίτι τζη ολομερνήσιως τση μέρας, ας είναι καλά. Ευτυχώς απούχει γύρου-γύρου πεζούλες πέτρινες, έστρω­σενε από πάνω κουρελούδες και κάθουντανε οι γι-ανθρώποι, εδαλλιώς2 είντα θελα τσι κάνει, που καρέκλες να κάτσουνε τοσινά νομάτοι.

Απόβγανενε ο Φιλιππάκης τσι τελευταίους χωριανούς, επρεμά­ζω­ξενε3 απού το ν-τρόχαλο4 δύο – τρία σκιζαράκια5, τά φερενε μέσα τα σφεντούριξενε στη φωθιά και είπενε τση Φιλιππάκαινας.

Σύμπανε6 μπρε τη φωθιά, απόψε θα βεγγερίσομενε με το κοπέλι μας. Εκοντοσίμωσέ τζη, άπλωσενε τα κατσουνιασμένα7 από τα γεράματα χεράκια ν-του, εστελιώθηκενε8 στα πονεμένα ποδαράκια ν-του, ανατσάρωσενε9 μια ουλιά και τση ’πενε με παράπονο:

«Σύμπαινε γραι μου τη φωθιά

τσ’ αγάπης να μη σβήσει

γιατί η ζωή χωρίς εσέ

βάσανα θα γεμίσει».

Πόση χαρά ένιωθενε ο μΠαντελιός για τις γονέους του, απού δε ν-είχανε άλλη δροσιά στη ζωή ν-τωνε παρά μόνο αγάπη, ούλα τ’ άλλα, πλούτη, καλοπέραση, μέγαρα, λεφτά τους λείπανε, αλλά και πόσο άχρηστα ήταν για την ευτυχία τους…

Ελαμπουρδάνιασενε10 η φωθιά, εκάτσανε τα δυο γεροντάκια εβάλανε στη μέση το μοναχοπαίδι ντωνε, εγλυκοκουβεδιάσανε εκάμα­νε σχέδια για το μέλλον, εκαληνυχτήσανε οι γονέοι και πήγανε να κοι­μη­θούνε.

Δε ν-είχενε ύπνο ο «Αμερκάνος, εντουσούντιζενε11 τα πρώτα χρόνια τση ζωής του σε τούτονά το χωματένιο καλυβόσπιτο… Θυμάται καθ αρχή του Φθινόπωρου πως εφέρνανε λεπίδα12 τη σπούσανε με κοπανίδες και τη στρώνανε στη σκεπή του σπιθιού, τη καταβρέχανε, τη μ-πατούσανε με τα πόδια ντωνε, για να εμποδίσουνε τη βροχή. Αυτό κάνανε ούλοι οι φτωχοί του χωριού. Μόνο ο πλούσιος γείτονας ο Κωσταντής απούχενε τη φάμπρικα13 και τσι πολλές περιουσίες, επλέρωσενε πολλά λεφτά και καμενε τη δίπατη σπιταρώνα με τα κεραμύδια στην οροφή και τα ξύλινα πατώματα. Στη σκιανιάδα τουτουνά του μεγάρου, βρισκότανε το χωματένιο καλυβάκι του Φιλιππάκη. Αναστοράται το μ-πατέρα ν-του απού τού λεγενε με παράπονο: «Πώς τονε βαστά παιδί μου ο Θεός, αυτός δε ν’ αφήνει μούτε τον ήλιο να μα σε ζεστάνει…

Εδά όμως αύριο κιόλας θ’ αρχίσουνε να χτίζουνε και το μέγαρο του «Αμερκάνου» δίπλα στο μέγαρο του γείτονα. Εδιάλεξενε τσι καλύτερους μαστόρους, ενοίκιασενε τέσσερεις κυρατζήδες14 απού τα γυρωχόριουλα και κουβαλούσανε από τη χώρα τα καλύτερα υλικά, λεφτά είχενε μπόλικα και το χτίσιμο δε θα ξαργούσε.

Όπως τά ’χενε υπολογισμένα σε έξε – εφτά μήνες το μικρό χωριό εστόλιζενε ένα μέγαρο απού δε ν-τό βριχνες μούτε στη μ-πολιτεία. Εξεπέρασενε το μέγαρο του γείτονα. Δίπατο! Είχενε ανώγια και κατώγια. Οι απάνω κάμερες στρωμένες με ξύλινα πατώματα, οι οροφές σκεπασμένες με κεραμύδια και ξύλινα ταβάνια, οι τοίχοι βαμμένοι με χρώματα και οι οροφές ζωγραφισμένες, πορτοπαράθυρα ξύλινα φρεσκοβαμένα, ταράτσες και σκάλες στολισμένες με κάγκελα, την ο­μορφιά ντου δε τη ν-είχανε ξαναθωρώντας τα μάθια των ανθρώπω. Ήρθε η Κυριακή ημέρα των εγκαινίων. Απολείτουργα επόρισενε ο «καλεστής» και κάλιενε από πόρτα ούλο ν-το χωριό, να πάει στο σπίτι του «Αμερκάνου». Οι γονέοι εστολισανε τσι κόρες τωνε γιατί ψυχανεμί­ζουντανε15 πως μια απ’ ούλες θα διαλέξει ο Αμερκάνος, γιατί σάϊκα εδά πού χτισενε τα σπίθια είτανε μπεϊλλί16 πώς θα παντρεφτεί. Ποιος πατέρας δεν ήθελενε να κάμει γαμπρό τον «Αμερκάνο», πλούσιο, κοσμογυρισμένο, με τα ωραία ρούχα και το αριστοκρατικό παρουσια­στικό; Ποια κοπελιά δε θα ’τανε ευτυχισμένη ν’ απλώσει τα προυκιά τζη και τα κεντήδια τζη σ’ αυτό τ’ αρχοντικό;

Το μεσημέρι όλα σχεδόν ήτανε έτοιμα στο μέγαρο του μ-Παντελιού. Τα ψητά τσι φούρνους εμοσκομυρίζανε, τα βραστά στα καζάνια ανακατώνανε οι καλύτεροι μάγειροι, τα τραπέζια στρωμένα με ολοκέντητα τραπεζομάντηλα.

Οι πρώτοι καλεσμένοι εφτάξανε. Πρώτος ο παπάς να κάμει το ν-αγιασμό για τα καλορίζικα το σπιθιού. Στη κάτω μεριά τση σκάλας εστέκουντανε ο Φιλιππάκης, εσήκωνενε τη χέρα ν-του έδειχνενε το σπίτι κι έλεγενε χαρούμενος.

- Περάστε! Περάστε! Στο πελώριο… στο πελώριο.

Ούλα ν-τα θώριενε ο Κωσταντής από μια τρύπα του τοίχου τση ταρά­τσας του. Τα γέλια και τα χάχαρα των χωριανών εγίνουντανε μαχαίρια και τον εσφάζανε, η οργή και η ζήλεια του ξεσκίζανε τη γκαρδιά, ούτε σκέφτηκενε να λάβει μέρος στο κάλεσμα του γείτονα. Μα είντα λες εδά να γενεί ίσος με το ν-εργάτη ντου; Να φάει και να πιεί μαζί ν-ντου; Μούτε ο Θεός δε ν-τό πενε. Πώς μπορεί να καταλαγιάσει17 η ψυχή ντου. Μαύρες μέρες θα περάσει από πα κι ύστερα, να θωρεί μέρα νύχτα το μέγαρο τ’ «Αμερκάνου» είντα ναι το δικό ν-ντου σπίτι μπροστά στο σπίτι του γείτονα; Ένα παλιόσπιτο…

Ούλοι οι χωριανοί εκτός από το γείτονα ήρθανε και κάτσανε στο «πελώριο». Οι κοπελιές εξανήγανε με αγωνία προς τα πού θα πέσει το βλέμμα του γαμπρού, ποια θα ’ναι άραγες η τυχερή απού θα μπαινο­βγαίνει να ρέμπεται18 τέθοιο παλάτι;

Ο γαμπρός εκέρνανε ένα κόκκινο γλυκό πιοτό.

- Θα πάρετε ένα λικέρ; ερώτανε με ύφος αριστοκρατικό και μ’ αμερκά­νικη λαλιά. Κιαμιά κοπελιά δε τό ’βαλενε στο στόμα τζη, να μη ν-τη περάσει ο γαμπρός για μπεκρού. Εκέρασενε μετά αμερκάνικα γλυκά, μηλαράκια, αχλαδάκια, βελάνια, ζαχαρένια και ω! τα παντέρμα ονόστιμα!

Προτού κάτσουνε στο τραπέζι, θωρούνε το μ-Παντελιό να βάνει στη μέση του σπιθιού ένα γυαλιστερό μαύρο τραπεζάκι. Απάνω εκειά έθεκενε ένα μαύρο κουτί, σαν ένα μεγάλο τεψί, στρογγυλί. Εσήκωσενε το καπάκι κι ακούμπησενε ένα χερουλάκι απού ’χενε στην άκρα μια βελόνα, επάνω εκειά στο μαύρο κουτί. Την ιδιαμένη στιγμή ακούστη­κενε ένα τσαχάλισμα και μια ν-αδυνατή φωνή βραχνή φωνή έβγαινενε απ’ ένα μεγάλο χωνί, απού εξεκουρμούλωσενε19 το γ-κόσμο. Ούλοι παγώσανε από το φόβο ντωνε.

Είντα θέε μου είναι τουτονά; Ποιος μιλεί μέσα απού το βαλιτσάκι; - Ηγούγια μας ο σατανάς ο ξωρκισμένος μιλεί από μέσα από το βαλιτσάκι και τον έφερενε από την Αμερική να κάψει το χωριό μας, εφώνιαζενε φουρκισμένος ο παπάς, εσταυροκοπήθηκενε, έφτυξενε τρεις φορές το τραπεζάκι κι έψαλε: Κύριε ελέησον, κύριε ελέησον, φτου, φτου, φτου σου σατανά. Αναμάζωξενε γερά-γερά τα παπαδίστικα φουστάνια ν-του και εκατέβαινε τρία-τρία τα σκαλιά. Όξα ’πο πίσω τ’ ακλουθούσανε οι χωριανοί, επέφτανε ο ένας απάνω στο ν-άλλο και φτύνανε το ν-Αμερκάνο. «Φτου σου, Αντίχριστε, Τσαρλατάνε και εμαγάρισες το χωριό μας» κι εγλακούσανε να μη βγούνε από το γραμμόφωνο οι δαιμόνοι να βιστηριχτούνε. Ο Αμερκάνος εφώναζενε. «Ανθρώπινη φωνή ’ναι, δεν ν-είναι του διαόλου, γυρίστε πίσω» κιανείς δε ν-αντιγιάειρενε. Δε ντο χώριενε ο νους τωνε πως η φωνή τ’ αθρώπου μπορεί να γενεί κονσέρβα και να κλειστεί σε δίσκο. Στη γ-κάτω μεριά τση σκάλας ο Φιλιππάκης άπλωνε τα χέρια ν-του να τσι σταματήσει, να τωνε ’ξηγήσει. Αυτοί τρομοκρατημένοι εγλακούσανε και γινήκανε καπνός.

Στη ναπελιπισία ντου, ο Φιλιππάκης ανασήκωσενε τα μάτια του οθέ ν-τη νταράτσα του Κωστή, σίγουρος πως επαρακάτσεβενε οπίσω από το ν-τοίχο. Ο γείτονας έβγαλενε θριαμβευτικά τη γκεφαλή ντου και μασκάρευενε το ν-απελπισμένο γείτονα, μιμούμενος τη ψιλή φωνή ν-του. «Περάστε, περάστε στο “Βιλώριο”, στο “Βιλώριο”, “στο Βιλώριο” εξέπεσενε ακόμη και τη λέξη «Πελώριο» και τη είπενε «Βιλώριο».

Ετσά γινήκανε τα πράματα και ο μεν Κωνσταντής ικανοποιημένος εκοιμήθηκενε ύπνο βαρύ, απoύ το ν-είχενε χαημένο εδά και έξε μήνες απού χτίζουντανε το «Πελώριο», ο δε Αμερικανός επαντρεύτηκενε από ξένο χωριό. Μια ζωή τονε παρανομοιάζανε «Αντίχριστο».

(Όλη η ιστορία είναι αληθινή, έγινε στην αρχή του αιώνα του εικοστού και τα ερείπια των δυο Μεγάρων υπάρχουν ακόμη στο χωριό Ζουρίδι που απέχει 20 χιλιόμετρα από το Ρέθυμνο).

1. ορθομένος Μτχ Παθ. Παρκ. έχει έρθει

2. ειδαλλιώς = ειδάλλως

3. επρεμάζωξενε =εμάζωξε από γύρω-γύρω

4. τρόχαλος = σωρός από πέτρες

5. σκυζαράκια = μικρά κομμένα ξύλα

6. σύμπανε = ξεσκάλισε

7. κατσουνιασμένα = σκεβρωμένα

8. εστελιώθηκενε = εστηρίχτηκε

9. ανατσάρωσε = αναζωογονήθηκε

10. ελαμπουρδάνιασε = άναψε πολύ

11. εντουσούντιζε = εσυλλογίστηκε

12. λεπίδα = κόκκινο χώμα

13. φάμπρικα = μύλος που αλέθει ελιές

14. κυρατζήδες = άνθρωποι που έκαναν μεταφορές με άλογα

15. ψυχανεμίζουνται = διαισθάνονται

16. μπεϊλί = φανερό

17. καταλαγιάσει = ηρεμήσει

18. ρέμπεται = κυριαρχεί, εξουσιάζει

19. εξεκουρμούλωσε μτφ = εξεκούφανε

Ευγενία Ζαμπετάκη

συντ/χος δασκάλα

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Αμερκάνος της Ευγενίας Ζαμπετάκη

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ