ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Αμερκάνος της Ευγενίας Ζαμπετάκη

0

Πατούλιες – πατούλες(1) επχαίνανε οι χωριανοί στο σπίτι του Αμερκάνου και τονε καλωσορίζανε. Τα κουτσομπολιά εδίδανε και παίρνανε.

-Μπρε σύ Μαλαματένια, επρόβαλες του λόγου σου οθέ ν-τη μ-πάνω ρούγα να δεις τον Αμερκάνο; Ερώτανε η Ζαμπία στο δρόμο απού απάντηξενε(2) τη ξαδέρφη τζη.

-Είντα μ’ αφήκανε οι δουλειές και τα βάσανα Ζαμπιά μου, απού δε γκατέω μουδέ πότες είναι σκόλη, γή πότες είναι καματερή. Ίδια δα απού με θωρείς εκαταλάγιασα και στάθηκα στα πόδια μου μια ουλιά ώρα κι απόις ταλαποδέρνω(3) απόντε θα ξημερώσει ο Θός ίσαμε να βραδιάσει.

-Τυρρανούμαι καημέχαρη και ‘γω απού δε γατέω(4), ο Θεός να με βγάλει ψωματαρέ, μα φοβούμαι πως θα μπρουμουτίσω κιαμιά ώρα, και ντουσουντίζω(5) τα κοπέλια μου, απού θα ‘πομείνουνε μοναχά.

-Καλησπερίζω σας γειτόνισσες, είντα ‘ποκάνετε του λόγου σας;

-Καλώς τη γ-Καλλιώ από που ‘ρχεσαι και σε θωρώ κι αναμασείς, είντα καλολοείδια κρατάς, τη ρώτηξενε η Ζαμπιά.

-Επήγα ‘πο ταχιάς τση Φιλιππάκαινας και τση ‘πα τα «καλώς τα δέχτηκενε» και με τράταρενε αμερκάνικα γλυκά και είναι τα μ-παντέρμα ονόστιμα.

-Πως σου φάνηκενε μπρε ο Αμερικάνος, είδες τονε πουρί(6) γη έλειπενε; Τη ρώτηξενε η Μαλαματένια.

-Είδα τονε, εκειά κάθουντανε, μα μένα μπρε μου φάνηκενε κακοτελεμένος, δε λέω, έχει ψαχνώσει μια ουλιά, μα ‘ναι λωδα(7) κούντουρος σα ν-το ν-αφέντη ν-του . Στη γ-κουτρίκα(8) ν-του καταμεσής έχει χωρίστρα και τα μαλλιά ν-του αναχετζώνουνε(9) σα ν-του σκατζόχοιρου. Τα ματάκια μαύρα, μικιά – μικιά, χωσμένα κάτω από τα γυαλάκια ν-του απού ‘ναι τα μ-πατέρμα ολόχρυσα γύρου – γύρου, ο Θεός κατέει πόσα λεφτά κάνουνε.

-Μα αλήθεια ‘ναι μπρε πως εγίνηκενε γιατρός; ερώτηξενε η Καλλιώ.

-Κιάμε, είπενε η Μαλαματένια, η μάνα ν-του μπρε, εγλάκανε(10) μια ζωή τσι γιατρούς, γιατί ‘τανε αρρωσταρέ και επειδή φορούσανε γυαλιά, εθάριενε πως όσοι φορούνε γυαλιά είναι γιατροί. Επαδά(11) στο χωριό δε φορεί κιανείς τέθοιο πράμα. Αναστοράστε το πάθημα τση Γρηγοροκωστήδαινας απού μια ζωή η κακομοίρα δε ν-έφεγγενε να δει τη μύτη τζη. Απίς εδά εβλοήθηκενε(13) ο γιος τση το Ασπασιάκι του Σήφακα τη θυγατέρα, αναντράνισενε μια ουλιά, γιατί ανέμιζενε πως η νύφη απού ‘ναι νέα θα ξεχωρίζει και το μ-π-ψύλλο στ’ άχερα. Στο πρώτο αναραψίδι απού ‘καμενε η νύφη έδωκενε τση πεθεράς τη βελόνα και τη γκλωστή και τση πενε: «Αμπρούλιασέμου μάνα τη βελόνα για δε φέγγω...»

Ετότεσάς εδά η κακομοίρα η γραι αρχίνηξενε το μοιρολόι:

-Αχ νύφη μου κολόνα και πιος θα μας αμπρουλιάζει δα τη βελόνα!

1)    πατούλιες (ιταλ.) = ομάδες

2)    απάντηξε = συνάντησε

3)    ταλαποδέρνω = ταλαιπωρούμαι

4)    χατέω = ξέρω

5)    ντουσουντίζω = συλλογίζομαι

6)    πούρι = λοιπόν

7)    λωδά = λέω εδά, λέω τώρα

8)    κουτρίκα = κεφαλή

9)    αναχαιτζώνουνε = σηκώνονται όρθια

10) εγλάκανε = έτρεχε

11) επαδά = εδώ

12) απίς = αφού

13) εβλοήθηκενε  = επαντρέφτηκε

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Αμερκάνος της Ευγενίας Ζαμπετάκη

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ