Γράφει: Γιώργος Φρυγανάκης
Τον τελευταίο καιρό συντελέστηκαν τρία σημαντικά «αντιστασιακά» γεγονότα κατά της ιστορικής αμνησίας, που μόνο η άγνοια ή η μικροψυχία δεν θα υπογράμμιζαν τη σημαντικότητά τους.
Αναφέρομαι στην ημερίδα: «Η Ελληνική Μικρά Ασία μέσα στους αιώνες» του Συλλόγου Ρεθυμνίων Μικρασιατών στο «Σπίτι του πολιτισμού», που συνδυάστηκε με τα εγκαίνια της έκθεσης φωτογραφίας του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία: «Η Αττική και η Κρήτη υποδέχονται τους πρόσφυγες» στον ίδιο χώρο (Συνεργασία Βουλής, Δήμου και Μικρασιατικών Συλλόγων Ρεθύμνου). Έκθεση που κατέγραφε και αποτύπωνε μέσα από μοναδικά ιστορικά ντοκουμέντα τη διπλή εμπειρία της υποδοχής των προσφύγων που έδωσε την ευκαιρία να την επισκεφθεί πλήθος συμπολιτών μας και το σπουδαιότερο πολλά σχολεία μας.
Με το τρίτο… «ήρθε και έδεσε το κερασάκι». Και δεν χρησιμοποιώ τυχαία τη …γευστική αυτή φράση, καθώς πρόκειται για το βιβλίο που εξέδωσε ο Σύλλογος Ρεθυμνίων Μικρασιατών με τίτλο «Μνήμες γεύσης», και υπότιτλο «Συνταγές μαγειρικής και ζαχαροπλαστικής από τα Παράλια της Μικράς Ασίας».
Η εξαιρετική επιμέλεια και γενικά το… μαγείρεμα του βιβλίου ανήκει στον κ. Παρασκευά Συριανόγλου, πρώην πρόεδρο του Συλλόγου Ρεθυμνίων Μικρασιατών και νυν μέλος του Δ. Σ. του, γνωστό από προηγούμενα βιβλία του μικρασιατικού περιεχομένου, που κάποια βραβεύτηκαν και κάποια δραματοποιήθηκαν αποσπασματικά ή ολικά.
Σπεύδω να διευκρινίσω ότι δεν πρόκειται απλώς για ένα «τσελεμεντέ» με τυποποιημένες συνταγές φαγητών, γλυκισμάτων ή ποτών και τη διαδικασία παρασκευής των ή απλώς για μια νοσταλγική γευστική ξενάγηση στον πλούτο και τις διατροφικές συνήθειες της Μικρασιάτικης οικογένειας. Οι συνταγές είναι δεμένες με τη λαογραφία και την τοπική ιστορία, τα επαγγέλματα και τα μέσα παραγωγής, τις καλλιέργειες, την εμπορική κίνηση, τις θρησκευτικές επιδράσεις, την αλληλεπίδραση των μειονοτήτων, την προέλευση των πρώτων υλών (εισαγόμενων ή ντόπιων). Παράλληλα οι συνταγές αντικαθρεφτίζουν την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των καταναλωτών και ακόμη την τάση επίδειξης ή καταναλωτισμού.
Γενικά, μέσα από το βιβλίο «πλάθεται» ένας διάλογος με την ιστορία, την παράδοση, το πολιτισμό και θα έλεγα ότι επιβεβαιώνεται ότι το ex oriente lux (από την Ανατολή το φως) ισχύει και για στο γευστικό τομέα.
Πρόκειται για τις συνταγές που έφεραν - μαζί με τις μνήμες πόνου και τους πόνους μνήμης- οι Μικρασιάτισσες στις νέες πατρίδες τους, επηρεάζοντας την ελλαδική κουζίνα.
Στο βιβλίο πραγματοποιείται μια ξενάγηση στη διαρρύθμιση του μικρασιάτικου ημιαστικού σπιτιού, στην οικοσκευή, στα μαγειρικά σκεύη, που αναδείκνυαν την αξιοσύνη της νοικοκυράς, και στα σκεύη για την «ιεροτελεστία» του σερβιρίσματος. Μια ονοματολογία με ιδιαίτερη σημασία από γλωσσολογική και κοινωνιολογική άποψη.
Παράλληλα, γίνεται μια ιστορική αναδρομή που ανάγει την μικρασιάτικη κουζίνα στην αρχαιοελληνική και αίρονται κάποιες παρεξηγήσεις, όπως αυτή που ταυτίζει την ελληνομικρασιάτικη κουζίνα με την τούρκικη λόγω των αναπόφευκτων επιμειξιών τους ή θεωρεί την πρώτη βαριά και ανθυγιεινή.
Επισημαίνεται, επίσης, ότι Μικρασιάτες δημιούργησαν ένα από τα μεγαλύτερα γαστρονομικά αρχεία στον κόσμο, επηρεάζοντας με τις συνταγές πολυβραβευμένους μάγειρες, άλλο αν κάποιοι τις οικειοποιούνται ή τις εξευρωπαΐζουν και τις απανατολίζουν.
Το βιβλίο δεν παραλείπει να αναφερθεί στη μυστικοπάθεια αλλά και στις αφροδισιακές ιδιότητες που συνοδεύουν ορισμένες συνταγές.
Επίσης συμπληρώνεται με τις συμβουλές της Μικρασιάτισσας νοικοκυράς και ένα χρηστικό ευρετήριο.
Καταληκτικά και ανεπιφύλακτα συμπληρώνω ότι το βιβλίο «Μνήμες Γεύσης» αποτελεί μια ανοιχτή πρόσκληση για πλούσια γεύματα μνήμης. Η καλύτερη όμως συνταγή του είναι αυτή του… μαγειρέματος του ίδιου βιβλίου. ενός βιβλίου «νόστιμου»,βιβλίου καλαίσθητου και ταυτόχρονα δωρικού, που αξίζει να δωρίσουμε στον εαυτό μας και στους φίλους μας.
Με το καλό να γευθούμε τέτοιες συνταγές στα εγκαίνια του Μνημείου Μικρασιατικής Καταστροφής και Αλησμόνητων Πατρίδων, που οι μυρωδιές τους άρχισαν ήδη να διαχέονται στη ρεθυμνιώτικη ατμόσφαιρα!,.
