Ο συνεκτικός ιστός του κυρίαρχου λόγου, στη μετά το Μνημόνιο εποχή, οργανώθηκε γύρω από την παραδοχή του μονόδρομου της λιτότητας και των μεγάλων μεταρρυθμίσεων». Η λύση είναι μια και μοναδική. Δεν υπάρχει άλλη, γιατί η Ελλάδα χαρακτηρίζεται από έναν υστερούνταν καπιταλισμό και το συναφές έλλειμμα εκσυγχρονισμού. Δεν υπάρχει άλλη λύση, γιατί με το ένα ή τον άλλο τρόπο, είμαστε όλοι υπεύθυνοι για την κρίση. Δεν υπάρχει άλλη λύση, γιατί η ανάπτυξη εξαρτάται αποκλειστικά από τον ιδιωτικό τομέα και συνεπώς, πρέπει, πρωτίστως, να δημιουργηθεί το πλαίσιο για τον υγιή ανταγωνισμό, για την επιχειρηματικότητα, για τις άμεσες ξένες επενδύσεις. Δεν υπάρχει άλλη λύση, γιατί δεν μπορεί μια μικρή χώρα να επηρεάσει τη δομή της Ευρωζώνης, ενώ, χωρίς αμφιβολία, θα ήταν καταστροφική η αποχώρησή μας από αυτή.
Όλα τα άλλα αποτελούν υπεκφυγές. Όλα τα άλλα αποτελούν μεθόδευση, για να μην αλλάξει τίποτα στην χώρα μας. Να συνεχίσουμε κάνοντας τα χατίρια των συντεχνιών της Αριστεράς και των λοιπών λαϊκιστικών ομάδων. Ακόμα και η συζήτηση σχετικά με πιθανές εναλλακτικές λύσεις αποτελεί υπεκφυγή στην καλύτερη περίπτωση, γιατί στην χειρότερη προσεγγίζει τα όρια της προδοσίας. Ποιος δεν θυμάται τον Βενιζέλο και άλλους υπουργούς να διατυπώνουν με παρρησία τέτοιες κατηγορίες για όσους υποστήριζαν το «κούρεμα» του χρέους την περίοδο ανάμεσα στην υπογραφή του πρώτου και του δεύτερου Μνημονίου. Ποιος δεν θυμάται τον Σαμαρά να ισχυρίζεται πως και μόνη η εκφάνιση της λέξης αναδιαπραγμάτευση αποτελεί εθνική μειοδοσία; Όταν βέβαια του PSI, το κούρεμα δηλαδή, υπογράφηκε, αποτέλεσε ένα σημαντικό εθνικό κατόρθωμα που ελάφρυνε το βάρος του χρέους για όλες τις επόμενες γενιές Ελλήνων. Και, αντίστοιχα,. η λέξη αναδιαπραγμάτευση χρησιμοποιήθηκε υπερπληθωριστικά από την τριανδρία της μετέπειτα εμμονικά μνημονιακής κυβέρνησης, στην περίοδο, μεταξύ που των διαδοχικών εκλογών του 2012, ενάντια στον κίνδυνο της μονομερούς καταγγελίας – ίσως για αυτό και μειώθηκε τόσο η αξία της.
Σε όλες μα όλες τις διαδοχικές φάσεις της ελληνικής τραγωδίας –πριν από την υπογραφή του πρώτου Μνημονίου, το καλοκαίρι του 2011 με την υπογραφή του Μεσοπρόθεσμου προγράμματος, κατά τη διάρκεια των συζητήσεων του δεύτερου μνημονίου., η μεγάλη απειλή, ήταν, πάντοτε η έξοδος από το Ευρώ. Πριν από καθεμία από τις διαδοχικές κρίσεις, συνήθως πριν από κάθε «επόμενη» δόση, ο κυρίαρχος λόγος, με τη βοήθεια της τρόικας και την ευρωπαϊκών πολιτικών, επέμενε στο πόσο εύκολη θα ήταν μια ολοκληρωτικά καταστροφική απομόνωση της Ελλάδας, και συγχρόνως, στη βεβαιότητα πως οι ευρωπαίοι «εταίροι» διέθεταν ασφαλές σχέδιο προκειμένου να μην μεταδοθεί η ελληνική κρίση σε άλλες χώρες της Ευρωζώνης. Όταν η περιοδική κρίση τελείωνε και με δεδομένες τις «τελικές» λύσεις που είχαν κάθε φορά δοθεί, τα ίδια πρόσωπα με αφοπλιστική καταστροφική για την ίδια, αλλά θα δημιουργούσε δισεπίλυτα προβλήματα για την Ευρωζώνη.
λύση είναι μια και μον
Σε κάθε περίπτωση, λοιπόν, το ζήτημα είναι τι κάνουμε εμείς. Και παρ’ όλη την άβολη αλήθεια πως ήταν πάρα πολλές οι αναπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες που βρέθηκαν μετά το 2008 ταυτόχρονα σε κρίση, ανεξαρτήτως δημοσιονομικών δεδομένων και επικρατούντος μοντέλου, ο κυρίαρχος λόγος δεν σταμάτησε στιγμή, να προβάλει την ελληνική «ιδιαιτερότητα». Αποτελεί κρίσιμο στοιχείο του κυρίαρχου λόγου στο μέτρο που η παραδοχή της κάνει ισχυρότερο το credo περί του αναγκαστικού μονόδρομου της οικονομικής πολιτικής και της απόρριψης οποιασδήποτε σχετικά δυναμικής διαπραγματευτικής διάθεσης.
Η ΑΠΕΙΛΗ ΤΗΣ ΑΠΟΠΟΜΠΗΣ
Η απειλή αποπομπή της Ελλάδας από την Ευρωζώνη, πόσο αξιόπιστη υπήρξε αλήθεια όποτε εκφωνήθηκε. Η απάντηση σε έναν ορθολογικό κόσμο είναι ελάχιστα. Και εξηγούμαστε Από την έναρξη της κρίσης στην Ευρωζώνη συνέβησαν πολλά κερδοσκοπικά επεισόδια, με τα spreads να ανεβοκατεβαίνουν και τη μια χώρα μετά την άλλη να αντιμετωπίζει απαγορευτικά επιτόκια. Υπήρξαν έντονες επιθέσεις;, όχι, όμως, εκτός ελέγχου. Και αυτό που περιόριζε τους κερδοσκόπους ήταν πως είχαν να κάνουμε μια νομισματική ένωση και όχι με ένα απλό σύστημα σταθερών ισοτιμιών. Η απόφαση δημιουργίας της νομισματικής ένωσης υποτίθεται ότι ήταν αμετάκλητη, και,. συνεπώς, οποιοσδήποτε επένδυε σε μια χώρα της ένωσης δεν θα αντιμετώπιζε συναλλαγματικό ρίσκο. Δεν θα είχε λόγους, δηλαδή, να φοβάται μια υποτίμηση του νομίσματος. Θεωρητικά αυτό ακριβώς προσδίδει μεγαλύτερη σταθερότητα στις νομισματικές ενώσεις σε σχέση με τα συστήματα των σταθερών συναλλαγματ4ικών ισοτιμιών, στα οποία πάντοτε ελλοχεύει το ενδεχόμενο μια ή και περισσότερες από τι συνιστώσες χώρες να εγκαταλείψουν το σύστημα.
Η έξοδος, ή η αποπομπή της Ελλάδας από το ευρώ, θα είχε ως συνέπεια, με μια κίνηση, να μετατραπεί ουσιαστικά η Ευρωζώνη από νομισματική ένωση σε ένα σύστημα σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών. Στα μάτια των κερδοσκόπων, η πιθανότητα, μετά την έξοδο της Ελλάδας, να φύγουν και άλλες χώρες θα αυξανόταν αισθητά. Έτσι, οι πιέσεις που θα αναπτύσσονταν σε άλλες οικονομίες θα ήταν ασφυκτικές. Όσο είχαν καταθέσεις σε Πορτογαλικές ή Ισπανικές τράπεζες θα σκεφτόταν πολύ σοβαρά να μεταφέρουν τα χρήματά τους σε κάποια άλλη χώρα, περισσότερο ασφαλή, καθιστώντας πολύ πιθανή την κατάρρευση του πορτογαλικού και του ισπανικού τραπεζικού συστήματος. Τα κοράκια των χρηματαγορών θα προέβλεπαν βάσιμα ότι και άλλες χώρες δεν θα μπορούσαν να αντέξουν για μεγάλο διάστημα το φαύλο κύκλο των μέτρων λιτότητας –ύφεσης- μέτρων λιτότητας, ενώ ο κύριος άξονας της Ευρωζώνης, δεν θα δρούσε με τρόπο που θα τις απέτρεπε, βοηθώντας τις πραγματικά, από το να αποσυρθούν και αυτές από την ένωση.
Ωστόσο, το πρόβλημα δεν είναι, πρωτίστως, η διεθνής κερδοσκοπία. Στην περίπτωση του EMS στις αρχές του 1990., οι κερδοσκόποι επιτέθηκαν και κέρδισαν, γιατί στοιχημάτισαν σωστά ότι χώρες, όπως η Γαλλία, και η Ιταλία, δεν θα συνέχιζαν να δέχονται υψηλά επιτόκια, ενώ αντιμετώπιζαν πρόβλημα ύφεσης και ανεργίας και ενώ, επιπλέον, ο πληθωρισμός βρισκόταν υπό έλεγχο.
Στη σημερινή κρίση, γρήγορα έγινε εμφανές πως η οικονομική αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης ήταν ακατάλληλη για να αντιμετωπίσει, σε συνθήκες παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, τις πολλαπλές εσωτερικές ασυμμετρίες της, μαζί και τις αποκλίσεις ανάμεσα στις βόρειες οικονομίες και σε αυτές του Νότου. Η φύση του προβλήματος λοιπόν, είναι δομική, η κρίση της Ευρωζώνης είναι κρίση συστημική. Μπορεί η κρίση να φάνηκε ότι άρχισε από την Ελλάδα αλλά στον ειδικό της χαρακτήρα αφορμούσε από το γενικότερο πρόβλημα της ευρωζωνικής αρχιτεκτονικής. Υπό αυτές τις συνθήκες, η αποπομπή ή η οικειοθελής έξοδος ενός κράτους-μέλους θα άνοιγε τον ασκό του Αιόλου, για την πολύ πιθανή συνολική απαδόμηση της Ευρωζώνης, όπως ήδη έχουμε υποστηρίξει.
ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ Η ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΥΡΩ
Σε όλη την περίοδο ανάμεσα στην υπογραφή του πρώτου Μνημονίου και8 Μαΐου του 2010 και τη συμφωνία για τη νέα δανειακή σύμβαση του Φεβρουαρίου του 2012, το μιντιακό μας σύστημα σε ένα θέμα παρέμεινε αμετακίνητο. Μπορεί άλλοτε να συνηγορούσε υπέρ των σκληρών μέτρων και άλλοτε να τα κατηγορήσουμε ως αναποτελεσματικά και άδικα. Μπορεί, τις περισσότερες φορές,. να αποδεχόταν το βασικό εκβιασμό των πιστωτών και των εγχώριων συντρόφων τους ότι η μόνη εναλλακτική λύση στα μέτρα της Τρόικας είναι η χρεοκοπία και η έξοδος από το ευρώ, αλλά υπήρχαν και στιγμές που αυτός ο εκβιασμός αμφισβητούνταν, έστω και προσχηματικά. Το θέμα, όμως, των ιδιωτικοποιήσεων, δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του. Η απόδειξη της αλήθειας πως δεν απέτυχε το Μνημόνιο, αλλά, στην πραγματικότητα απλώς δεν εφαρμόστηκε ποτέ, ήταν, ακριβώς, το γεγονός πως δεν προχώρησαν οι ιδιωτικοποιήσεις.
Για πολλούς αναλυτές και δημοσιολόγους φαίνεται ως εάν οι ιδιωτικοποιήσεις ενσωματώνουν μαγικές ιδιότητες. Ενώ βραχυπρόθεσμα,. αυξάνουν τα έσοδα του κράτους και, έτσι, συμβάλλουν στη μείωση του χρέους, μεσοπρόθεσμα στηρίζουν την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας. Ιδιαίτερα σχετικά με το δεύτερο, ο ισχυρισμός είναι ότι η διεθνής εμπειρία, και η βιβλιογραφία, αναδεικνύουν ότι οι ιδιωτικοποιήσεις αυξάνουν το ρυθμό μεγέθυνσης και την παραγωγικότητα της οικονομίας και συγχρόνως βελτιώνουν τα έσοδα και τη κερδοφορία της επιχείρησης. Αλλά οι θιασώτες της φιλελεύθερης; οικονομίας, δεν στέκονται αποκλειστικά στο καθαρό οικονομικό επίπεδο. Θεωρούν ότι μέσω των ιδιωτικοποιήσεων, θα σπάσει επιτέλους ο κρατισμός, η διαφθορά και το πελατειακό σύστημα που στηρίζονται από το σύμπλεγμα κομμάτων –διαπλεκόμενων επιχειρήσεων-συντεχνιών και μ αυτόν τον τρόπο θα μεταβληθούν συνολικά οι μακροπρόθεσμες προοπτικές της χώρας.
Πόσο μπορούν οι ιδιωτικοποιήσεις να βοηθήσουν τα δημοσιονομικά μιας χώρας που βρίσκεται σε κρίση; Η λογική απάντηση είναι ότι μέσω πωλήσεων των περιουσιακών του στοιχείων το κράτος μπορεί να ξεπληρώσει τους πιστωτές του, αλλά ελάχιστα μπορεί να βελτιώσει τα δημοσιονομικά του. Ο 0λόγοςείναι απλός. Όταν το κράτος πο0υλάει ένα περιουσιακό στοιχείο, κάτι κερδίζει και κάτι χάνει. Αν χρησιμοποιήσει τα χρήματα, για να μειώσει το χρέος, τότε στα επόμενα χρόνια θα αντιμετωπίσει λιγότερα τοκοχρεολύσια. Από την άλλη, δεν θα έχει κάθε χρόνο τα κέρδη από την εταιρεία που ιδιωτικοποιεί. Αν ο ιδιωτικός τομέας θεωρεί ότι μπορεί να εκμεταλλευτεί καλύτερα το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο, τότε θα το αγοράσει ακριβότερα και συνολικά θα ωφεληθούν τα δημοσιονομικά του κράτους. Αν, όμως, το κράτος πιέζεται και αναγκάζεται να πουλήσει φθηνά, τότε συνολικά θα χειροτερέψουν τα δημοσιονομικά του.
ΕΠΕΝΔΥΤΕΣ ΣΩΤΗΡΕΣ
Το 2010 και ενώ ήδη ήταν σε εξέλιξη η ελληνική κρίση τρείς διακεκριμένοι Έλληνες οικονομολόγοι του εξωτερικού εξηγούσαν, βασιζόμενοι στην οικονομική επιστήμη, βεβαίως, ότι στην κατάσταση που βρισκόμαστε δεν υπάρχουν, πλέον λύσεις χωρίς να είναι επώδυνες «για όλους μας». Επεσήμαναν ότι η Ελλάδα χρειάζεται «μια επώδυνη χειρουργ8ική επέμβαση. Ευτυχώς, υπάρχει έτοιμη συνταγή, την οποία προσφέρουν οι επιτυχημένες περιπτώσεις της Σιγκαπούρης και της Κορέας, της Ιρλανδίας και της Πολωνίας, της Βραζιλίας και της Τουρκίας. Ο ιδιωτικός τομέας πρέπει να αναλάβει κατεξοχήν το κύριο βάρος της οικονομικής ανάπτυξης.
Πως, όμως, να το κάνει αυτό, όταν το πλαίσιο για τις επενδύσεις στη χώρα μας είναι ιδιαίτερα δυσμενές με διάχυτη κρατική διαφθορά με απειράριθμες ρυθμίσεις, με περιβαλλοντικούς περιορισμούς και με ανελαστικές εργασιακές σχέσεις. υπό αυτέ στις συνθήκες, είναι απόλυτα κατανοητό γιατί οι άμεσες ξένες επενδύσεις (ΑΞΕ) βρίσκονται στο επίπεδο του 1% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος όρος στην ΕΕ των 27 είναι 4% και ενώ ο ΟΟΣΑ υπολογίζει ότι, αν φτάναμε σε αυτό το μέσο όρο, ο ρυθμός ανάπτυξης θα μπορούσε να αυξηθεί κατά 0,5% ετησίως.
Στην ορθόδοξη οικονομική αντίληψη, οι άμεσες ξένες επενδύσεις προκαλούν πολλαπλές ευνοϊκές συνέπειες. Είναι φορείς θέσεων απασχόλησης, νέων τεχνολογιών, καινοτόμων οργανωτικών λύσεων. Είναι ο βασικός μηχανισμός που βοηθά τις αναπτυσσόμενες χώρες να συγκλίνουν με τις αναπτυγμένες. Οι ΑΞΕ ενσωματώνουν μια πιο προχωρημένη τεχνολογία και συνδράμουν, ώστε οι οικονομίες να αναπτύσσονται με γρήγορους ρυθμούς. Παγκοσμίως, υπάρχει ένας τεράστιος όγκος τέτοιων κεφαλαίων προς επένδυση. το να τίθενται εμπόδιο-ρυθμίσεις, ειδικές ρήτρες για θέσεις εργασίας, απαιτήσεις σχετικά με τη δύση της εισαγόμενης τεχνολογίας οδηγεί σε αδιέξοδο. Απλώς, οι επενδύσεις θα γίνουν σε κάποια άλλη ;χώρα.
Ασφαλώς δεν υπάρχει κάτι καινούργιο σε όλα αυτά. Οι τρείς συμπατριώτες οικονομολόγοι απλώς επαναλαμβάνουν τις βασικές αρχές της «Συναίνεσης της Ουάσιγκτον». Το πλαίσιο της πολιτικής, που προτεινόταν για όσες αναπτυσσόμενες οικονομίες βρίσκονται σε κρίση, δεν διαφέρει ούτε στις λεπτομέρειες από αυτό που αντιμετώπισε η Ελλάδα μετά από το Μνημόνιο το 2010. σφικτές δημοσιονομικές πολιτικές χαμηλοί φορολογικοί συντελεστές, ιδιωτικοποιήσεις και απορρυθμίσεις, έμφαση στη φιλελευθεροποίηση της εισροής άμεσων ξένων επενδύσεων.
Αν κάτι κάνει εντύπωση εξαρχής είναι η σιγουριά των τριών οικονομολόγων: Σε κανένα σημείο της αφήγησής τους δεν εμφανίζεται ίχνος αμφισβήτησης. Πουθενά δεν υπάρχει η παραμικρή νύξη, έστω, για πιθανές αδυναμίες της προτεινόμενης στρατηγικής, για τις περιπτώσεις που δεν απέδωσε, για αντιπαραδείγματα όπου η επιτυχίας ήρθε μέσω άλλης οδού. Κανένας αναγνώστης των άρθρων τους δεν θα μπορούσε καν να υποψιαστεί ότι αναπτύσσεται έντονη αμφισβήτητη τόσο για τη θεωρητική βάση της πρότασής τους όσο και για τα συγκεκριμένα παραδείγματα που επικαλούνται.
Πηγές : Ανδριόπουλος Νίκος «HOT DOC»
Ανδρέας Μεσημέρης «Μυρωδιά σταριού»
Κων/νος Πούλης «Φόρος στους Ρακοσυλλέκτες»
