ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Αμερικάνος της Ευγενίας Ζαμπετάκη

0

Το κολατσιό ποθές(1) ακούστηκενε η μουζίκα του ταχυδρόμου, του κυρ – Ηλία στο πρόβαρμα του χωριού κι ώστε ν’ ανοιγοκλείσεις τα μάθια σου, έφταξενε στη μεσοχωριά.

Εξεπέζεψενε απ’ όξω απού το ντουκιάνι του Φακιδοκωστή, ανασήκωσενε τη μ-πέτσινη τσάντα από τα σκαρβέλια του σαμαριού τση κτηματσερής και κόνεψενε μέσα. Έκατσενε σε μια γ-καθέκλα, έθεκεν το χαρτοφύλακα στα γόνατά ν-του κι έβγαλεν’ από μέσα ένα τσούρμο(2) εφημερίδες και γράμματα. Ακούμπησενε στη μύτη ν-του τα ματογυάλια να θωρεί τα γράμματα να τα διαβάζει και οι χωριανοί απού τανε εκειά αναμαζωμένοι, επεριμένανε ν’ ακούσουνε τ’ όνομά ντωνε. Απής επαραλαβαίνανε το γράμμα το πηαίνανε στο ν-Αναγνώστη, τον άρχοντα το Κωστή να τω ντο διαβάσει. Άλλος κιανείς δε ν-εκάτεχενε γράμματα στο χωριό μόνο αυτός και ο παπάς.

Αρχίνηξενε το λοιπός ο κύριος Ηλίας ο ταχυδρόμος να διαβάζει τα ονόματα:

-Στρατής Φιλιππάκης

-Στο χωράφι ζάβαλε επόρισενε ταχυνή – ταχυνή, είπενε η Φιλιππάκαινα κι άπλωσενε τη χέρα τζη να το πάρει.

-Ορίστε Φιλιππάκενα είπενε ο ταχυδρόμος, «Καλώς τα δέχτηκες».

-Φχαριστώ μα να κοπιάσεις απού το σπίτι να σε τρατάρω ένα γ-κρασί.

Μόλις επήρενε το γράμμα η Φιλιππάκαινα το πήγαινε στου γείτονα τζη τ’ αναγνώστη, να τση το διαβάσει. Δε ν-είχενε απομονή να περιμένει το ν-άντρα τζη να ‘ρθει ν’ ακούσει κι αυτός, τη ν-έτρωενε η γι –αγωνία του μονάκριβου κοπελιού τζη απού λειπενε εδά και είκοσι χρόνους στη μ-πατέρμη Αμερική και τόχενε σταμαρισμένο.

Ο αναγνώστης ο Κωσταντής μια ζωή τσι χενε φαμέγιους μπιστικούς και την ίδια και το Φιλιππάκη το ν- άντρα τζη, αλλά και το αλαργοξορισμένο τζη κοπέλι από δέκα χρονώ τόχενε στη δούλεψή ν-του.

Δε ν-τούχανε παράπονο, αναγνώριζενε το γ-κόπο και τη τιμιότη ν-τονε.

Ο αναγνώστης άνοιξενε το γράμμα και γιαμιάς έβγαλενε ένα τσέκι δολλάρια από μέσα και τά δωκενε τση Φιλιππάκαινας.

-Τη ν-ευκή μου νάχεις μ-Παντελιώ μου απού τα φύλλα τση καρδιάς μου, μα διάβασέ μου λω δα(3) το γράμμα γιατί λιγοψυχώ...

Ο Κωνσταντής το ξεδίπλωσενε κι αρχίνηξενε να το διαβάζει...

Η μάνα άκουγενε προσηλωμένη.

Έγραφενε με λίγα λόγια, πως εβάρκαρενε από την Αμερική κι έρχεται στην Ελλάδα και παρακαλεί το ν-αφέντη ν-του, τσι τριάντα του μήνα να το ν-ανημένει στη χώρα με τέσσερα μουλάρια να φορτώσουνε τα μπαούλα κι ούλα τ’ άλλα μπράτη(4) απού θα βαστά. Κάθε φορά π’ άκουγενε η Φιλιππάκενα πως θα ‘ρθει το κοπέλι τζη, αναστουλούχανε και σιγανομουρμούριζενε: «Με καλό και με χαρά να ‘ρθεις παιδί μου».

-Φχαριστώ Κωσταντή, ανέμιζά το, πως θα ‘χω καλό χαμπέρι για΄τι από ν-τα ν’ οπροχθιάλες με τρώγανε τ’ αφθιά μου, κι εξεδήλιανενε...

-Ε! Με το καλό να τονε δεχτείς γειτόνισσα, τση πενε ο αναγνώστης και τσή δωκενε το γράμμα.

Το καλό μαντάτο(5) εδιαδόθηκενε από στόμα σε στόμα όι μόνο στο χωριό, αλλά και στα γυροχώριουλα, άλλη αθιβολή δε ν-είχανε παρά του Αμερικάνου.

Ετοίμασενε ο Φιλιππάκης τ’ άλογα και την ορισμένη ημερομηνία επήγαινε στη χώρα να πρεμαζώξει το γυιό ν-του, απού ‘φυγενε απού το σπίτι κατελολόγος δέκα οχτώ χρονώ και γιαγιέρνει μεσοκαιρίτης.

Σ’ ούλο το δρόμο ντουσουντίζεται(6) τα χρόνια που περάσανε χωρίς το μοναχοπαίδι ντωνε, τη μοναξιά, τη δυστυχία, τσ’ αρρώστειες απού περάσανε με τη γυναίκα ν-του κι απολιγιαίνει(8) η καρδιά ν-του.

Δοξάζει το Θεό κι ελπίζει πως μαζί με το κοπέλι ν-του θα ‘ρθουνε καλύτερες μέρες.

Επέρασενε η γι-ώρα, έφταξενε στη χώρα, έδεσενε στο χάνι(7) τα μουλάρια κι επροχώρησενε οθέ το ντουκιάνι(9) του Νταηδονικολή, απού τονε περίμενε ν-ο γιός του.

Ενθουσιάστηκενε, αναγάλλιασενε η καρδιά ν-του, όντε ν’ αντίκρισενε.

Κύριος με τα ούλα ντου! Καλοθρεμμένος, αμάλαγος, τα μαλλιά ν-του σγουρά με χωρίστρα στη μέση, καλοχτενισμένα, κουστούμι μπλάβο στη ν-τρίχα, χρυσή καδένα του ρολογιού στο γιλέκο, δε ν-εχόρταινενε ο πατέρας του να τονε καμαρώνει.

Εφορτώσανε τ’ άλογα και γιαγείρανε μονημερίς στο χωριό. Ούλοι συγγενείς, φίλοι, χωριανοί, ξενομπάτες που ‘τανε αναμαζωμένοι στην πλατεία του χωριού, υποδεχτήκανε και καλωσορίσανε το ν-Αμερικάνο. Μόνο η μάνα ν-του δε ν-είχενε κουράγιο να κάμει μουδ’ ένα ζάλο. Εκειά τονε περίμενε στη ν’ οξώπορτα του σπιτιού. Μόλις το ν-αντίκρισενε άνοιξενε τα χέρια τζη κι αναστουλούχανε μαρμαρωμένη στη ν-αγγαλιά ν-του!

Σα ν-εσυνέφερενε μια ουλιά τονε ξανοίγει, θωρεί τα γυαλάκια στα μάθια ν-του και του λέει με θαυμασμό «Μπαντελιώ μου και γιατρός εγίνηκες στη ν-Αμερική!».

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΤΟ ΑΛΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ)

1 ποθές = κάπου

2 τσούρμο (ιταλ.) = πλήθος

3 λω δα (λέω εδά) = επιτέλους

4 μπράτη = αποσκευές

5 μαντάτο (λατ.) = είδηση

6 ντουσουντίζομαι (τουρ.) = σκέφτομαι

7 χάνι = ξενοδοχείο ζώων

8 απολιγιαίνει = λιγοστεύει

9 ντουκιάνι = καφενείο

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Αμερικάνος της Ευγενίας Ζαμπετάκη

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ