Γράφει ο Μανώλης Σκαρσούλης
ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΕΠΙΒΑΡΥΝΣΗ: Είναι προφανές ότι οι υψηλοί άμεσοι φόροι αποτελούν ισχυρό κίνητρο εμφάνισης και μεγέθυσνης της παραοικονομίας. Οι υψηλοί φορολογικοί συντελεστές αναγνωρίζονται γενικά ως ένας από τους βασικούς προσδιοριστικούς παράγοντες της παραοικονομίας. Εδώ είναι χρήσιμη η διάκριση μεταξύ οριακού και μέσου φορολογικού συντελεστή. Ο οριακός φορολογικός συντελεστής παρέχει ένα μέτρο του φόρου που είναι δυνατό να μην καταβληθεί αποκρύπτοντας μέρος του συνολικού εισοδήματος. υποστηρίζεται ότι το μεγαλύτερο ποσοστό της φοροδιαφυγής είναι αυτής της μορφής, δηλαδή είτε αφορά το εισόδημα που προέρχεται από δεύτερη απασχόληση, ενώ καταβάλλεται ο φόρος που αναλογεί στο εισόδημα της πρώτης, είτε αφορά το μη δηλούμενο τμήμα του συνολικού εισοδήματος που συνήθως προέρχεται από αυτοαπασχόληση. Ο μέσος φορολογικός συντελεστής παρέχει ένα μέτρο μέσης φορολογικής επιβάρνυσης και έχει σημασία μόνον εφόσον είναι δυνατή η απόκρυψη ολόκληρου του εισοδήματος.
ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΡΟΠΗΣ ΓΙΑ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗ. Φοροδιαφυγή θεωρείται κάθε παράνομη ενέργεια (πράξη ή παράλειψη) του φορολογουμένου με την οποία επιδιώκεται η μερική ή ολική αποφυγή της νόμιμης φορολογικής του επιβάρυνσης. Η φοροδιαφυγή δηλαδή αποτελεί ανοικτή καταστρατήγηση του γράμματος και του πνεύματος της φορολογικής νομοθεσίας. Η έκταση της φοροδιαφυγής εξαρτάται κυρίως από τη ροπή των φορολογουμένων για φοροδιαφυγή και την ικανότητα της φορολογούσας αρχής να περιορίζει τη ροπή αυτή. Η ροπή των φορολογουμένων για φοροδιαφυγή προσδιορίζεται από το μέγεθος της φορολογικής επιβάρυνσης, το επίπεδο της φορολογικής ηθικής, τον κίνδυνο εντοπισμού και καταδίκης και την αυστηρότητα της ενδεχόμενης ποινής. Γενικά, η ροπή για φοροδιαφυγή περιορίζεται όσο μειώνεται το μέγεθος της φορολογικής επιβάρυνσης,. όσο αυξάνεται ο κίνδυνος εντοπισμού και καταδίκης και όσοι αυστηρότερη είναι η ενδεχόμενη ποινή.
ΘΕΣΜΙΚΟΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ Ή ΕΛΕΓΧΟΙ: Όπως έχει ήδη σημειωθεί, μια σημαντική κατηγορία παραγόντων, που είναι αυτόνομα ικανοί για τη δημιουργία παραοικονομίας, είναι διάφοροι θεσμικοί περιορισμοί ή έλεγχοι. Ακόμη και αν δεν υπήρχαν φόροι, θα υπήρχε παραοικονομία εξαιτίας των διαφόρων θεσμικών περιορισμών που επιβάλλονται στις οικονομικές δραστηριότητες. Οι περιορισμοί αυτοί επιβάλλονται είτε για ορισμένες οικονομικές δραστηριότητες είναι εγκληματικές ή παράνομες καθεαυτές είτε για την παραγωγή ορισμένων κοινωνιοικονομικών σκοπών, όπως είναι η προστασία της εργασίας και της κατανάλωσης. Στις εγκληματικές ή παράνομες καθεαυτές οικονομικές δραστηριότητες περιλαμβάνονται η παραγωγή και διακίνηση ναρκωτικών, η παράνομη χαρτοπαιξία, η τοκογλυφία, το λαθρεμπόριο και γενικά η παράνομη παραγωγή, με την έννοια που εξετάστηκε προηγουμένως. Θεσμικοί περιορισμοί που επιβάλλονται σε νόμιμες οικονομικές δραστηριότητες είναι η θέσπιση κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων, η καθιέρωση αδειών εργασίας για τους αλλοδαπούς, η εξειδίκευση ορισμένων συνθηκών ασφάλειας, υγιεινής και περιβάλλοντος που πρέπει να ικανοποιούνται κατά την άσκηση των παραγωγικών δραστηριοτήτων κ.ά.
ΟΙ ΕΠΙΚΡΑΤΟΥΣΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ: Οι θεσμικοί περιορισμοί στην αγορά εργασίας κατά κανόνα αυξάνουν το πραγματικό κόστος εργασίας, παρέχοντας έτσι κίνητρο, ιδιαίτερα στις οριακά κερδοφόρες επιχειρήσεις, να τους παραβούν απορροφώντας εργασία από την δευτερεύουσα αγορά εργασίας ήτοι εκείνην που λειτουργεί με κατώτερους από τους επίσημα αποδεκτούς όρους (ανειδίκευτοι, συνταξιούχοι, λαμβάνοντες επιδόματα ανεργίας, παράνομοι μετανάστες από το εξωτερικό κ.ά,). Εξάλλου, η μείωση του αποτελεσματικοί χρόνου εβδομαδιαίας εργασίας αυξάνει το διαθέσιμο χρόνο για ανάπαυση και απασχόληση στην παραοικονομία. Η μείωση του επίσημου χρόνου εργασίας, μπορεί να θεωρηθεί ότι περιορίζει το κόστος ευκαιρίας της απασχόλησης στην παραοικονομία. Τέλος,. υποστηρίζεται συχνά ότι οι οικονομίες με δυσκαμψίες στην αγορά εργασίας, όπως είναι οι αναπτυσσόμενες χώρες, και με ρυθμίσεις της οικονομικής δραστηριότητας οι οποίες επιβαρύνουν σημαντικά το κόστος εργασίας, όσο υψηλότερο είναι το επίσημο ποσοστό ανεργίας τόσο μεγαλύτερη είναι και η παραοικονομία, δεδομένου ότι οι περίοδοι οικονομικής ύφεσης είναι ιδιαίτερα πρόσφορες για την καταστρατήγηση των κρατικών περιορισμών και ρυθμίσεων της οικονομικής δραστηριότητας.
ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ: Προς την ίδια κατεύθυνση με τη φορολογία από πλευράς επιπτώσεων στην παραοικονομία, λειτουργούν και οι εισφορές για τη χρηματοδότηση της κοινωνικής ασφάλισης, οι οποίες συνήθως κατά ένα μέρος καταβάλλονται από τους εργαζόμενους και κατά το υπόλοιπο από τους εργοδότες. Σημειώνεται ότι παράλληλα με την αύξηση των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης που παρατηρείται σε πολλές χώρες, αυξάνονται αντίστοιχα και οι κοινωνικές παροχές προς τους εργαζόμενους, το ύψος των οποίων συχνά σχετίζεται αρνητικά με το μέγεθος του εισοδήματος. υπ’ αυτές τις συνθήκες τα μέλη του εργατικού δυναμικού παρακινούνται να δηλώνουν χαμηλότερο από το πραγματικό τους εισόδημα προκειμένου να απολαμβάνουν ορισμένες κοινωνικές παροχές. Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα υψηλά επιδόματα ανεργίας, τα οποία παρακινούν αρκετά μέλη του εργατικού δυναμικού να παραμένουν «τεχνικά άνεργοι» , δηλαδή για την επίσημη οικονομία να θεωρούνται άνεργοι και να απασχολούνται στην παραοικονομια. Γενικά, λοιπόν, η ισχύουσα πολιτική κοινωνικής ασφάλισης μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη της παραοικονομίας.
ΒΑΘΜΟΣ ΑΠΟΔΟΧΗΣ ΤΗΣ ΚΡΑΤΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ: Ο βαθμός ευκολίας ή ψυχολογικής ετοιμότητας, με την οποία ένα άτομο αναπτύσσει οικονομική δραστηριότητα στα πλαίσια της παραοικονομίας παραβαίνοντας τους ισχύοντες θεσμικούς περιορισμούς προσδιορίζεται από τη στάση του απέναντι στο κράτος και τους φορείς της κρατικής εξουσίας. Αυτή η ψυχολογική στάση χαρακτηρίζεται ως επίπεδο φορολογικής ηθικής ή επίπεδο φορολογικής συνείδησης. Αν ένα άτομο θεωρεί το κράτος ως καταπιεστική δύναμη που προσπαθεί να του αφαιρεί ό,τι κερδίζει, το άτομο αυτό είναι προθυμότερο να στραφεί προς την παραοικονομία, παρά αν πιστεύει ότι το κράτος αποσκοπεί στην προαγωγή της ευημερίας του.
ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ: Δεδομένου ότι η παραοικονομία συνδέεται με παράβαση κανόνων του κράτους, είτε αυτοί αναφέρονται στην υποχρέωση δήλωσης, του εισοδήματος, στις αρμόδιες φορολογικές υπηρεσίες είτε στην υποχρέωση συμμόρφωσης προς τους ισχύοντες θεσμικούς περιορισμούς, θεωρητικά θα πρέπει να καταβάλλονται από τους φορείς της κρατικής πολιτικής, προσπάθειες περιορισμού της. Εν τούτοις, στην πράξη, συχνά η παραοικονομία γίνεται ανεκτή, μερικές μάλιστα φορές ενισχύεται άμεσα από το κράτος, είτε γιατί εξυπηρετεί τα συμφέροντα ορισμένων ατόμων ή κοινωνικών ομάδων που είναι σε θέση να επηρεάζουν ρις αποφάσεις των φορέων της κρατικής πολιτικής , είτε γιατί θεωρείται ότι συμβάλλει, τουλάχιστον βαρυχρόνια, στην προαγωγή ορισμένων βασικών σκοπών της οικονομικής πολιτικής, όπως είναι η αύξηση της απασχόλησης, η οικονομική μεγέθυνση και η βελτίωση της θέσης του ισοζυγίου πληρωμών.
ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ
ΣΤΗΝ ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑ ΤΩΝ ΕΠΙΣΗΜΩΝ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΣΤΑ ΟΠΟΙΑ ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ Ο ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ. Όσο περισσότερο εκτεταμένη είναι η παραοικονομία σε μια χώρα, τόσο περισσότερο περιορίζει την αξιοπιστία των επίσημων στατιστικών στοιχείων, αφού αυτά πλέον καλύπτουν τμήμα μόνον της συνολικής οικονομικής δραστηριότητας. Εξαιτίας της παραοικονομίας, σημαντικά οικονομικά μακροοικονομικά μεγέθη όπως το πραγματικό ακαθάριστο εθνικό προϊόν, η πραγματική αποταμίετυση, οι πραγματικές επενδύσεις και η πραγματική απασχόληση είναι κατά κανόνα υψηλότερα από τα επίσημα εκτιμούμενα, αν και συχνά. όπως έχει σημειωθεί, ένα τμήμα του συνόλου της προστιθέμενης αξίας στον τομέα της παραοικονομίας δεν διαφεύγει τελικά την εθνικολογιστική στατιστική σύλληψη.
Τα ανακριβή επίσημα στατιστικά στοιχεία που αναφέρονται στα βασικά οικονομικά μεγέθη περιορίζουν την αξιοπιστία και των δεικτών παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας, που εκτιμούνται από αυτά και οι οποίοι, όπως και τα μακροοικονομικά μεγέθη, είναι μεγάλης σημασίας στην οικονομική ανάλυση και το σχεδιασμό της οικονομικής πολιτικής. Όπως είναι γνωστό, τα επίσημα στατιστικά στοιχεία χρησιμεύουν για την αξιολόγηση της υφιστάμενης οικονομικής κατάστασης. Κυρίως όμως χρησιμεύουν στον οικονομικό προγραμματισμό, ο οποίος αποτελεί το όργανο εφαρμογής τόσο της ποσοτικής όσο και της ποιοτικής οικονομικής πολιτικής, και ο οποίος προϋποθέτει ότι οι φορείς της οικονομικής πολιτικής, πρώτον, έχουν ρητά εκφρασμένους στόχους με καθορισμένες τις μεταξύ τους προτεραιότητες, και δεύτερον, ότι στηρίζουν την άσκησή της σε εκτιμήσεις της μελλοντικής κατάστασης της οικονομίας.
ΣΤΗ ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Μια σημαντική συνέπεια της παραοικονομίας είναι ότι στη συνήθη Κεϋνσιανή ζήτηση χρήματος για συναλλακτικούς σκοπούς, στα πλαίσια της επίσημης οικονομίας, για λόγους πρόνοιας και για κερδοσκοπικούς σκοπούς, πρέπει να προστίθεται και η ζήτηση χρήματος για συναλλακτικούς σκοπούς, στα πλαίσια της παραοικονομίας. Η τελευταία, όπως και οι δύο πρώτες, είναι ανεξάρτητη από τις μεταβολές του επιτοκίου. Η ύπαρξη λοιπόν και ιδιαίτερα η αύξηση της παραοικονομίας σε σχέση με την επίσημη οικονομία, στο μέτρο που γίνεται αποδεκτό ότι οι συναλλαγές στον τομέα της παραοικονομίας διενεργούνται κυρίως, με μετρητά, έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της ελαστικότητας της ζήτησης χρήματος ως προς το επιτόκιο.
Η παραοικονομία, εξάλλου, συχνά ασκεί άμεσες και σημαντικές επιδράσεις, στο νομισματοπιστωτικό σύστημα, δεδομένου ότι παράλληλα με την παρα-αγορά προϊόντων και υπηρεσιών αναπτύσσεται και παρα-αγορά χρήματος, η έκταση της οποίας, ενισχύεται από τις ατέλειες ή ακαμψίες της επίσημης πιστωτικής αγοράς. Στα πλαίσια της παρα-αγοράς χρήματος διενεργούνται διάφορες δραστηριότητες, όπως είναι κυρίως η τοκογλυφία, οι παράνομες πωλήσεις συναλλάγματος, η προεξόφληση μεταχρονολογημένων επιταγών και συναλλαγματικών, ή κυκλοφορία πλαστών νομισμάτων κ.ά. Είναι αυτονόητο ότι η λειτουργία της ανεπίσημης αγοράς χρήματος περιορίζει την αποτελεσματικότητα της νομισματοπιστωτικής πολιτικής. Οι επιπτώσεις, βέβαια, της ανεπίσημης αγοράς χρήματος δεν εξαντλούνται εδώ. Η σημαντικότερη ίσως λειτουργία της είναι ότι συντηρεί και αναπαράγει την ανεπίσημη αγορά προϊόντων, γιατί τα άτομα και οι επιχειρήσεις που δρουν στην δεύτερη, δεν έχουν συνήθως τη δυνατότητα πρόσβασης στο επίσημο πιστωτικό σύστημα.
ΣΤΗ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ : Η παραοικονομία επιδρά τόσο στα δημόσια έσοδα όσο και στις δημόσιες δαπάνες. ΄Ενα από τα σημαντικότερα αίτια, ύπαρξης και μεγέθυνσης της παραοικονομίας είναι η φοροδιαφυγή, η έκταση της οποίας, όπως έχει ήδη σημειωθεί, εξαρτάται κυρίως από τη ροή των φορολογουμένων για φοροδιαφυγή και την ικανότητα της φορολογούσας αρχής να περιορίζει τη ροπή αυτή. Η επέκταση της φοροδιαφυγής εξαιτίας της παραοικονομίας, αυξάνει το σχετικό φορολογικό βάρος της επίσημης οικονομίας, με συνέπεια την αύξηση της ροπής των φορολογουμένων για φοροδιαφυγή, αφού αυτή καθορίζεται μεταξύ άλλων και από το μέγεθος της φορολογικής επιβάρυνσης και την παραπέρα μεγέθυνση της παραοικονομίας.
ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ : Βασικό συντελεστή της παραοικονομίας αποτελεί η αδήλωτη εργασία, ήτοι η κύρια δευτερεύουσα επικερδής, μη ευκαιριακή απασχόληση που διενεργείται είτε στα όρια των νόμων και των άλλων ρυθμίσεων που αφορούν την απασχόληση είτε και εξ’ ολοκλήρου έξω από αυτά, Όπως έχει σημειωθεί, αν η σχέση μεταξύ επίσημης και αδήλωτης απασχόλησης, στην οποία περιλαμβάνεται και η αυτοαπασχόληση, παραμένει διαχρονικά σταθερή, η παραοικονομία έχει ως συνέπεια την υπερεκτίμηση του απόλυτου μεγέθους της ανεργίας, ενώ στην περίπτωση της ταχύτερης μεγέθυνσης της παραοικονομίας οδηγεί στην υπερεκτίμηση και του ποσοστού ανεργίας. Αυτά συμβαίνουν στο μέτρο που η παραοικονομία προκαλεί μια «συγκαλυμμένη απασχόληση», ήτοι έχει ως αποτέλεσμα την απασχόληση ατόμων που θεωρούνται επίσημα άνεργοι.
ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΤΟΥ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ: Το μέγεθος της παραοικονομίας δίνεται εξ’ ορισμού από το σύνολο των αποκρυπτόμενων εισοδημάτων των συντελεστών παραγωγής. Επομένως, η με βάση τα επίσημα στατιστικά στοιχεία εκτιμούμενη κατανομή του εισοδήματος, παρέχει κατά κανόνα μια στρεβλή εικόνα της πραγματικότητας, τουλάχιστον ως προς το απόλυτο ύψος των εισοδημάτων των διαφόρων εισοδηματικών κατηγοριών του πληθυσμού. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι η παραοικονομία επιδρά ως τυχαία, μερική ή ολική, φορολογική απαλλαγή και ότι αποτελεί ένα μη ομοιογενή τομέα, ο οποίος δημιουργεί εισοδήματα σε τρείς κατηγορίες παραγόντων, ήτοι μισθωτούς, εργοδότες και εργαζόμενους για δικό τους λογαριασμό.
Πηγή: «Παραοικονομία»
Ι. Βάβουρα - Α. Κούτρη
Εκδόσεις ΠΑΠΑΖΗΣΗ
