ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Το ένταρμα της Ευγενίας Ζαμπετάκη

0

Γράφει η Ευγενία Σπαντιδάκη-Ζαμπετάκη

Συν/χου δασκάλα

-Καλή μέρα κουνιαδάκι απο που ‘ρχεσαι;

-Καλώς τη ν-Αγγελική! Ήμουνε παωμένη και δρόμιασα τα έχνη(1), εκειά απο πάνω στου Καντρή τη χαλέπα, απού την επαχτώσαμενε, μα από χόρτα δεν έχει χαράμις τη δροσιά.

-Είντα με τουτηνέ την αναβροχιά απού δε ν-έχει ανάδωση το χώμα, περιμένεις βοσκαρέ(2); Δε βρέχει ο παντέρμος και ξωμένουνε οπίσω οι δουλειές, πότες θα σπείρομε, πότε θα λαδώσουνε οι γ-ελιές ν’ αρχίξομενε να τσι μαζώνομε, μόνο τσι ξάνοιγα οπουγιά(3), απού πέρνουνε από το λιόφυτο κι είναι ξερά κούκουδα...

-Εσύ Μαριγώ ειντ’ αποκάνεις σήμερο, επαγούριανεσε ο κόκκαλός σου; Οψάργας, απού σ’ είδα ήσουνε ένα κατσούνι από τσι πόνους!

-Αυτό Αγγελική μου είναι ρεματικό και δε με σαγουστίζει(4) μονό ετσά θα τίγομαι(5) ώστε να κουνεί ο αέρας τη ντρίχα μου...

-Μπρε συ Μαριγώ να πάμενε απόψε να βεγγερίσομενε τση Κατερίνης του Βροντονικολή απού ΄καμενε εγχείριση κι ήρθενε οπροχθιάλλες(6) απού το Νεσοκομείο;

-Να αποσιάξομενε από νωρίς τα κούδεβλα(7) να πάμενε με την ώρα μας. Ορδινιάσανε(8) τσι ρόκες, εκαταστέσανε τη φαμελιά και ξεκινήσανε. Η Κατερίνη τσι καλοδέχτηκενε:

Καλησπέρα γειτόνισσες...

Προσκυνώ σε Θεέ μου και μεγάλ’ η χάρη σου π’ αξιώθηκα πάλι να ξαναποσπερίσομενε, απού δε ν-το ‘ρπιζα. Ήθελενε ο Θεός και ξανάποδάρωσα(9), μα μουδέ στο χειρότερο ντουσουμάνη(10) μου να μη ν-αξιώσει ο Θεός να μ-πατήρει τα ότι τράβηξεν’ εμένα το κορμί μου σαράντα μέρες απούκαμα στο Νεσοκομείο.

-Αλήθεια κακομάζαλη Κατερίνη, εφάνηκέ σου ζάβαλε, αποχύθηκες, απού δε σε σουσουμοιάζει(10) τάξε άθρωπος, μα αφού γλύτωσες, ογρήγορα θα πάρεις τα πάνω σου και θα γενείς σα γ-και πρώτας, τη μ-παρηγόρρησενε η Αγγελική.

-Κι ‘οχιάλο δα, τση είπενε κι η Μαριγώ, εβγήκενε σούσουρο στο χωριό, πως είδενε το ένταρμά σου το βοσκαρούδι του Σπανοθοδωρή και κατέεις εδά πως ότι να δει τέτοιο πράμα είναι βέβαιος θάνατος.

-Δε μ-πιστεύγω γω στα εντάρματα, λένε δα πως πριν ποθάνει ο άθρωπος φεύγει απού το κορμί ντου, η ψυχή, το πνεύμα ντου και περιφέρεται.  Υπάρχουνε άθρωποι απού τα θωρούνε(11) όπως το βοσκαρούδι το Σηφαλιώ. Ετούτονα το μαντάτο(12) έσπασε ν-τη χολή μας ουλωνώ επαέ στο χωριό, οχιάλλο, μη φοβάσαι ο Θεός έκαμενε και γλύτωσες. Πε μας εδά, ν’ αλλάξομενε και κουβέντα, πως επέρασες στο Νοσοκομείο, είντα ‘χες γιατί επαέ, ακούστηκενε πως είχες φούμπικα, την αναρώτανε η γι-Αγγελική,είντα σου βρήκανε μαθώς οι γιατροί κι είντα λοής σε διάξανε.

Η κακοπαθημένη η Κατερίνη αρχινά:

-Καλλιά ‘τανε να μη γεννάται θηλυκό στο γ-κόσμο τον απάνω, γιατί το κατέτε πως, όποιας τση γράφει η τύχη τζη ν’ ανακατώνεται με τσι καινούργιους γιατρούς χάνει τη ν-αθρωπιά τζη.

Που θέλεις και δε μ’ αγγίξανε, και δε με πασπατέψανε(13). Απής με βάλανε στο κρεβάτι ήρθανε δυο γιατροί με τσ’ άσπρες ρόμπες, πιστήμονες τσι λένε δα, για να ξεχωρίζουνε απού το μ-πραχτικό το γιατρό το μ-Πανάγο, απού να μου κόβγει ο Θεός μέρες να του τσι χαρίζει χρόνους, πόσο πονετικά μας εγριάτρευγενε ίσαμε δα. Εσταθήκανε το λοιπός από πάνω μου, ο ένας μου βάστανε τη χέρα μου και ξάνοιγε το μπόλσο(14) μου, κι ο άλλος πάει να μου σηκώσει τα ρούχα μου, οθέ ντη μέση και κάτω.

Μπήχνω κι εγώ τσι φωνές, κι ας ήμουνα του κάτω κόσμου και φώνιαζα: «Είντα ‘ναι τούτανά τα γίβεντα(15) δε ν-τα ξανάπαθα όσο χρονώ ‘μαι. Α με γιατρέψετε με γιατρικά, καλά και του καλού οκεταδέ(16) δε θέλω να με μαλάσσετε στη γ-κοιλιά. Αρχινήξανε δα να με τραφαπαλεύγουνε, γιατί θελα να σηκωθώ, μου σέρνανε τα ρούχα μου και πολεμήσανε να με γδύσουνε και γω εσκλήριζα και φώνιαζα τ’ αντρούς μου κι αυτός να μη ου βγάνει άχνα, γιατί τον είχανε όξω σφαλισμένο.

Απής(17) μ’ αναχουρδίσανε καλά – καλά ο ένας εβλαστήμα κι ο άλλος εγέλανε και ξεκαρδίζεντονε στα γέλια

Είπα και γω μια τζη μιας π’ αρρώστησα στη ζωή μου καλιά ‘χα να ποθάνω παρά να τυραννούμαι και να ξεγιβεντίζομαι ετσιδά.

Εγκάψανε(18) δα οι καταραμένοι και σε λιγάκι μπαίνει μια νοσοκόμα και μου δίνει μια γ-κουταλέ γιατρικό, απού τανε το μ-πατέρμο σφάκα ροζογάλι(19), μα το ‘πχια για να θαραπαώ.

Η οργή του Θεού με φώτισενε και τση δειξα τη γ-κοιλιά  μου απού τανε πρισμένη κα θάρουνε πως θα σκάσω, γιατί δε με δικούσανε οι πόνοι, παρά με βάστα και καψιλίκι σαν οχτώ μέρες.

Ειντά τονε δα να το πω, έρχεται σε λιγάκι κι εβάστα μια ντενέκα γεμάτη πρέπει γιατρικά, κι οθέ το μ-πάτο τση χανε δεμένο ένα κόκκινο λάστιχο, απού στην άκρα ντου ‘χενε ένα μπιρμπιτσόλι σαν ένα λεφτό καλαμάκι. Τότε σας γυρίζει και μου κάνει η γι άλλη, που κοίτουνταντε(20) δίπλα.

-Σερβιτσάλι(21) θα σου βάλουνε, μου λέει, μόνο χαζηρέψου. Είπε μου δα η νοσοκόμα να θέσω μπούμπουρα και με τυράνανε σα μισή ώρα. Δεν εκάτεχα εργο-βουλή μου, είντα τανε αυτό το πράμα κι όντεμως ύστερα μου εξήγησενε η σοκόμα πως το λένε κλίσμα. Ε το πατέρμο κι ανέ ν-το βανε ποτές ο νούς μου τέθοιο μασκαριλίκι, έμου με πόνηε, έμου με γαργάλιζενε. Αναπάηκα όμως ένα ψιχάλι.

Σε μια ουλιά ώρα μπαίνει η σοκόμα και μου λέει, πως τοδέ ταϋτέρου θα με σκίσουνε το δίχως άλλο να μου βγάλουνε μια σκουλήκα άντερο, δε ν-το καλοκατάλαβα και τη ξαναρώτηξα:

-Πε μου, κοπελιά να συγχωρεθούν οι γι’ αποθαμένοι σου, πως εβρέθηκενε σκουλήκα στ’ άντερό μου;

-Λάγαρε(22) θειά, τ’ αντεράκι που θα σου κόψουνε μοιάζει σα σκούληκας, και η αρρώστεια απούχες λέγεται σκωληκοειδήτιδα, εκατάλαβες;

-Εκατάλαβα κοπελιά μου, απού να μην έσωνα…

-Έλα δα κάτσε φρόνιμα, γιατί μου ‘πανε οι γιατροί να σε ξυρίσω κάτω, κι αδέ κάτσεις φρόνιμα θα σε κατακόψω.

-Ηγούγια μου, σέρνει φωνή η Μαριγώ, που μωρή θελά σε ξυρίσουνε;

-Οθέ ν-εκειδά απού και να με σκοτώσετε δε λέω τ’ όνομά ν-του γιατί ντρέπομαι, καλιά ‘χα το θάνατό μου παρά τέθοιο πράμα…

Κι όντεμως κακομάζαλες πρέπει πως με κοιμήσανε τη νύχτα και κάμανε τα δικά ντωνε. Ξυπνώ ταϋτέρου και θωρώ και μου χανε βαρμένη μια ποκαμίσα και το κορμί μου σα ντο γδυμνοχοχλιό…

Λέξεις:

1) τα έχνη = τα ζώα

2) βοσκαρέ = τροφή ζώων

3) οπουγιά  (επίρρ.) = σε λίγο

4) σαγουστίζει = ξεπονέζει, παγουγιέρνει

5) τίγομαι = λειώνω

6) οπροχθιάλλες = προχθές

7) ορδινιάσανε = ετοιμάσανε

8) κούδεβλα = παιδιά

9) ξαναποδάρωσα = στάθηκα στα πόδια μου

10) ντουσουμάνης = εχθρός

11) θωρούνε = βλέπουνε

12) μαντάτο = είδηση

13) πασπατέψανε = ψάξανε

14) μπόλσος = σφυγμος

15) γίβεντα = διαπομπεύματα – ντροπιάσματα

16) οκεταδέ = όχι άλλο

17) απής = αφού

18) εγκάψανε = εφύγανε

19) σφάκα ροζογάλι = πολύ πικρό

20) κοίτομαι = είμαι στο κρεβάτι

21) σερβιτσάλι = κλύσμα

22) λαγαρε = έλα στα σύγκαλά σου

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Το ένταρμα της Ευγενίας Ζαμπετάκη

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ