Καλώς τη Ζαμπιώ! Ε και να κάτεχες πως σ’ ανημέναμενε να ΄ρθεις επαέ, στο κονάκι μου, μαζί με τη γιαγιά σου την Αυγενιώ, να μας σε πείς για τη κηδεία του συχωρεμένου του Γιακουμή, απού γίνηκενε οπροχθιάλλες(1) τ’ απομεσήμερο.
-Γιάντα δεν εφανήκατε του λόγου σας ν’ αποβγάλετε το νεκρό; Θαρρώ(2) πως είστε ακροσυγγενείς...
-Πες μου μωρή Ζαμπιώ, να συχωρεθούνε οι γονέοι σου, εμάς ρωτάς; Κουτσές στραβές με τα μπαστουνάκια πως θελα νταγιαντίσομε κεινονά το κατακαίρι; τη ρώτηξενε η Αυγενιώ και πρεμάζωξενε τα ρούχα τζη να μη γ-καούνε στη φωθιά.
-Μη κνουκνουκάς(3) μωρή, να περάσει η γι – ώρα, πρέπει πως εγινήκανε, πράματα και θάματα σε τούτυνα τη κηδεία, τη ρώτανε αγγουσεμένη(4) η γραι Μαριγώ.
-Είντα να σας σε πρωτοπώ! Την κηδεία εδιάβασενε ο παπάς στην εκκλησία του Προφήτη Ηλεία, κι απόκειας εσηκώσανε το καδελέτο να το πάνε αλάργο(5) όξω από το χωριό στο νεκροταφείο. Σ΄ούλο το δρόμο εδερνοκοπανίζεντονε η κακομοίρα η Αργυρένια και μοιρολογάτονε τον άντρα τζη το Γιακουμή απού επόθανε από πούντα(6). Νέος ο κακομοίρης κι άφηκέ τζη τέσσερα μιτσά κοπέλια, απού τσ’ ακλουθούσανε και κλαίγανε, ξυπόλητα και πεινασμένα και δε ν-έχουνε παρά μόνο το νερό στο σταμνί... Φτώχεια, μεγάλη φτώχεια, κι είντα θ’ απογενούνε τα κοκορίζικα, ο Θεός να ξεμιστεύγει απο ΄τσα δυστυχία!
Ξαφνικά εκειά απού συνοδεύαμενε το νεκρό, ανοίξανε οι ουρανοί, έριχνενε ο Θεός με τα σταμιά το νερό. Ολόγροι γινήκαμενε ούλοι, κι όχι άλλο για μας, αλλά ο παπάς άφηκενε το καδελέτο στη μέση του δρόμου και γλάκανε κάτω από μια μεγάλη ελιά. Σα ν-το ν-είδανε γι’ ανθρώποι επρεμαζωχτήκανε ούλοι οι χωριανοί κάτω από τσ’ ελιές και αφήκανε τη γ-κακομοίρα τη χήρα να νουργάται(7) στη μέση του δρόμου με τα κοπέλια τζη.
Την ώρα δα κεινηνά, απού δειξενε πως εμαϊναρενε(8) μια ουλιά η βροχή, αρχίξανε ένα καβγά κάτω από τσ’ ελιές απούσανε μονομεριασμένοι για να’ αποσταλίξουνε(9) να μη βρέχουνται οι χωριανοί με τον γέροντα παπά.
-Δεν ήτανε δα πρεπό(10) παπά να παραιτήσεις το λείψανο στη μέση τση στράτας και να πάψεις τη ψαλμωδία, γιατί μας εκριμάτισες(11) και μας, μα δε ν-ήσουνε δα κι από ζάχαρη να λιώσεις, του πενε κλαημένη η Σοφουλιά του Λαγουδονικολή.
-Εσείς, ας μη μ’ ακλουθούσατε... εγώ επροστάτεψα το Ευαγγέλιο και τα εκκλησιαστικά βιβλία, ήτανε αμαρτία να τ’ αφήσω να γραθούνε... εγώ θα δώσω λόγο στο Θεό! Θωρείτε είντα ‘παθα απού εξέβαψενε το καλυμαύκι μου το βλοημένο και μου μουτζάλωσενε τη μούρη μου, απου ΄ναι ντροπή να με θωρήτε, γιατί ως κι α ν-είναι μωρέ κοπέλια, παπάς σας είμαι... Έπιασέ ντονε δα η πονοψυχιά πρέπει, εσταμάτησενε και η βροχή και λέει:
-Αντέστε(12), σηκωθείτε να πα να τονε κουκουλώσομε κι ο Θεός να μας σε συχωρέσει, μα εγώ δεν έχω νταβάδες(13) με κιανένα κι ο Μεγαλοδύναμος ας με κρίνει.
Ύστερα ξεκινούν ούλη η πατούλια(14) μαζί με τον παπά ξανασηκώνουνε το καδελέτο(15), ήτανε πρέεπι ασήκωτο από την ογρασιά, σα να σιγανομουρμούριζενε, σα νά ψελνε κι ο παπάς και εξετελέψανε τη θανή(16).
-Εδά λένε, Θέ μου συχώρεσέ μου, πως εβιάζουντανε να ξεμπερδέξει, για να πάει ν’ αλλάξει, όπως ήταν ολόγρος, και δε του πε μουδέ τα μισά γράμματα κι εκαταχάνεψε. Πάει λένε στο σπίτι ντου καθ’ αργά και τη μια σπα τσι πήλινες χρειγές του φαγητού την άλλη ρίχνει κάτω τα τσικάλια τση σκατζιάς(17) την άλλη αναποδογυρίζει το γιγούμι και χύνει το νερό, ρίχνει το λύχνο απο το καντηλιέρι, ασφεντουρά(18) τη ν-ανέμη, το τυλιγάδι, τη κνισάρα, το λαδικό, το μαστραπά του νερού...
Από τα μεσάνυχτα μέχρι να φανεί το μεράστρι (Αυγερινός) πιαίνει στο σπίτι ν-του ο καταχανάς και κάνει αυτό το γλιστραθιό(19).
-Άλλη κουβέντα δεν ακούς εδά στο χωριό, παρά μόνο πως εκαταχάνεψενε ο Γιακουμής ο άντρας τση Αργυρένιας. Σαν αστραπή εδιαδόθηκενε η αθιβολή ν-του σ’ ούλο ν-το χωριό.
-Εγώ δε καταλαβαίνω έλεγε ν-η Μαριγώ αφού είναι αποθαμένος πως ξεκουμπίζεται από το μνήμα, δε ήτανε καλοχτισμένο; Από που μπαίνουνε στα σπίτια; Το πορτοπαράθυρα είναι σφαλιχτά.
-Λένε Ζαμπιώ μου πως μπαίνουνε απο τσι καμινάδες, τσ’ απηλοήθηνε η γιαγιά τζη η Αυγενιώ.
-Τσι καταχανάδες τσι λένε και βρυκόλακες, εγώ δε γατέω είντα ‘ναι τα τελώνια; ξαναρώτηξεν η κοπελιά.
-Λένε πως όντε ποθάνει ένα μωρό αβάφτιστο γίνεται τελώνι, δηλαδή μικρός καταχανάς.
Τα κοπέλια του χωριού ετρομαριαστήκανε με την είδηση του καταχανά και μόλις εσκοτείνιαζε εσφιχτομανταλώνουνταν μέσα στα σπίτια.
Ο δάσκαλος όμως, τους εξήγησε στο σχολείο ότι οι βρυκόλακες δεν υπάρχουν, είναι φτιαχτοί, της φαντασίας των ανθρώπων. Πονηροί άνθρωποι, παραπλανούν τους αλαφρόμυαλους ανθρώπους. Αυτό γινόταν τα παλιά χρόνια, που οι άνθρωποι ήταν αγράμματοι και απονήρευτοι, τώρα κανείς δε πιστεύει σε πεθαμένους που κυκλοφορούν τις νύχτες...
Λέξεις
1) ομπροχθιάλλες = τις προάλλες
2) θαρρώ = νομίζω
3) κνουκνουκάς = τεμπελιάζεις
4) αγγουσεμένη = θυμωμένη
5) αλάργο = μακριά
6) πούντα = βαρύ κρυολόγημα
7) νουργάται = κλαίει γοερά
8) εμαϊναρενε = εκάλμαρε
9) αποσταλίξουνε = απροστραγγίξουνε
10) πρεπό = σωστό
11) εκριμάτισες = αμάρτισες
12) αντέστε = ελάτε
13) νταβάδες = δίκες
14) πατούλια = παρέα
15) καδελέτο = φέρετρο
16) θανή = κηδεία
17) σκατζιά = ράφι
18) ασφεντουρά = πετά μακριά
19) γλιστραθιό = γλιστερός τόπος
