Της Βλασίας Μιχαηλίδου – Τριπολιτάκη
Φιλολόγου, Ιστορικού M.Sc.
Τις προηγούμενες ημέρες άλλο ένα κύκλωμα εμπορίας βρεφών εξαρθρώθηκε, ενώ δεν έχει ακόμα κοπάσει ο θόρυβος από τις διαμαρτυρίες για την τύχη της μικρής Μαρίας, που η ιστορία της συγκλόνισε το πανελλήνιο. Δυστυχώς, στη χώρα μας ευδοκιμεί η αγοραπωλησία βρεφών, ενώ το πρόβλημα των παράνομων υιοθεσιών φαίνεται να διογκώνεται, καθώς η πολιτεία εμφανίζει και σ΄αυτό το μείζον κοινωνικό θέμα αργά αντανακλαστικά.
Καταρχήν, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα της Ευρώπης, που επιτρέπει την ιδιωτική υιοθεσία, δηλαδή τη διαδικασία με την οποία μπορεί να βρεθεί ένα παιδί σε θετή οικογένεια, χωρίς τη διαμεσολάβηση κρατικού ιδρύματος ή κοινωνικής υπηρεσίας. Συνδετικός κρίκος ανάμεσα στους φυσικούς και τους θετούς γονείς είναι τρίτα άτομα (όπως δικηγόροι, γυναικολόγοι κ.ά). Ευνόητο είναι πως η διαδικασία αυτή αφήνει πρόσφορο έδαφος για ύποπτες δοσοληψίες σε βάρος των αθώων ψυχών, που με τη γέννηση τους στήνεται το παζάρι των διαπραγματεύσεων.
Αν λάβει κανείς υπόψη του, πως το 2004 από τα 437 που υιοθετήθηκαν στη χώρα μας περίπου τα 50 προέρχονταν από τα κρατικά ιδρύματα ( το «Μητέρα», το Αναρρωτήριο Πεντέλης, τον «Αγ. Στυλιανό» στη Θεσσαλονίκη, την παιδόπολη «Αγ. Ανδρέας» στο Καλαμάκι), ενώ τα υπόλοιπα υιοθετήθηκαν με τη διαδικασία της ιδιωτικής υιοθεσίας κι από αυτά το μεγαλύτερο ποσοστό είχε βιολογική μητέρα Βουλγαρικής καταγωγής, γίνεται εύκολα κατανοητό, γιατί ανθεί το κύκλωμα εμπορίας βρεφών στη χώρα μας.
Να ξεκαθαρίσουμε πως η ιδιωτική υιοθεσία χαρακτηρίζεται παράνομη μόνο, εάν οι εμπλεκόμενοι συλληφθούν επ’ αυτοφώρω, κατά την παράδοση του βρέφους, να λαμβάνουν χρήματα. Συνήθως, στα κυκλώματα εμπορίας βρεφών θησαυρίσει ο «διαμεσολαβητής», δίνοντας πολλές φορές στη βιολογική μητέρα ένα ασήμαντο ποσό, εκμεταλλευόμενος τη δυσχερή της κατάσταση ή πείθοντάς την να το εγκαταλείψει, επειδή τάχα το νιογέννητο πάσχει από κάποιο σύνδρομο, ή ακόμα χειρότερα, αρπάζοντάς το με εικονικό θάνατο.
Από την άλλη, κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει τη δυσαρέσκεια πολλών ζευγαριών, που στην προσπάθειά τους να αποκτήσουν ένα «παιδί καρδιάς» καταφεύγουν σ΄αυτή την παράνομη μέθοδο, αφού ο χρόνος αναμονής για υιοθεσία από κρατικό ίδρυμα φτάνει τα πέντε χρόνια. Στο διάστημα αυτό, οι συνεχείς έλεγχοι από τις κοινωνικές υπηρεσίες κι η απίστευτη γραφειοκρατία έχουν κλονίσει τη διάθεση των υποψήφιων γονιών, ενώ συμβάλλουν στην παράταση της ιδρυματοποίησης των παιδιών.
Επομένως, για να πατάξει το κράτος τη μάστιγα της εμπορίας βρεφών, θα πρέπει να δημιουργήσει ένα νέο θεσμικό πλαίσιο, καταργώντας την ιδιωτική υιοθεσία και δημιουργώντας ένα εθνικό κέντρο υιοθεσίας (με εθνική λίστα παιδιών), το οποίο θα συνεργάζεται με τις τοπικές υπηρεσίες στις πόλεις, που κάνουν αιτήσεις οι υποψήφιοι γονείς, προκειμένου αυτοί να αξιολογούνται. Οι διαδικασίες, όμως, θα πρέπει να μην είναι χρονοβόρες, προκειμένου να μην αποθαρρύνονται οι υποψήφιοι γονείς και να μπορέσει να αυξηθεί ο αριθμός των επωφελούμενων παιδιών. Η διεξαγωγή της προβλεπόμενης κοινωνικής έρευνας από τις αρμόδιες υπηρεσίες θα πρέπει να έχει κάποιο χρονικό περιορισμό (τηρώντας πάντα τις προϋποθέσεις, που απαιτεί η διαδικασία), η συναίνεση των βιολογικών γονέων να γίνει πιο ευέλικτη , να προωθηθεί γρηγορότερα το δικαστικό μέρος των δημόσιων υιοθεσιών (απαιτούνται επτά μήνες, για να καθαρογραφεί μία δικαστική απόφαση!), αλλά και οι γραφειοκρατικές διαδικασίες να απλουστευθούν. Επίσης, θα πρέπει να σημειωθεί πως, αν και το 2010 κύρωσε η Ελλάδα τη διεθνή Σύμβαση της Χάγης για τις διακρατικές υιοθεσίες, η χώρα μας δεν διαθέτει ακόμα την απαιτούμενη υποστηρικτική δομή σε διοικητικό επίπεδο για τη ρύθμιση των διαδικασιών που προκύπτουν από την εφαρμογή της συνθήκης.
Τέλος, είναι ανάγκη να διαδοθεί ο θεσμός της αναδοχής και η διασφάλιση της ποιότητάς του, ώστε να μεγαλώνουν σ’ ένα ασφαλές οικογενειακό περιβάλλον, όσο το δυνατόν περισσότερα παιδιά, αποφεύγοντας τις ιατροκοινωνικές συνέπειες της παραμονής των παιδιών με οικογενειακά ή και ιατρικά προβλήματα σε υπηρεσίες κλειστής φροντίδας. Η τελευταία αυτή επισήμανση αφορά ένα άλλο πολύ ευαίσθητο θέμα, που φέρει τον ειδεχθή τίτλο «παιδιά στα αζήτητα» κι αποκαλύπτει τη ρατσιστική στάση μιας κοινωνίας, της οποίας η επικρατούσα ευγονική αντίληψη διαχωρίζει τα προς υιοθεσία παιδιά σε «ιδανικά» κι «ανεπιθύμητα».
Τα εγκαταλελειμμένα παιδιά, των οποίων ο αριθμός ολοένα κι αυξάνεται, λόγω της οικονομικής δυσπραγίας και της ηθικής κρίσης της εποχής μας, θα αποτελέσει θέμα σε προσεχές άρθρο της γραφούσης. Όσον αφορά το εμπόριο βρεφών, είναι ανάγκη να γίνουν όλες οι απαιτούμενες αλλαγές, προκειμένου η υιοθεσία να μετατραπεί σε θεσμό, που συνάδει με το συμφέρον των παιδιών κι όχι με το όφελος των εκμεταλλευτών της ανθρώπινης ανάγκης. Κι ας έχουμε κατά νου την προειδοποίηση του διοικητή του ιδρύματος «Μητέρα» κ. Δημ. Βεζυράκη, «εάν υπερισχύσουν στο φάσμα των υιοθεσιών οι κανόνες του κοινωνικού αυτοματισμού “όποιος πληρώνει παίρνει”, τότε θα έχουμε οπισθοχωρήσει σ’ ένα προγενέστερο στάδιο πρωτογονισμού». Πολιτική βούληση απαιτείται κι έμπρακτη κοινωνική ευαισθησία.
