ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Το φιάγκωμα του Σήφη της Ευγενίας Ζαμπετάκη

0

Γράφει η Ευγενία Σπαντιδάκη-Ζαμπετάκη

Συν/χου δασκάλα

-Μωρέ συ Ζαμπιώ… ετουδά ναι μωρ’ η μάνα σου;

Αν είναι τα, πες τση να ξεπροβάλει να τση πω…. Γροικάς το μωρέ αναγγεμένο γή αποβλακώθηκες; Α δε ν-είναι μωρ’ ετουδά, σφίξε(1) γερά – γερά να πας τση γιαγιάς σου, μα εκειδά θα ‘ναι και πες τση να ‘ρθει μάνι – μάνι γιατί εχτύπησενε του μπάρμπα σου σφαή(2), απού σφαράσσει χάμαις σα ν-το όφι.

Σφίξε μωρή Ζαμπιώ και μη κνουκνουκάς(3) και μη χασομερίζεις…

-Ειντ’ ναι Μαριγώ άκουσα τη ντραβάγια και πόρισα, όφου! Πε μου, είντα πάθετε;

-Έλα Φωτεινή, έλα γερά γερά, γλάκα να γητέψεις τον άντρα μου, βάστα και λιγάκι απήγανο(4) γιατί τον έπιασενε σφαή απού κυλιέται και σφαδάσει χάμαι στο πεζούλι σα ν-το ν-όφι.

-Έρχομαι Μαριγώ, μα μη κάνεις εδά κι ως το τοσονά!

Κοπάνησέ του ώστε νάρθω δυο κρομμύδια και βάλε του τα πάνω στη κοιλιά και πες του να ζωστεί α –δε φορεί τη ζώνη ν-του για να τονε γητέψω. Άψε και τη φωθιά να γενούνε δυο καρβουνάκια να τονε θυμιάσομενε κιόλας, δός του να πχιεί μια σταλέ ρακί κι απόκιας τρίψε του τη γ-κοιλιά ν-του ούλη από το φάλι και κάτω γιατί εγώ κι αν έρθω δε μπορώ να του αγγίξω όθε ν-εκειδά…

Να γιουρουντήξω και απήτις κάμω τσι δουλειές έρχομαι τζιριτιχτή(5).

-Να σ’ ανημένω θέλει, μόνο μη ν-αργήσεις…

Σε μια ουλιά ώρα, πάει η Φωτεινή κι ως εσίμωσενε κοντά, γροικά τ’ αγκομαχητά του Σήφη και μπαίνει μέσα και ρωτά:

-Είντα ‘παθες ξάδερφε, που πονείς, κι αποσπότες σου χτύπησενε;

-Έλα Φωτεινή όθεν επαέ παραόξω να σου τα πω ‘γω, γιατί αυτός έμου νάκαρα δεν έει να μιλήσει, έμου θα μου μανίσει και δε ν-έχω στεμό ‘παέ. Γροίκα μου δα. Οψές αργά έσπασε ν-το σκοινί ο ντανάς(6) και γλάκανε ο κακομοίρης να τονε πιάσει γύρου – γύρου στο χωράφι, επήδηξενε του δαιμόνου το ζω(7) το φράχτη και έγκαψενε κάτω. Σα μια ώρα τον εζύγωνε και στο τέλος έπεσενε ξερός στο χώμα. Αποξεράθηκενε το στόμα του από τη δίψα μα νερό… βρόξη(8). Εφοβήθηκενε πως ήρθενε το τέλος του. Επέρασενε κάμποση ώρα τού φυγενε η λιγομάρα(9), άνοιξενε τα μάθια ν-του και θωρεί πως εκοίτουντανε κάτω από μια αγριαπηδέ. Ανασηκώθηκενε κι εγιουρούντηξενε στ’ αγριάπηδα και τρωε καί πινε το ζουμί να ξεδιψάσει, έτρωε, έτρωε ο κακομάζαλος μέχρι πούβανε το στομάχι του.  Αυτά τον εσώσανε και σιγά σιγά ήρθε αποβασιλέματα στο σπίτι ν-του.

Σήμερο το πρωί η κοιλιά ν-του δραμπούκι(10). Δεν είναι μόνο πως τον εκόψανε και έχει το σφάχτη, παρά εφρακάρανε δα και στ’ άντερά ν-του, κι εδώ από ταϋτέρου(11), πολεμά κι αποσφονιάζεται(12) και δε μπορεί να ενεργηθεί. Είντα μολόχα δε του βρασα, είντα χαμομήλι, είντα μπούμπουρα δεν ν-έθεκενε και του ‘βαλα οθέν εκειά το χοντρό πυργιάλι απού ‘χομενε και βάνομε το λάδι και το γέμισα κι τ’ άδειασα ούλο μέσα ν-του, μήμπα να ‘θελε απαλύνει τ’ άντερό ν-του να ξεμπουργάρει(13) μα νάκι ναφιλέ(14). Είντα να κάμω κι είντα να γενώ, απού τον εθώρουνα κι εγώ πως δε ν-τονε βάνανε μουδέ τα ρούχα ν-του και να μου λέει να του βοηθήσω και να με πατσαουρίζει κι από πάνω και να μη μπορώ να του κάμω χαράμις τη δροσιά. Πχιάνω  τονε με το συργούλιο και του λέω να φωνιάξομε το γιατρό απού τη χώρα απούχει αυτό το σύνεργο, δε γ-κατέω μα θαρώ πως το λένε σερβιτσάλι(15) να του το βάλει να μαλακώσουνε τ’ άντερά ν-του, μα δε θέλει με κανένα τρόπο, παρά μου λέει:

-Είντα το χοντρό πυργιάλι μου ‘βαλες γεμάτο λάδι και δε μου κάμε καλυμέντο και το σερβιτσάλι θα μ’ ανακουφίσει; Είντα λογάσαι; Α πορίσει ο γιατρός κι έρθει από τη χώρα θα μας σε γυρεύει τα μαλλιοκέφαλά μας, έχομενε παράδες να τονε πλερώσομενε;

-Έλα μπρε Φωτεινή να τονε ξανοίξεις και συ, μόνο να τονε ξανοίξεις, όι να του γγίξεις.

-Λάγαζε(16) μωρή μα δε του γγίζω ‘γω σε τέτοιο τόπο, μα μουδέ να τονε ιδώ τάξε δε ταιριάζει, μα μουδ’ ο ίδιος δε θα θέλει, ρωτηξέ τονε να δεις.

Κι Μαριγώ του λέει αποσίγανα.

-Μπρεσύ επαέ ‘ναι η Φωτεινή γύρισε να σε ξανοίξει εκειδά να σου πει και τη γητειά απού ‘ναι χερικαρέ και μπορεί να θαραπαείς μια ουλιά.

Κι ο Σήφης γυρίζει και τση λέει:

-Εκάτεχά το γω μωρή πως ήσουνα ζαβή(17), μα όι κι ως τοσονιδά, είντα θέλεις μωρή να ξεμασκαρωθώ; Μα και συ δα Φωτεινή έπρεπε να τση τηνε κάμεις καλά ετούτηνα τη κουζουλάδα; Λείπετέ με κι οι δυό σας κι ό,τι θέλει ο Θεός ας με κάμει…

-Μη ν-τα βάνεις Σήφη μετά μένα, μα ‘κείνη μοναχή τζη το σκέφτηκε και μοναχή τζη τόπενε και μήμπα να θαρείς εδά πως καμαροχαίρομαι να θωρώ τέτοια πράματα, μα και να με πλερώνεις από πάνω πάλι δε σου γγίζω μουδέ δε σε ξανοίγω… Εγόι σου αναποδιασμένε(18) μα ανέ ν-το κάτεχα πως ‘θελα μ’ ανασκεντίσεις(19) και μένα δε θα ‘ρχόμουνα και δικά δα τη κακομοίρα τη γυναίκα σου, απού τηνε ροζογαλιάζεις(20) και τηνε δερνομουτσουνιάζεις(21) σα να ‘ναι φαμέγια σου…

Η κακομοίρα η Μαριγώ έστεκενε και τονε γροίκανε και δε ν’ έλεγενε πράμα, παρά όντε ν- εγύρισενε η Φωτεινή να φύγει, γυρίζει και του λέει:

-Εξεποδάριασά τηνε κι ήρθενε για καλό δικό σου, και συ τη μ-παραπόνεσες, η κοιλιά σου εγίνηκε τρουλοσόρι(22) και θα σκάσεις σα τα’ ασκί, πριχού να γκάψει να τση φωνιάξω να σε γητέψει;

-Όι μωρή καλιά ‘χω να σκάσω ντιμπιντούς παρά να ξεγιβεντιστώ(23), είντα ξανάκουσες μωρή φρισονούσα(24) να γητεύουνε τα’ αθρώπους εκειδά…

1 σφίξε = τρέξε

2 σφαή = δυνατός πόνος

3 κνουκνουκάς = αργοκινείσαι

4 απήγανος = αρωματικό φυτό

5 τζιριτιχτή = τρεχάτη

6 ντανάς = αρσενικό βόδι

7 ζω = ζώο

8 βρόξη = στάλα

9 λιγομάρα = λιποθυμία

10 δραμπούκι = πολύ πρησμένη

11 ταϋτέρου = το πρωί

12 αποσφονιάζεται = σφίγγεται

13 ξεπαγουργάρει = να ξεπονέσει

14 νάκι ναφιλέ = μάταια, άσκοπα

15 σερβιτσάλι = το κλύσμα

16 λάγαζε = έλα στα σύγκαλά σου

17 ζαβή = ελαφρόμυαλη

18 αναποδιασμένε = ιδιότροπε

19 ανασκεντίσεις = εξυβρίσεις

20 ροζογαλιάζεις = πικραίνεις

21 δερνομουτσουνιάζεις = κατσαδιάζεις

22 τρουλοσόρι = πολύ φουσκωμένη

23 ξεγιβεντιστώ = εξευτελιστώ

24 φρισονούσα = φρίσα, ψάρι ρέγγα + νους

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Το φιάγκωμα του Σήφη της Ευγενίας Ζαμπετάκη

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ