Το Χριστόψωμο έχει την πρώτη θέση στο Χριστουγεννιάτικο τράπεζι. Η συνήθεια είναι πανάρχαια, έχει τις ρίζες της, στους εορταστικοιύς άρτους των αρχαίων. Οι μεσογειακοί πολιτισμοί συνδέθηκαν με τον κύκλο της αναπαραγωγής του. Το μεγάλο γεγονός της γέννησης ενός θεού δε μπορεί παρά να επηρεάζει τη ζωή των ανθρώπων και ιδίαιτερα όταν αυτή η καινούργια θρησκεία αποδίδει στο ψωμί το συμβολισμό της ίδιας της ζωής ή και του ίδιου του υπέρτατου όντος! (ο ίδιος ο Χριστός που γεννιέται είναι ο άρτος της ζωής)
Υπάρχουν μαρτυρίες για Χριστόψωμα που παρασκεύαζαν σ’ όλο τον ελληνικό χώρο για πολλούς αιώνες και έδιναν μια ιδιαίτερη νότα στο εορταστικό κλίμα των Χριστουγέννων.
Το Χριστόψωμο ζυμώνουν και φουρνίζουν οι νοικοκυρές την παραμονή των Χριστουγέννων. Την επιφάνεια του ψωμιού στολίζουν με ένα σταυρό από ζύμη και στη μέση τοποθετούν ένα καρύδι. Αυτή είναι η απλούστερη μορφή Χριστόψωμου. Σε πολλά έρη τοποθετούν στην επιφάνεια πολλά πλουμίδια και σύμβολα που φανερώνουν την αγωνία του ανθρώπου για την πορεία της παραγωγής. Τα Χριστόψωμα της Κρήτης είναι φορτωμένα με τόσα σύμβολα και πλουμίδια που μοιάζουν με μικρά έργα τέχνης. Τα Χριστόψωμα της αρραβωνιαστικιάς είχαν στο κέντρο μια φωλιά γεμάτη μικρά βολαράκια ζύμη σε σχήμα αυγών δίπλα από τη φωλιά έπλαθαν δύο πουλιά, το ένα απέναντι στο άλλο. Ήταν το καινούργιο ζευγάρι. Τα αυγά αποτελούσαν το κυριότερο ευγονικό σύμβολο. Ο συγγραφέας Νίκος Ψυλάκης στο βιβλίο του «Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη» μας παρουσιάζει Χριστόψωμα σε πολλά μέρη της Κρήτης, μας περιγράφει το στόλισμα και το συμβολισμό των πλουμιδιών πάνω στην επιφάνεια των Χριστόψωμων: Στον Κρουσώμα γράφει «φτιάχνουνε ένα σταυρό και βάζανε 33 καρύδια, όσα ήταν και τα χρόνια του Χριστού. Άλλοι βάζανε πέντε, ένα στη μέση και ένα σε κάθε άκρη του σταυρού. Στο Αμάρι του 19ου αιώνα τα Χριστόψωμα ήταν «καθαροί εκ σίτου άρτοι με σταυρούς επί της προσόψεως και αστέρας και αλλα στολίσματα εκ ζύμης. Το Χριστόψωμο των δυτικών Αστερουσίων (ξεχασμένο δυστυχώς σήμερα) ήταν από τα πιο εντυπωσιακά του ελληνικού χώρου.
Σ’ ένα μεγάλο ελλειψοειδές ψωμί έπλαθαν ένα οξυκόρυφο δέντρο και στα κλαδιά του έβαζαν λογής – λογής στολίδια. Ψωμί δέντρο λιγότερο εντυπωσιακό όμως μαρτυρείται και στην Κω.
Το Χριστόψωμο που συναντήσαμε στα ορεινά της Ιεράπετρας φαίνεται ν’ αποτελεί μοναδική επιβίωση παλαιότερων πρακτικών και συνηθειά. Ήταν ένα ιδιότυπο Χριστόψωμο, στρογγυλό και πάνω στην επιφάνεια του σχειδαζόταν το πρόσωπο εκείνου για τον οποίο το ζύμωναν. Το πρόσωπο αυτό μπορούσε να είναι είτε εν ζωή είτε να έχει πεθάνει. Ήταν δηλαδή ένα τάμα το οποίο γινόταν για διάφορους λόγους (υγεία, επιτυχής έκβαση ταξιδιού, επιστροφή ξενιτεμένου) αλλά συνηθιζόταν περισσότερο ως μνημόσυνο στενού συγγενικού ή φιλικού προσώπου, θα μπορούσε να αποτελεί επιβίωση του αρχαίου άρτου που ονοαζόταν «υγιεία» και παρακευαζόταν αποκλειστικά υπέρ τηα υγείας κάποιου προσώπου. Από το βιβίο του κ. Νικολάου Ψιλλάκη «Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη» σελίδα 426.
Στο Χριστουγεννιάτικο τραπέζι, περίοπτη θέση έχει το Χριστόψωμο. Πρώτα η νοικοκυρά του σπιτιού θυμιάζει, όλα τα φαγητά του τραπεζιού, λέει ευχές υπέρ των ζώντων. Μετά ρίχνει στο θυμιατό νερό να ευφρανθούν οι ψυχές των πεθαμένων, τη δροσεράδα του νερού, ρίχνει ψίχουλα του Χριστόψωμου, να αισθανθούν οι ψυχές την αφρατάδα του ψωμιού, ρίχνει λίγο φαγητό να ευφρανούν οι ψυχές τη νοστιμάδα του φαγητού, τη μυρωδιά του λιβανιού, τη φωτεράδα του κεριού.
Μετά αρχίζει η τελετουργία της κοπής του Χριστόψωμου. Εκείνος που κόβει το ψωί είναι πάντα νέος, συγκεκριμένα ο νοικοκύρης του σπιτού, έτσι όπως ο Χριστός είναι εκείνος που κόβει το ψωμί και το μοιράζει στο Μυστικό δείπνο. Ποικίλουν τα έθιμα που συνοδεύουν την κοπή του χριστόψωμου. Τα σχετικά με το χριστόψωμο έθιμα όλου του ελληνικού κόσμου παρουσιάζουν κοινά στοιχεία σε όλες τις ορθόδοξες βαλκανικές χώρες ενώ υπάρχουν πολλά κοινά στοιχεία και με άλλους χριστιανικούς λαούς της Ευρώπης.
Βασική πηγή των εθίμων που περιγράφονται είναι το βιβλίο του Νίκου Ψιλλάκη «Λαϊκές τελετουργίες της Κρήτης».
Για τους μικρούς αναγνώστες της εφημερίδας έγραψα ένα Χριστουγεννιάτικο παραμύθι και τους το χαρίζω μαζί με τις ευχές μου «Χρόνια πολλά, καλή πρόοδο στο σχολείο τους».
Ένα έλατο διαφορετικό από τ’ άλλα
Μια φορά και έναν καιρό σ’ ένα μεγάλο δάσος από έλατα μεγάλωνε ένα χαριτωμένο μικρό έλατο δίπλα στη μανούλα του. Ο ήλιος και το αεράκι του χάριζαν γαλήνη και ομορφιά.
Δεν ήταν όμως ευτυχισμένο, νόμιζε πως ήταν κοντό και άσχημο, γκρίνιαζε ακόμη και στη μάνα του και της έλεγε με παράπονο.
-Εσύ φταίεις και δεν χηλώνω, μου κρύβεις τον ήλιο, χωρίς ήλιο πως μπορούν να μεγαλώσουν τα δέντρα, είσαι και μπατάλικη...
-Παιδάκι μου, εγώ με το σώμα μου σε προστατεύω από τους κεραυνούς, από το δυνατό αέρα και το χιόνι.
-Βαρέθηκα να ζωη στη σκιά σου, θέλω να φύγω από το δάσος, δε μπορώ να είμαι καρφωμένο στο χώμα σ’όλη μου τη ζωή, θέλω να ταξιδέψω, να ζήσω μια λαμπερή ζωή, να γνωρίσω τον κόσμο.
-Παιδάκι μου, τι είναι αυτά που λες, υπάρχει καλύτερη ζωή από τη δική μας;
Η μάνα γη μας τρέφει, ο λαμπρός ήλιος μα ζωογονεί, μας χαϊδεύει ο ζέφυρος, μας τρακουνεί ο δυνατός βοριάς, η βροχή μας ξεπλένει, έρχονται τα πουλιά όλη μέρα και μας τραγουδούν και έχουμε μόνο ένα εχτρό, τον εμπρηστή, φοβούμαστε μόνο τον κεραυνό και τον άνθρωπο, μη μας κάψουν!
-Έχω λαχτάρα μάνα μου να ψηλώσω, να με κόψουν, να πάω στα λαμπερά σαλόνια, να με ντύσουν με πλουμιστά στολίδια, να με φωτίσουν με χρωματιστά λαμπιόνια και γύρω μου να παίζουν καλοντυμένα παιδιά και εξίσου ωραίοι καλοντυμένοι μεγάλοι, που θα με καμαρώνουν με θαυμασμό.
-Αχ παιδάκι μου, με στεναχωρούν τα λόγια σου, είσαι ματαιόδοξο, αυτό δε θα σου βγει σε καλό!
Ένα ωραίο πρωί λίγο παγωμένο, καθώς είχε πει για τα καλά ο Δεκέμβρης η μεγάλη του στιγμή έφτασε! Βρέθηκε στα τυχερά, τα πρωτοκλασάτα έλατα, που προορίζονταν για πώληση, σε κάθως πρέπει σπίτια ενώ τα πιο τυχερά μπορεί να κατέληγαν στη βίλα κάποιου πλουσίου.
Δεν είχε πολλές πιθανότητες για βίλες και αρχοντικά το μικροκαμωμένο ελατάκι μας, άντε μακάρι να στόλιζε καμια βιτρίνα ενός μικρού καταστήματος. Όμως το δικό μας ελατάκι ήταν πλασμένο για τη διασημότητα. Μια αρχόντισσα καλοντυμένη με τα παιδάκια της το διάλεξαν «Δε θέλομε πια μεγάλα δέντρα στο σαλόνι μας ν’ ανεβαίνουμε σε σκάλα να τα στολίζομε, μας αρέσει αυτό το μικροκαμωμένο δεντράκι, να το φτάνομαι να το στολίσομε μόνα μας, να το χαρούμε!». Η μητέρα τους δεν είχε λόγο να τους χαλάσει το χατήρι.
Το ματαιόδοξο έλατο ρίγησε από συγκίνηση. Σύντομα βρέθηκε σ’ ένα μεγάλο σαλόνι. Τα τέσσερα αρχοντόπουλα ασχολούταν όλη μέρα μαζί του στολίζοντάς το. Πολύχρωμες μπαλίτσες, αστραφτερά αστέρια, χρυσές και ασημένιες γυρλάντες το στόλιζαν και έγινε το ωραιότερο Χριστουγεννιάτικο δέντρο του κόσμου, αυτό έλεγαν τα τέσσερα παιδάκια που το στόλιζαν. Έπαιξαν μετά πιάνο, τραγούδησαν, χόρεψαν γύρω του ευχαριστημένα. Η μεγαλύτερη ευχαρίστηση για το δεντράκι ήταν το βράδυ των Χριστουγέννων.
Μαζεύτηκαν όλοι γύρω του, φίλοι, συγγενείς, οικοδεσπότες και παιδιά έπαιρναν τα δώρα που ήταν στοιβαγμένα γύρω του και ξεφώνιζαν από χαρά, ήταν σαν να τους τα χάριζε το ίδιο, αγκαλιάζονταν, έδιναν ευχές μεταξύ τους και το ελατάκι συμμετείχε στη χαρά τους. Έπαιζαν πιάνο, χόρευαν, τραγουδούσαν, αν είχε φωνούλα θα τους συνόδευε στο τραγούδι, όμως αρκέστηκε σε μια σιωπηλή ευδαιμονία.
Κάθε μέρα είχε παρέα τα παιδιά που το θαύμαζαν πολλά βράδια είχε και την παρέα των μεγάλων που το καμάρωναν εξίσου.
Όσο περνούσαν οι μέρες το έλατο συνήθιζε την καινούργια ζωή, το βάραινανα τα στόλιδια, δεν μπορούσε ν’ αναπνεύσει και η δίψα του ήταν ανυπόφορη.
Οι Χριστουγεννιάτικες γιορτές έφτασαν στο τέλος, το έλατο είχε παίξει επάξια το ρόλο του, δεν ήξερε όμως τι ακριβώς το περιμένει. Λίγο μετά τα Φώτα, αφού το ξεγύμνωσαν το πήραν με βία από το σαλονάκι του και το πέταξαν σ’ ένα κάδο σκουπιδιών. Τέτοια αίσθηση ξεριζωμού δεν είχε νιώσει ούτε όταν το κόψανε από το δάσος. Ύστερα από τόσα μεγαλεία και στολίδια βρέθηκε ανάμεσα σε πλαστικές σακούλες, γατιά, ποντίκια, βρώμικες συσκευασίες, αποφάγια και όλων των ειδών τα σκουπίδια. Οριζοντιωμένο, ανήμπορο, προσπάθησε να διασκεδάσει την πτώση του, ανοίγοντας διάλογο με τους γείτονές του, πιστεύοντας ότι έτσι θα το σεβαστούν.
-Ξέρετε ποιο είμαι ‘γω; Είμαι το έλατο που στόλιζε το μέγαρο του άρχοντα αυτής της γειτονιάς «μη κολλάς στα κλαδιά μου, γιατί μυρίζεις άσχημα» είπε σε μια ανοιγμένη κονσέρβα από χαβιάρι. «Σιγά τ’ αυγά... και εγώ ήμουν το ορτέβ του άρχοντα» ανταπάντησε η κονσέρβα. «Αν σας έλεγα εγώ ποιο μάγουλο έχω σκουπίσει, θα μένατε ξεροί» αποκρίθηκε μια κουρελιασμένη χαρτοπετσέτα. «Αν ξέρατε ποιας κυρίας τα πόδια στόλιζα, θα ντρεπόσαστε που βρίσκομαι μαζί σας» είπε με έπαρση μια σουβλομύτα, κατακόκκινη, ξεσχισμένη γοβίτσα.
Το έλατο ένιωθε τις δυνάμεις του να το εγκαταλείπουν, οι χυμοί του είχαν ξεραθεί πια, τα κλαδιά του άρχισαν να κιτρινίζουν, ένιωθε κενό, αποστραγγισμένο απο ζωή. Μια στυμμένη λεμονόκουπα πλάι του καυχιόταν γιατί πρόσφερε το περιεχόμενό της στην αυγοκομμένη κούπα που σέρβιρε στο ρεβεγιόν της μια αρχόντισσα. Και πάνω τους τα ποντίκια ροκάνιζαν, οι μύγες βούϊζαν, τα βακτηρίδια ανταπτύσσονταν ραγδαία, αδιάφορα για το ένδοξο παρελθόν όσων σάπιζαν από κάτω τους.
Πέρασε η ώρα με την κουβέντα στο σκουπιδότοπο, ήταν πια ξημερώματα, όταν ακούστηκε μέσα στη σιγαλιά της νύχτας, ένας εκκωφαντικός θόρυβος, τα τρωκτικά κατάλαβαν, τρόμαξαν και έτρεξαν να κρυφτούν... Ένα απορριματοφόρο έφθασε πλάι στον κάδο των σκουπιδιών. Το έλατο κατάλαβε... έδειξε θάρρος και φώναξε:
«Άδικα μαλώναμε όλη νύχτα για το ποιο σκουπίδι είχε τη μεγαλύτερη προσφορά στους ανθρώπους. Ήρθε το τέλος μας, σε λίγο θα μας αλέσουν».
Την ώρα που ακουμπούσαν οι εργάτες τα χέρια τους για να σηκώσουν το σκουπιδοτενεκέ, ακούστηκε η τραχιά φωνή της κουκουβάγιας πυο άκουε και έβλεπε τα συμβαίνοντα από το διπλανό δέντρο.
-Θάρρος σκουπίδια μου! Όλα τα πράγματα, τα δέντρα, τα ζώα, τα φυτά, ο άνθρωπος έχουν ένα τέλος. Το φεγγάρι που είδε κι άκουσε από ψηλά δακρυσε.
Αυτό το παραμύθι εμπνεύστηκα και έγραψα για σας, θέλω τώρα να σκεφτείτε εσείς οι μικροί αναγνώστες και να κουβεντιάσετε με τους μεγάλους, τι ήταν καλύτερα για το έλατο, να μην είχε αυτή τη ματαιοδοξία και να ζει ακόμη στο δάσος ή καλύτερα που πραγματοποίησε το όνειρο της ζωής του κι ας πέθανε νωρίς;
