Στο μοναστήρι της Παναγίας, οι καλόγριες ετοίμαζαν το βραδινό δείπνο...
Τα παιδιά ήταν στο κατηχητικό και η αδελφή Θεώνη, τους δίδασκε πως να κάνουν το καλό στους συνανθρώπους τους και να βαδίζουν το δρόμο του Χριστού...
Όλα τους ήταν ορφανά και από φτωχές οικογένειες που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα...
Είχαν κορίτσια και αγόρια μαζί, αλλά τα χώριζαν όταν γινόταν δώδεκα χρονώ...
Πολλές φορές τύχαινε να είναι αδέρφια και εκεί είχαν μεγάλο πρόβλημα, γιατί ο χωρισμός τους ήταν σπαραχτικός...
Τα πήγαιναν σε άλλο μοναστήρι με καλογέρους, αλλά πάντα, οι καλόγριες, είχαν συχνή επαφή και μάθαιναν για την ζωή των αγοριών και ένοιωθαν υποχρέωση τους να συναντούν τα αδέρφια σε ουδέτερο μέρος...
Όταν περνούσαν τα χρόνια τα παιδιά έβγαιναν από τα μοναστήρια και συνέχιζαν τη ζωή τους, παντρευόταν, κάποια σπούδαζαν και όλα έπαιρναν το δρόμο τους. Ποτέ όμως δεν ξέχασαν τα μοναστήρια που μεγάλωσαν και τα επισκεφτόταν πολύ συχνά, ένοιωθαν σαν το σπίτι τους...
Σε λιγες μέρες, θα έπρεπε να χωρίσουν την Πελαγιώ, από τον μικρότερο αδερφό της.
Ήταν αχώριστα, από την μέρα που οι γονείς τους, αποφάσισαν ότι δεν μπορούν, να μεγαλώσουν τον μικρό Παναγιώτη, γιατί γεννήθηκε με πρόβλημα υγείας... Μετά από ένα χρόνο κατάλαβαν ότι το παιδί δεν μπορούσε να περπατήσει καλά, το ένα του πόδι δεν μεγάλωνε όπως το άλλο...
'Επρεπε κάτι να κάνουν να το ξεφορτωθούν...Πολύ πλούσια οικογένεια, με μεγάλο κύκλο...Το είχαν σε ντροπή τους, να έχουν άρρωστο παιδί, τι θα έλεγε ο κόσμος;
Αρρώστησε, είπαν στους φίλους τους, το παιδί και θα το πάνε στο νοσοκομείο, στη χώρα...Ξεκίνησαν πρωί πρωί να μην τους δούνε και πολλοί και αντί για το νοσοκομείο, το πήγαν στο μοναστήρι, και το παρέδωσαν στα χέρια της Ηγουμένης...
Όταν γύρισαν στο χωριό, είπαν ότι το μωρό τους πέθανε και το έθαψαν στη χώρα. Είχαν φορέσει μαύρα, μυξόκλαιγαν κιόλας και τους πίστεψαν...
Η μικρή Πελαγιώ, όλη μέρα έκλαιγε που έχασε τον αδερφό της, ήταν απαρηγόρητη...
Η μητέρα της απαγόρευε να κλαίει... Τα βράδια στην προσευχή της, ζητούσε από την Παναγία, να την πάει εκεί που είναι ο αδερφούλης της, να τον σκεπάζει να μην κρυώνει...
Σε μια εβδομάδα ήταν παραμονή Χριστουγέννων και τους είχαν καλέσει στη χώρα σε γλέντι...Δε σκέφτηκαν ότι είχαν ''πένθος''...και τι θα έλεγαν οι χωριανοί...
Η Πελαγιώ, είχε αγκαλιάσει το πόδι του τραπεζιού και αντιστεκόταν στη μάνα της, που τη τράβαγε να την ντύσει, για να την πάρουν μαζί τους... Στο τέλος, την έκανε μαύρη στο ξύλο και την παράτησε, να κλαίει μόνη της, όλη νύχτα...
Φύσαγε όταν, γυρνούσαν στο χωριό και είχαν πιεί πολύ...το δέντρο είχε πέσει στη μέση του δρόμου και δεν το είδαν...
Μέρα Χριστουγέννων, μετά την κηδεία και μια που δεν υπήρχαν στενοί συγγενείς, η Ηγουμένη, ζήτησε να πάρει την Πελαγιώ, στο μοναστήρι...Την πήγε κατευθείαν εκεί που ήταν ο αδερφός της...ΗΠελαγιώ άρχισε να ουρλιάζει από τη χαρά της, σαν είδε τον αδερφούλη της και αμέσως ξέχασε και μάνα και πατέρα...
Ο μικρούλης, αμέσως την γνώρισε και την αγκάλιασε με τα μικρά του χεράκια...Όλη μέρα κι' όλη νύχτα, τον κρατούσε στην αγκαλιά της, να μην πέσει και χτυπήσει, να μην κλάψει και ο μικούλης δεν έκλαψε ποτέ ξανά...
Σιγά σιγά, λες και ήθελε να ευχαριστήσει τη αδερφή του, άρχισε να κάνει μικρά βηματάκια, έπεφτε μα σηκωνόταν πάλι γιατί ένοιωθε πως τον αγαπούν και προσπαθούσε...προσπαθούσε...και τα κατάφερε...
Έμαθε να περπατάει, με το κοντό του το ποδαράκι και ήταν χαρούμενος, πολύ χαρούμενος...
Πέρασαν όμως τα χρόνια και τα παιδιά μεγάλωσαν, η Πελαγιώ ήταν 16 και ο Παναγιώτης 12...
Σε δύο χρόνια θα μπορούσε το κορίτσι, να φύγει να πάει να σπουδάσει, ο Παναγιώτης όμως θα έπρεπε να φύγει τώρα... και πως θα ζούσε μακριά απο την αδερφή του, πως;...Αυτά σκεφτόταν η Ηγουμένη, αλλά και οι άλλες καλόγριες που αγαπούσαν όλα τα παιδιά...
Νωρίς το πρωί ξεκίνησε για τη χώρα η Ηγουμένη, έπρεπε να πάει στο Δεσπότη, έπρεπε να του εξηγήσει την κατάσταση...ήταν παραμονή Χριστουγέννων, ας γινόταν ένα θαύμα...θα του τα πει όλα από την αρχή , χαρτί και καλαμάρι...
''Να μη χωρίσουνε τα αδέρφια, θα τα φέρω στη χώρα, εγώ απο το μισθό μου θα τα σπουδάσω και θα τα προικίσω, μη στενοχωριέσαι Ηγουμένη''...είπε ο Δεσπότης και τα δάκρυα τρύπωσαν, μέσα στα άσπρα, μακριά του γένια...
Και σς λίγες ώρες θα ξημέρωναν Χριστούγεννα...
