ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ Κ. ΑΚΟΥΜΙΑΝΑΚΗΣ
ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΑΝΑΛΥΤΗΣ
E-mail: [email protected]
http://soixantedix.blogspot.com/
Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου. Χάραμα Τρίτης. Πηγαίνω στο fast food απέναντι από την είσοδο του νοσοκομείου για καφέ και τυρόπιτα. Αρκετός κόσμος στην ουρά λαμβάνοντας υπόψη την ώρα. Το βλέμμα μου καρφώνεται στο βάθος δεξιά στη γωνία. Κουρνιασμένος και τυλιγμένος σε μια παλιά λεπτή κουβέρτα, ένας ηλικιωμένος λαγοκοιμάται. Κρύα η αίθουσα, κόσμος, φασαρία. Ρωτάω την κοπέλα στο ταμείο. «Είναι άστεγος», μου λέει. «Ζει και κοιμάται εδώ, κι εμείς του δίνουμε κάτι να φάει». Παίρνω τον καφέ και την τυρόπιτα και τον πλησιάζω. Τα μάτια του έχουν ανοίξει πριν προλάβω να του μιλήσω. Αντιλαμβάνεται από μακριά τον προορισμό μου κι ανασηκώνεται. «Καλημέρα παππούλη» του λέω. «Καλημέρα παιδί μου» απαντάει με γλυκιά και βραχνή φωνή. «Να σε κεράσω να φας κάτι;» τον ρωτάω και του προσφέρω την τυρόπιτα πριν πάρω απάντηση. Τη δέχεται, μου λέει «ευχαριστώ», αρχίζει να μασουλάει κι εγώ τον χαιρετώ, του λέω «χρόνια πολλά» και κάθομαι σε ένα τραπέζι πιο πέρα.
Δεν αγοράζω άλλη τυρόπιτα για μένα, ξαφνικά μου κόπηκε η όρεξη. Πίνω τον καφέ μου σιγά-σιγά έχοντας «πλάτη» το γεράκο της γωνίας. Δεν θέλω να τον κάνω να νιώθει άβολα κοιτάζοντάς τον. Ρίχνω όμως μια κλεφτή ματιά προς το μέρος του φεύγοντας. Μοιάζει με πραγματικό Άγιο Βασίλη. Έχει κουρνιάσει ξανά στην λεπτή κουβέρτα του, προσπαθεί να ζεσταθεί το γαλήνιο πρόσωπό του έχει μια σκιά, μια θλίψη ανάμεσα στα άσπρα γένια και τις ρυτίδες. Ένα μούδιασμα απλώνεται στην ψυχή μου, ένα αγκάθι τρυπάει το μυαλό μου. Φεύγω. Έχω σταματήσει τώρα να σκέφτομαι τα δικά μου. Είναι μικρά κι ασήμαντα σε σχέση με άλλα μεγάλα και σημαντικά, σε σχέση με τα προβλήματα των συνανθρώπων μας στην Ελλάδα που πληγώνει τα παιδιά της.
Θυμάμαι τα παιδικά μου χρόνια, τότε που οι μεγάλοι μιλούσαν για το μέλλον μου, οι δάσκαλοι μιλούσαν για το λαμπρό παρελθόν αυτής της χώρας, οι γονείς μου με παρότρυναν να γίνω άνθρωπος αξίας κι οι συμμαθητές μου ζητούσαν τη γνώμη μου. Τα χρόνια πέρασαν, η ζωή κύλησε σαν νερό, το μέλλον δεν προδιαγράφεται λαμπρό, το λαμπρό παρελθόν αυτής της χώρας κάνει ακόμα μεγαλύτερη την πίκρα για το παρόν της, οι αξίες προφανώς δεν εκτιμήθηκαν κι η γνώμη μου δε μετράει παρά μόνο για ελάχιστους, ενώ εξοργίζει πάρα πολλούς.
Τη ζωή μας όμως μόνο εμείς μπορούμε να τη ζήσουμε και κανείς άλλος δεν μπορεί να το κάνει για μας. Είχα κατέβει κάτω στην αγορά του Ηρακλείου χτες. Μια ζεστή κουβέρτα, καινούρια χνουδάτη, με ωραίο σχέδιο μέσα στη θήκη της, σε μια βιτρίνα μου έκανε «κλικ». Μπήκα χωρίς δεύτερη σκέψη στο μαγαζί και την αγόρασα. Βγήκα έξω χαρούμενος λες κι είχα αγοράσει καινούριο αυτοκίνητο. Ξέρετε από εκείνα τα κανονικά με τις γνήσιες πινακίδες, όχι από τα άλλα τα θηριώδη τζιπ, με οίηση καμπίνας, πινακίδες κομπίνας και πρώην υπουργούς στο τιμόνι να βολτάρουν ανασφάλιστοι στα προάστια της Αθήνας. Γύρισα στο ταχυφαγείο. Ο γεράκος κοιμόταν. Στο κενό ανάμεσα στο σώμα του και στη τζαμαρία άφησα αθόρυβα την κουβέρτα κι έφυγα.
Πέμπτη πρωί. Πήγα ξανά να πάρω καφέ. Ο γεράκος ήταν εκεί στο τραπέζι της γωνίας με την καινούρια, τη ζεστή κουβέρτα της αγάπης τυλιγμένη πάνω του. Έλαμπε σήμερα, φαινόταν πιο νέος, ήταν διαφορετικός, είχε μια θεϊκή μορφή, καμάρωνε σαν γύφτικο σκεπάρνι. Δεν μπορούσα να του μιλήσω, δεν ήθελα να καρφωθώ. Πλήρωσα τον καφέ και μια τυρόπιτα που δεν πήρα. Είπα στην κοπέλα να την πάει και να την αφήσει στο τραπέζι του. Με δακρυσμένα μάτια βγήκα έξω κρατώντας τον καφέ στο χέρι. Ναι, τελικά ο καθένας μας μπορεί να γίνει ένας μικρός Άη-Βασίλης. Καλές γιορτές.
