Εόρταζενε ο Νικολής τη μΠαρασκή τσ’ έξι του Δεκέμπρη και το Σαββάτ’ αργά επρεμαζωχτήκανε στο σπίτι ν-του ούλοι οι εδικοί και φίλοι ντου, να του πούνε «Χρόνια πολλά».
Η γυναίκα ν-του η Πελαγιώ απόντα ν-οπροχθές ετοίμαζενε τα τραταμέντα. Έσφαξενε δυο - τρία κουνέλια, όρθες(1), ένα μεγάλο κούκλη(2), τα τηγάνισενε τα σκέπασενε με λεμονόφυλλα και τα κόνεψενε στο ντολάπι. Αυτό που κανε κάθε χρόνο στην εορτή του άντρα τζη, ήτανε οι «βολαρίτες»(3). Πάντα τα περιμένανε ούλοι μιτσοί - μεγάλοι ετουτονά το μπελαλίδικο(4) γλύκισμα.
Εκείνανά τα παλιά χρόνια τσ’ αρχές του περασμένου αιώνα δεν ήτανε αυτοκίνητα, μήτε δρόμοι ασφαλτοστρωμένοι, μήτε τηλέφωνα, μήτε ηλεκτρικά. Η χώρα ήταν αλάργο(5) κι οι άνθρωποι πχαίνανε με τα χτήματα, με γαϊδάρους, φοράδες, μουλάρια, δυο τρεις βολές το χρόνο σε μεγάλη ανάγκη. Επορεύγουνταν μ’ αυτά πούχανε στο σπίτι και με πολύ τυραννία και κόπο εβγάνανε από τη γης. Εκουταλομετρούσανε τα χώματα, ολοχρονήσιως του χρόνου, χειμώνα, καλοκαίρι και με κρυγιότη και με κάψα. Δεν ετρώγανε του Ζαχαροπλαστείου γλυκά, που θελα τα βρούνε; Τα σταμαρίζανε! Το κάτεχενε η Πελαγιώ και καθ’ απού εόρταζενε ο άντρας τση ετοίμαζενε τσοι «βολαρίτες».
Από βραδύς ανάπιανε ν-το προζύμι με νερό κι αλεύρι. Λίαν πρωί, αυγή τσ’ άλλης μέρας, εζύμωνε με το προζύμι νερό κι αλεύρι κι έκανε αραιούτσικη ζύμη, τη σκέπαζενε ν’ ανέβει, να φουσκώσει. Έστενε το τηγάνι στη φωθιά, έπιανε ν-τη ζύμη στη χούφτα τζη και με το κουτάλι, έριχνενε στο καφτό λάδι κομματάκια ζύμη στρογγυλά. Με μια μακρέ τρυπητή κουτάλα τσ’ απόσερνε από το τηγάνι και τσι βανε σε μια ξύλινη σκάφη. Τη γέμιζενε ως απάνω. Όντενε τελείωνε το τηγάνισμα, ελαντούριζενε(6) τσι βολαρίτες με πετιμέζι, μέλι δε ν-είχενε, κι ασφεντούρανε από πάνω καρβουντισμένο σουσάμι, απού ‘χενε φυτεμένο στο περβόλι τζη.
Τσ’ αποθαύμαζενε στη σκάφη και μουρμούριζενε «Να φάνε μπόλικους να ξελειξέψουνε(7)».
Το Σαββάτο αργά ήρθενε ο Νικολής απονωροπά στο σπίτι αποστεμένος απού τσι οξωτάρικες δουλειές. Αχεροτάισενε τα έχνη, έβαλενε χοντρές σκίζες στη φωθιά, επλύθηκενε, εφουντάλλαξενε κι έκατσενε κοντά στη παρασιά, ήπιενε μια ρακή κι εκαταλάγιασενε(8) ένα ψυχάλι. Η Πελαγιώ εδιαντάλλασσενε(9) ουλημερνήσιως τση μέρας κι ακόμη ετριμυχούντανε μήμπα να λείβγεται(10) πράμα κι αποσκυλάκανε τα κοπέλια απού ΄τανε μπρουμουτισμένα στη σκάφη και καταπίνανε σα τζι λούπηδες(11) τσι «βολαρίτες».
-Αντέστε, ετοιμαστείτε, βάλετε τα καθαρά ρούχα απού σας έχω στη κοιμητέ, χτενιστείτε, φιοφιοριστείτε(12), ομπανε απού θα ‘ρθουνε οι γι ‘αθρώποι θέλω να ΄στε πραγιά να σα σε μπεγιεντίσουνε οι χωριανοί.
Έβαλενε η Πελαγιώ τη καινούργια κόκκινη φανελένια ρόμπα με τ’ άσπρα λουλουδάκια απού αγόρασενε οπροχθιάλλης(13) από ΄να γυρολόγο έμπορα, εγύρισενε στεφάνι στη γ-κεφαλή τζη, τσι πλεξούδες τση, επασαλοίφτηκενε μια σταλέ κολόνια «λεμόνι» απού τσή φερενε η συντέκνισσά τζη, η χωραΐτισσα, εξάνοιξενε τη μούρη τζη στο καρφίχτη(14) και ήτανε παστρικιά κι όμορφη σα ν-το φεγγάρι, ευχαριστήθηκενε, ήτανε νέα, άντεχενε τη γ-κούραση, είχενε γλυκοσάλιση με τον άντρα τζη δε ν-ήθελε άλλο πράμα από το Θεό!
Πιο μ-προστά απ’ ούλους ήρθενε η μάνα τζη η Χαρικλειώ φορτωμένη καλολοείδια κι ευχές.
-Θέλεις Πελαγιώ μου βοήθεια; ήρθα σα ν-την αποζυμώτρα(15)
-Μάνα σύμπανε τα φωθιά, απόντε ν-οψάργας, αμουχλοκαίγεται(16) τουτηνά η κουτσούρα και θα ΄ποκρατεί ούλη ν-τη ν-αργαδινή να μη κρυγιώνουνε οι γι-αθρώποι απού θα ΄ρθουνε οπουγιά.
Ακούγουνται ζάλα στη σκάλα σάικα ήρθανε οι πρώτοι βεγγεριστάδες.
-Έτη πολλά, καλώς σα σε βρήκαμενε.
-Καλώς ορίσατε και πάντα με το καλό.
Ήρθανε οι συγγενείς κι οι φίλοι μια δεκαπενταρέ νομάτοι, εγεμίσανε οι καναμπέδες, οι καρέκλες τα κουτσούρια εδίνανε και πέρνανε οι ευκές, ετρώγανε, επίνανε, ετραγουδούσανε και στο τέλος επαρακαλέσανε το γέρο κουντουρο-Γιαννιώ να πει κιανένα παρατσάφαλο(17) να γελάξουνε.
Η γαγιά Χαρικλειώ εκοντομούριζενε(18) τα κοπέλια να πάνε τσι κοιμητές τωνε. Αυτά αναχαιτζώνανε:
-Όι γιαγιά, αύριο δε ν’ έχομενε σκολειό γιατί ‘ναι Κυριακή, μια φορά το χρόνο εορτάζει ο αφέντης μας, δε μ-πάμενε ποθές.
-Άστα μπρε μα δε θα πω αρσίζικα(19) παρατσάφαλα.
-Μπάρμπα αρχίνηξε εφωνιάζανε τα κοπέλια, εχτυπούσανε κούρταλα οι μεγάλοι, εσφυρίζανε.
Ανασήκωσενε το κούντουρο κορμάκι ντου το Γιαννιώ, έκατσενε καταμεσίς τση παρέας για να βγορίζει(20) εκαλόδεσενε το κρουσάτο μαντήλι στη γ-κεφαλή ν-του, εσκούπισενε με τη ν’ ανάποδη τση παλάμης το στόμα ν-του αναρούφηξενε τη μύτη ν-του, εκαθάρισενε τη φωνή ν-του, εγυαλίσανε τα πονηρά μαύρα ματάκια ν-του κι άρχιξενε να λέει:
-Μια βολά κι ένα γ-καιρό ζούσε σ’ ένα ν-τόπο ένα άρχοντας κι αρραβωνιάστηκενε μια αρχοντοπούλα απόνα μακρινό μέρος, πέντε-ξι ώρες δρόμο με τ’ άλογο. Ετοίμασενε το λοιπός ο ρήγας ένα χαιρετισμό για την αρραβωνιστικιά ν-του. Έβαλενε σε μια βούργια:
1 τυρί, 30 κουλούρια, 1 ασκί(21) κρασί, 1 βρασμένο κούκλη(22) τυλιμένο σε μια πετσέτα, τα κλεισενε καλά σε μια βούργια ξομπλιαστή και έδωκενε στο φαμέγιο ένα γράμμα να το δώσει στη γ-κερά ν-του. Το γράμμα έγραφενε αναγυριστικά(23):
«Τριαντάρης ειν’ ο μήνας (30 κουλούρια)
στρογγυλό ‘ναι το φεγγάρι (τυρί)
πτηνό που φέρνει τη μέρα, στη πετσέτα
τυλιγμένο (ο πετεινός που κράζει την αυγή)
και του τράγου το γδερμάτι(24)
κόρδο(25) φύσκα(26), κόρδο μπίλι(27)»
Ο φαμέγιος όμως ήβρενε παρέα σ’ ένα χωριό, άνοιξε ν-τη βούργια, έβγαλενε τα καλολοείδια, εφάγανε το βρασμένο κούκλη, το μισό τυρί, τα μισά κουλούργια, ετζουτζουρίσανε το κρασί, και απής εξετελέψανε(28) τη φαοπιοτούρα έβαλενε τ’ απομεινάρια στη βούργια, τη τζιμπρόδεσενε και τη μ-πάει τσ’ αραβωνιαστικιάς. Έκανε γ-κείνος το ξένοιο, επαράδωσε ν-τη βούργια και το γράμμα.
Επαράλαβενε η αρχοντοπούλα τη βούργια και το γράμμα, παίρνει χαρτί και καλαμάρι και απαντά:
15 σέρνει ο μήνας
και μισό ΄ναι το φεγγάρι
το πτηνό εις τη πετσέτα
ούτε ήτο, ούτ’ εφάνη
και του τράγου το γδερμάτι,
ντάντουλο, μπρε μπάντουλο
Υ.Γ. αυτό το παρατσάφαλο μου διηγήθηκε ο κύριος Βαγγέλης Μποτζολάκης από το Τζιτζιφέ Αποκορώνου που του τό μαθε και κείνου η λαλά ντου.
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΛΕΞΕΩΝ
1. η όρθα = η κότα
2. κούκλης = πετεινός
3. βολαρίτες = λουκουμάδες
4. μπελαλίδικο = δύσκολο
5. αλάργο = μακριά
6. ελαντούρισε = περιέχυσε
7. ξελειξέψουνε = ξελιγωθούνε, ξελειξίδι = λειχουδιά
8. εκαταλάγιασενε = ηρέμησε
9. εδιαντάλλασσενε = εκινούνταν συνεχώς
10. λείβγεται = λείπεται
11. Λούπηδες = λύκοι
12. φιοφιοριστείτε = καλλωπιστείτε
13. οπροχθιάλης = οπροχθές
14. καρφίχτης = ο καθρέφτης
15. αποζυμώτρα = (μεταφορα) = κουρασμένη
16. αμουχλοκαίγεται = καίγεται αργά
17. παρατσάφαλο = αστείο
18. εκοντομούριζε = εμάλωνε
19. αρσίζικα = αισχρολογίες
20. βγορίζει = φαίνεται
21. ασκί = δέρμα ζώου
22. κούκλης = πετεινός
23. αναγυριστικά = αλληγορικά
24. γδερμάτι = δέρμα
25. κόρδο = τεντωμένο
26. φύσκα = γεμάτο μέχρι απάνω
27. μπίλι = επιπλέον, ακόμη πιο πολύ
28. εξετελέψανε = ετελειώσανε
