ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Άγιος Νεκτάριος και Νίκος Καζαντζάκης: βίοι παράλληλοι & αποκλίνοντες του Θοδωρή Ρηγινιώτη

0

Στη ζωή των δύο αυτών αναμφίβολα μεγάλων προσωπικοτήτων διακρίνω άφθονα κοινά σημεία, καθώς και μερικές θεμελιώδεις διαφορές. Τα κοινά αυτά και τις διαφορές θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας με τούτο το άρθρο.

Φυσικά, κάποιοι, που θεωρούν μεγάλο τον Καζαντζάκη, νομίζω πως δε συγκαταλέγουν στους μεγάλους της Ιστορίας τον άγ. Νεκτάριο. Και κάποιοι, που θεωρούν μεγάλο τον άγ. Νεκτάριο, δε συμπεριλαμβάνουν στους μεγάλους τον Καζαντζάκη. Αυτό θα έλεγα πως είναι ένα ακόμα κοινό σημείο που χαρακτηρίζει τους δυο άντρες.

Α΄. Κοινά σημεία.

Και οι δύο:

Έζησαν ανάμεσα στο 19ο και τον 20ό αιώνα. Άγ. Νεκτάριος: 1846-1920, Ν. Καζαντζάκης: 1883-1957 (συμπτωματικά, κοιμήθηκαν και οι δύο σε ηλικία 74 ετών).

Γεννήθηκαν και έζησαν παιδικά χρόνια σε περιοχές υπόδουλες στους Τούρκους, έξω από τα όρια του ελεύθερου ελληνικού κράτους. Ο Καζαντζάκης στην Κρήτη και ο άγ. Νεκτάριος στη Σηλυβρία της Ανατολικής Ρωμυλίας (Β. Θράκης). Ο Καζαντζάκης, βεβαίως, ευτύχησε να δει, όσο ζούσε, την απελευθέρωση της ιδιαίτερης πατρίδας του και την ένωσή της με την Ελλάδα, αντίθετα από τον άγ. Νεκτάριο.

Από παιδιά διέθεταν ανήσυχο πνεύμα, διάβαζαν αχόρταγα και άρχισαν να αποθησαυρίζουν ένα τεράστιο πλούτο γνώσεων, πολύ μεγαλύτερο από τα συνηθισμένα παιδιά της ηλικίας τους. Για τον άγ. Νεκτάριο αρκεί να πούμε πως άρχισε τη συλλογή αποσπασμάτων των αρχαίων συγγραφέων, της Αγίας Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας σε ηλικία 7 ετών. Εργαζόμενος μάλιστα σε καπνοπωλείο της Κωνσταντινούπολης, σε ηλικία 14 ετών, συνήθιζε να γράφει τέτοια αποσπάσματα στο περιτύλιγμα των εμπορευμάτων, με την ελπίδα να τα διαβάσουν κάποιοι από τους πελάτες του καταστήματος και να ωφεληθούν πνευματικά (η ιστορική αυτή συλλογή επανεκδόθηκε πρόσφατα σε νεοελληνική μετάφραση και επιμέλεια του αξιόλογου λόγιου ιερέα και συγγραφέα π. Αντωνίου Μπιλάλη, με τίτλο Θησαυρός Λογίων).

Ως παιδιά παρουσίασαν έντονες πνευματικές ανησυχίες και κλίση προς τη θρησκευτική ζωή. Είναι γνωστή η παιδική λατρεία του Καζαντζάκη προς τα συναξάρια των αγίων, που του διάβαζε η μητέρα του, και η ατυχής απόπειρά του «να πάει στο Άγιο Όρος ν’ αγιάσει», όπως τα αφηγείται ο ίδιος στην Αναφορά στο Γκρέκο. Ομοίως, είναι γνωστό στους φίλους ότι ο άγ. Νεκτάριος έμαθε πολλά για την πνευματική ζωή της Ορθοδοξίας από τη γιαγιά του και αγάπησε αυτό τον τρόπο ζωής από μικρός.

Στην εφηβεία τους έφυγαν από το πατρικό τους σπίτι και σπούδασαν σε ξένο τόπο. Ο άγ. Νεκτάριος στην Κωνσταντινούπολη και στην Αθήνα και ο Καζαντζάκης στη Γαλλική Εμπορική Σχολή του Τιμίου Σταυρού, στη Νάξο, την οποία διοικούσαν φραγκισκανοί μοναχοί, ενώ αργότερα σπούδασε Νομική στην Αθήνα και έκανε μεταπτυχιακά στο Παρίσι.

Έζησαν την ενήλικη ζωή τους σε άλλους τόπους, μακριά από την πατρίδα τους, όπου και πέθαναν.

Ως ενήλικες διέθεταν πλέον ιλιγγιώδη μόρφωση.

Έγραψαν πολλά βιβλία.

Καταδιώχτηκαν και ταλαιπωρήθηκαν αρκετά από τους πνευματικούς ή προσωπικούς τους αντιπάλους. Ο Καζαντζάκης παραπονείται για την πολεμική συντηρητικών και εκκλησιαστικών κύκλων – που υπέσκαψαν και την υποψηφιότητά του για Νόμπελ Λογοτεχνίας – ενώ ο άγ. Νεκτάριος συκοφαντήθηκε και εξορίστηκε από το πατριαρχείο Αλεξανδρείας, υβρίστηκε και λοιδορήθηκε ως ιεροκήρυκας στην Κεντρική Ελλάδα, συκοφαντήθηκε και διασύρθηκε ακόμη και για εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ως μοναχός στην Αίγινα.

Και οι δύο πολεμήθηκαν εντονότατα από εκκλησιαστικούς κύκλους της εποχής του. Είναι γνωστό ότι, όταν η σορός του αγ. Νεκταρίου κατέβαινε από το Αρεταίειο Νοσοκομείο στην Αίγινα, για την κηδεία του, ο τότε μητροπολίτης Πειραιώς δεν επέτρεψε την είσοδό της στο μητροπολιτικό ναό του Πειραιά, με αποτέλεσμα να αφεθεί έξω από τις κλειστές πόρτες του ναού κατά την αναμονή της επιβίβασής της στο πλοίο. Η σκηνή έχει αποτυπωθεί σε μια ιστορική και πασίγνωστη πλέον φωτογραφία.

Για τον Καζαντζάκη πρέπει να πούμε ότι ο περίφημος αφορισμός του από την Εκκλησία αποτελεί μύθο. Όμως εκκλησιαστικοί παράγοντες της εποχής του είχαν ζητήσει την απαγόρευση της κυκλοφορίας κάποιων βιβλίων του ως υβριστικών των ελληνοχριστιανικών αξιών, ενώ η επίσημη είσοδος της σορού του στο μητροπολιτικό ναό Ηρακλείου, όπου τέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα, καθώς και η τέλεση της εκκλησιαστικής κηδείας του με τη συμμετοχή του τότε αρχιεπισκόπου Κρήτης Ευγένιου και 17 ιερέων επικρίθηκαν έντονα από εκκλησιαστικές προσωπικότητες, όπως ο μετέπειτα μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος Καντιώτης (ότι θάφτηκε στο Μαρτινέγκο επειδή «η Εκκλησία απαγόρευσε την ταφή του σε νεκροταφείο» και ότι ο ιερέας π. Σταύρος Καρπαθιωτάκης «τιμωρήθηκε επειδή συνόδευσε την ταφή», πρέπει να τα θεωρήσουμε μύθους, δεδομένης της επίσημης εκκλησιαστικής κήδευσής του).

Ας επισημάνω εδώ ότι ο Καντιώτης δεν είχε προσωπικούς λόγους να εχθρεύεται τον Καζαντζάκη. Ο αντικαζαντζακικός αγώνας του οφειλόταν στην πεποίθησή του ότι τα βιβλία του Καζαντζάκη περιέχουν ύβρεις κατά του Χριστού και αντιχριστιανικές ιδέες με χριστιανικό επίχρισμα. Γενικά, ο Καντιώτης τα έβαλε με κάθε άνθρωπο που προωθούσε ιδέες αντίθετες με την παραδοσιακή ευσέβεια και φιλοπατρία (από το βασιλιά Παύλο, του οποίου, το 1949, διέκοψε το «πολυχρόνιο», δηλ. την επίσημη υπέρ αυτού προσευχή στην εκκλησία, μέχρι το σκηνοθέτη Θόδωρο Αγγελόπουλο), γι’ αυτό και ο ίδιος μισήθηκε και πολεμήθηκε κατά κόρον από εκείνους που συμπαθούν τέτοιες ιδέες, ενώ αντιπαθούν εκείνες, για τις οποίες αγωνίστηκε. Προσωπικά είμαι φίλος της προσωπικότητας και των ιδεών του Καντιώτη, ο οποίος ήταν αδέκαστος και ανιδιοτελής (στην Κατοχή π.χ., ως απλός παπάς, είχε επιδοθεί σε υπεράνθρωπο αγώνα για τη σίτιση των πεινασμένων, ενώ, αργότερα, η βοήθειά του προς τους Τσιγγάνους της Φλώρινας ήταν πρωτοποριακή και του επέφερε τον ειρωνικό χαρακτηρισμό «ο δεσπότης των Γύφτων» από εκείνους που τους περιφρονούσαν), αν και στη θέση του θα εκφραζόμουν πιο ήπια.

Να ολοκληρώσουμε αυτό το κεφάλαιο με το κοινό στοιχείο ότι και ο άγ. Νεκτάριος και ο Καζαντζάκης τιμήθηκαν και τιμώνται από εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, ακόμη και σήμερα. Εδώ ωστόσο πρέπει να επισημάνω ότι ο Καζαντζάκης απόλαυσε αρκετή αποδοχή και αναγνώριση όσο ζούσε, αν και γεύτηκε και πίκρες, ενώ ο άγιος Νεκτάριος, παρότι είχε και φίλους, γεύτηκε κυρίως πίκρες και αναγνωρίστηκε μετά την κοίμησή του, και μάλιστα πρωτίστως από τον απλό λαό και κατόπιν από εκκλησιαστικούς παράγοντες.

Β΄. Αποκλίσεις.

Οι φίλοι του Καζαντζάκη συχνά τον αντιμετωπίζουν περίπου σαν άγιο και εξαγριώνονται σαν φανατικοί θρησκευόμενοι όταν του ασκείται κριτική, και μάλιστα από χριστιανική σκοπιά. Έτσι, η υποψία τέτοιας κριτικής είναι πλέον ταμπού. Εγώ τολμώ να τον κρίνω, επειδή τον υπεραγαπώ και τα βιβλία του με έχουν, στα νιάτα μου, συνεπάρει και γοητεύσει.

Ο άγιος Νεκτάριος δεν ξέφυγε ποτέ από την πνευματική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ενώ ο Ν. Καζαντζάκης άνοιξε πανιά, σαν τον Οδυσσέα του, και σάλπαρε προς όλες τις πνευματικές παραδόσεις που μπορούσε να συναντήσει. Η ισόβια αυτή περιπλάνηση τον κάνει ιδιαίτερα αγαπητό και θαυμαστό σε αμέτρητους ανθρώπους, αλλά το αποτέλεσμα δε φαίνεται να τον οδήγησε σε κάποια Ιθάκη.

Ο θαυμασμός αυτός προς την ατελεύτητη περιπλάνηση και την αναζήτηση, που δεν καταλήγει πουθενά, οφείλεται στην ιδέα ότι Ιθάκες δεν υπάρχουν. Ότι η αλήθεια είναι κάτι σχετικό και ο άνθρωπος αρκεί να περιπλανιέται σε όποιο πνευματικό δρόμο του προκαλεί ευχαρίστηση και τελικά, αν έχει ισχυρό πνεύμα, να συνθέσει μια «δική του αλήθεια», επιλέγοντας κατά βούληση στοιχεία απ’ όλες τις παραδόσεις που βρίσκει στο δρόμο του.

Η άποψη αυτή, με τα κριτήρια της Ορθοδοξίας, δεν αποτελεί παρά μια τεράστια σύγχυση. Στη σύγχυση αυτή υπέπεσε ο Καζαντζάκης, φτάνοντας στο σημείο να εξυμνήσει τον υπερανθρωπισμό του Νίτσε και το καθεστώς του Φράνκο, να επιχειρήσει την ίδρυση δικής του θρησκείας και να εμφανίσει ως φιλοσοφική θεότητα (στην Ασκητική και, εν μέρει, στην Οδύσσεια και στον Τελευταίο Πειρασμό) τη φαντασίωση ενός άτεγκτου Θεού, που χειρίζεται τους ανθρώπους σα μαριονέτες και τους οδηγεί σε μια αέναη μάχη χωρίς αγάπη, χωρίς φίλους και ουσιαστικά χωρίς σκοπό – η ίδια η μάχη είναι αυτοσκοπός – μέχρι το θάνατό τους.

Έτσι, ας μου επιτραπεί να πω ότι ο Καζαντζάκης δε συμφιλιώνει τους ανθρώπους, παρά μόνο στα σημεία όπου φαίνεται επηρεασμένος από το χριστιανισμό (π.χ. Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, Ο Φτωχούλης του Θεού), ενώ στα νιτσεϊκά του κρεσέντα, ιδίως στην Οδύσσεια, διαχωρίζει ανελέητα τον ιδεώδη άνθρωπο από τους πολλούς, τον απομονώνει απ’ αυτούς και, στο απόγειο της πνευματικής του τελειοποίησης και της αυτοθέωσής του, τον οδηγεί σ’ ένα μοναχικό και παγωμένο θάνατο.

Αντίθετα, ο άγιος Νεκτάριος τίποτε άλλο δεν είπε και δεν έγραψε στη ζωή του παρά για την αγάπη. Αγάπη γι’ αυτούς που τον καταδίωξαν, αγάπη για τους αιρετικούς και τους αμαρτωλούς, αγάπη για τον απλό και φτωχό λαό, αγάπη για τους μοναχούς και τις μοναχές, αγάπη για τους σπουδαστές της Ριζαρείου Ακαδημίας, όπου υπηρέτησε για ένα διάστημα ως διευθυντής, αγάπη για το Χριστό και την Παναγία, προς την οποία έγραψε ένα ολόκληρο βιβλίο με εξαίσια ποιήματα… Αυτή την αγάπη έζησε και αυτήν δίδαξε σε όλο τον κόσμο και με τη ζωή του και με τα γραπτά του. Ο Θεός που υπηρετεί ο άγ. Νεκτάριος είναι ο Θεός της αγάπης και όχι του πολέμου.

Έτσι – κι αυτό είναι μια δεύτερη διαφορά μεταξύ των δύο αντρών – ο άγ. Νεκτάριος, τους ανθρώπους που γνώρισαν τον ίδιο και το έργο του, τους οδήγησε πιο κοντά στο Χριστό, ενώ ο Καζαντζάκης με τη δική του προσωπικότητα και το έργο θεωρώ πως μεγάλωσε τη σύγχυση του σύγχρονου ανθρώπου και καλλιέργησε φαντασιώσεις υπερανθρωπισμού, πνευματικής αυτάρκειας και τελειότητας. Απομάκρυνε τον άνθρωπο από το Χριστό και του φόρεσε τη φαντασίωση ότι έχει την ευθύνη μόνος του «να σώσει τον κόσμο» – και τι ακριβώς σημαίνει «να σώσει»; Ούτε ο ίδιος ο Καζαντζάκης νομίζω πως θα ’ξερε ν’ απαντήσει, ίσως ούτε και θα τον ενδιέφερε… Ό,τι περιεχόμενο θέλει ο καθένας ας δώσει (θέλει να γίνει πολεμιστής; γλεντζές και γυναικάς; ασκητής; ποιητής; πολιτικός; όλα το ίδιο είναι), αρκεί να μάχεται για «να φτάσει όπου δεν μπορεί» και ν’ ανηφορίζει προς το μηδέν, απ’ όπου θα ρίξει ένα ατρόμητο βλέμμα στην άβυσσο της ανυπαρξίας και μετά θα βουτήξει σ’ αυτήν, ικανοποιημένος που δεν ένιωσε ελπίδα και φόβο, όπως οι πολλοί και χαμηλοί.

Ο Καζαντζάκης σίγουρα αγαπούσε το Χριστό ως «πρότυπο αγωνιζόμενου ανθρώπου» (ανεξάρτητα αν πίστευε στη θεότητά Του) και αγαπούσε και την Ορθοδοξία, ως σεβαστό κομμάτι της πολιτισμικής παράδοσης του έθνους μας, όμως ο τρόπος που κατανοεί τη θρησκεία είναι καθαρά δυτικός και ο τρόπος που κατανοεί το Θεό είναι περισσότερο ιουδαϊκός παρά χριστιανικός: ο Θεός του είναι Ένας και Μόνος, ένας άγριος πολέμαρχος που αγαπάει μόνο τους πολεμιστές του. Ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού (μ’ αυτή τη λογοτεχνική ασάφεια που υπάρχει στον Τελευταίο Πειρασμό και προέρχεται, κατά τη γνώμη μου, από την αρχαία αίρεση των Υιοθετιστών). Όμως πουθενά δε φαίνεται ο Χριστός ως Θεός, εκτός από το όνειρο της Δευτέρας Παρουσίας στους Αδερφοφάδες και ίσως σε ένα δυο ακόμη σημεία ήσσονος σημασίας. Κι εκεί ακόμη, ο Χριστός ως Θεός φαίνεται Μόνος. Ο Θεός του Καζαντζάκη δεν είναι Τριαδικός, γι’ αυτό και δεν είναι Θεός της αγάπης, αλλά πολεμιστής, όπως κατανοείται ο Θεός-Μονάδα στην Παλαιά Διαθήκη και στο Ισλάμ.

Η εσφαλμένη αυτή κατανόηση του Θεού και του χριστιανισμού από τον Καζαντζάκη, κατά τη γνώμη μου, δεν οφείλεται μόνο στα ξένα σχολεία όπου σπούδασε και στα διαβάσματά του, αλλά και στο ότι έζησε σε μια εποχή έντονου επηρεασμού της ελληνικής θεολογίας από τη δύση.

Ο άγ. Νεκτάριος ήταν ελεύθερος απ’ αυτό τον επηρεασμό, γι’ αυτό μπορούσε να κατανοήσει το Θεό ως Τριάδα, δηλ. ως ενότητα αγάπης. Ο Θεός, κατά την Ορθοδοξία, σε καλεί να ενωθείς μ’ Αυτόν διά του Χριστού. Η ενότητα αυτή πραγματοποιείται με την αγάπη και τη συγχώρεση, που προϋποθέτουν μια ταπεινή καρδιά και καθόλου αίσθημα ανωτερότητας ή τελειότητας.

Ο Καζαντζάκης αμφιβάλλω αν άκουσε ποτέ γι’ αυτά τα πράγματα. Αμφιβάλλω αν κατάλαβε ποτέ τι είναι άγιος – ότι άγιος δεν είναι κάποιος που έχει δαμάσει τη σάρκα και τη θέλησή του, που τέτοιους βρίσκεις σε όλες τις θρησκείες, αλλά κάποιος που έχει ενωθεί με το Χριστό κι έχει βαδίσει ένα δρόμο που μόνο στην Ορθοδοξία υπάρχει. Και μέσω αυτού του δρόμου έχει γίνει θεός και σηκώνει τα βάρη όλου του κόσμου με ταπείνωση και αγάπη, ενωμένος με όλο τον κόσμο, και όχι με σκληρότητα και υπεροψία, όπως φαίνεται στην Ασκητική.

Αμφιβάλλω επίσης αν ο Καζαντζάκης έμαθε ποτέ να προσεύχεται σοβαρά και βαθιά (αν δηλαδή το διδάχτηκε από κάποιον αυθεντικό ορθόδοξο ησυχαστή), ενώ για τον άγιο Νεκτάριο δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι η «επιστήμη της νοεράς προσευχής» τον ενέπνευσε και τον καλλιέργησε έμπρακτα από παιδί. Και του έδωσε μνημειώδη ταπεινοφροσύνη, λόγω της οποίας υπέμεινε τις διώξεις, τις λοιδορίες και τις συκοφαντίες σαν Χριστός, και λόγω της οποίας επίσης διεύθυνε όπως διεύθυνε τη Ριζάρειο Ακαδημία: καθαρίζοντας τις τουαλέτες για να μην απολυθεί η άρρωστη καθαρίστρια, και τιμωρώντας τον εαυτό του με απεργία πείνας όταν κάποιος σπουδαστής παρέβαινε τους κανονισμούς.

Έτσι προκύπτει και μια τρίτη διαφορά, με την οποία και θα τελειώσω: ότι ο άγιος Νεκτάριος είναι άγιος. Είναι αναρίθμητα τα θαύματα και οι εμφανίσεις του, γι’ αυτό και ολόκληρος ο ορθόδοξος χριστιανικός κόσμος είναι γεμάτος από εκκλησίες του. Και αυτός ο κόσμος δεν αποτελείται από ανόητους, αμόρφωτους και δεισιδαίμονες, όπως πολλοί νομίζουν, καθώς και ο κόσμος της αθεΐας δεν αποτελείται οπωσδήποτε από φωτισμένα μυαλά. (Για περισσότερα, αναζητήστε στο Διαδίκτυο το άρθρο μας «Θαυματουργοί άγιοι: αλήθεια ή μύθος;»)

Αν ο Καζαντζάκης δεν έγινε άγιος, δεν τον κατακρίνω. Εύχομαι ο Χριστός ν’ άπλωσε το χέρι, όταν τον βρήκε ο θάνατος, και να του είπε: «Συχωρεμένος να ’σαι, γιατί αγάπησες πολύ». Αυτή τη φράση του Χριστού τη χρησιμοποιεί ο Μανωλιός στο Ο Χριστός ξανασταυρώνεται και θεωρώ ταπεινά πως είναι από τα πιο ορθόδοξα στιγμιότυπα όλου του καζαντζακικού έργου.

Για έναν άλλο μύθο, ότι δήθεν ο άγ. Νεκτάριος συμμετείχε στον αναθεματισμό του Ελ. Βενιζέλου, δείτε τη μελέτη του Σοφοκλή Γ. Δημητρακοπούλου Ιστορική βιογραφία του Αγίου Νεκταρίου βασισμένη σε πηγές, Αθήνα 1998, σελ. 267-268, και αναζητήστε στο Διαδίκτυο το άρθρο του π. Χρυσόστομου Παπαδάκη «Το ανάθεμα του Βενιζέλου και ο άγιος Νεκτάριος».

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Άγιος Νεκτάριος και Νίκος Καζαντζάκης: βίοι παράλληλοι & αποκλίνοντες του Θοδωρή Ρηγινιώτη

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ