Ήταν εποχή που μάζευαν τις ελιές και ο Αρχοντομανώλης, έψαχνε μαζώχτρες...
Πλήρωνε καλά και το θεωρούσανε τύχη οι γονέοι, αν τους έκαμε την τιμή και ζητούσε τις κόρες τους για μαζώχτρες.
Σαν άρχοντα του τόπου τον είχαν, εξού και το Αρχοντομανώλης...
Χρόνια πολλά οι καλύτερες νέες, είχαν περάσει από τα λιόφυτα του και όταν έφευγαν, είχαν μαζέψει τα χρήματα για την προίκα τους και το λάδι της χρονιάς...
Πολλές από τις κοπελιές τις πάντρευε, με γαμπρούς από τα γύρω χωριά και ήταν όλοι άτομα χαμηλών και υποταγμένων αντρών...
Στα εξήντα του χρόνια ο Αρχοντομανώλης ήταν ένας λεβέντης άντρας, ντυμένος σε ράφτη που ερχόταν στο χωριό για να του πάρει μέτρα, με τα στιβάνια του πάντα γιαλυσμένα και το ασημένιο ρολόι με την αλυσίδα στο τσεπάκι του γιλέκου...
Η γυναίκα του είχε πεθάνει πολλά χρόνια πριν και μεγάλωσε ο ίδιος τους δυό γιούς του, που τώρα ήταν παντρεμένοι με παιδιά...
Οι κοπέλες που πάντρευε, οι πρώην μαζώχτρες του, γεννούσαν τάκα τάκα, σε πεντέξη μήνες, το αργότερο σε οκτώ
και όλοι έλεγαν πως τις δυνάμωνε το παχύ λάδι που τρώγανε στο αρχοντικό του αφεντικού τους...
Πάντα διάλεγε μια μαζώχτρα, που την έστελνε στο σπίτι του να μαγειρέψει για όλους και τις περισσότερες φορές, πήγαινε και αυτός μαζί της για να της δείξει τα κατατόπια...
Έτσι και τούτη τη χρονιά έψαχνε πάλι μαζώχτρες, είχε βεντέμα και έπρεπε να γνοιαστεί...
Δεν έπαιρνε γυναίκες από το χωριό του συνήθως, όμως φέτο τον είχε παρακαλέσει ο Γιάννης που είχε τρείς κόρες της παντρειάς και με τη φτώχεια που είχε ήταν αδύνατο να τις παντρέψει...
Είχε δυο τρία χρόνια να δεις τις κόρες του συχωριανού του και δεν ήξερε τι ''πλουμιά'', ήτανε....
Μόλις είδε τη Μιλιώ, τη μεγάλη κόρη του Γιάννη, άρχισε να στρίβει τη μουστάκα και να αναμαζώνει τα σάλια του...Η πίεση του ανέβηκε στο φουλ...
Ο διάολος του μπήκε πάλι και δεν έκανε καλά τον εαυτό του, όπως κάθε πλούσιος που έχει φτωχούς υπαλλήλους στη δούλεψη του...Όταν έχεις ανάγκη από λεφτά ανέχεσαι πολλά...
Η Μιλιώ όμως φάνηκε πως δεν του τρώγεται...
Την στρίμωξε μια, την στρίμωξε δυο, σαν το χέλι του γλιστρούσε η μικρή...Ποτέ δεν πήγαινε πουθενά μόνη της, είχε καταλάβει τι άνθρωπος ήταν ο Αρχοντομανώλης...
Οι γονέοι της, καλοαναθρεμμένοι και οι δυο, πάντα της έλεγαν, να κρατάει πάντα ψηλά την τιμή και τις αξίες της...και αυτό έκανε και εκείνη και οι μικρότερες αδερφές της...
Το βράδυ κοιμόταν στο δικό της σπίτι και αυτό τον πείραξε, δε μπορούσε να δεχτεί πως του λέει όχι μια φτωχή που δεν έχει στον ήλιο μοίρα...
'Αρχισε να κάνει βεγγέρες στο σπίτι του Γιάννη για να την βλέπει περισσότερο και όλο παινιότανε και το έπαιζε γαμπρός, σε σημείο που άρχισε να παίζει τα νεύρα του οικοδεσπότη, που ήταν έξυπνος άντρας...
Με γεμάτα τα χέρια, έκανε τις επισκέψεις του, κρέας, όσπρια, λάδι, για να φάνε οι ''πεινασμένοι''...
Ένα βράδυ που περιμένανε πάλι τον ''γαμπρό'', φωνάξανε τον παπά και του είπανε το... και... το...και ανατρίχιασε ο παπάς...
Όταν ήρθε, το βράδυ ο Αρχοντομανώλης, του άνοιξε η Μιλιώ...κανένας άλλος δεν ήταν στο σπίτι, είχαν πάει στο δίπλα χωριό στου θείου της, του είπε η κοπελιά...
Δεν έχασε ευκαρία και άρχισε πάλι τα ίδια, πήγε να την βουτήξει, εκείνη έβαλε τις φωνές και τότε βγήκαν όλοι από το δίπλα δωμάτιο εξαγριωμένοι, μα ποιο πολύ ο παπάς...
''Τρισκατάρατε, δε ντρέπεσαι τα χρόνια και τα κοπέλια σου, η χαντάς πως δε κατέχω τσι δουλειές σου τόσα χρόνια, που ούλες οι μαζώχτρες σου γεννούσανε μόλις ερχούντανε στη δούλεψη σου; Θα σε αφωρέσω, θα σε κάμω ρεζίλι στσι χωριανούς, γαϊδούρακα'', α δε μπας αύριο πρωί πρωί στη χώρα να γράψεις ούλη σου τη μ-περιουσία, στα κοπέλια σου, που τα έχεις φορτώσει να στα μεγαλώνει ο ένας κι' ο άλλος μπουνταλάς, θα σε κάμω να μη ν-έχεις μούρη να βγεις στο χωριό, ακούεις τρισκατάρατε'';
Την άλλη μέρα το πρωί έκανε ότι του είπε ο παπάς, έδωσε την περισσότερη περιουσία του εκεί που έπρεπε, αυτός κράτησε το μικρό σπιτάκι που μένανε οι εργάτες του και την υπόλοιπη τη χάρισε στο μοναστήρι Της Παναγίας, που είχε αναλάβει όλα τα ορφανά και τα άπορα κορίτσια της περιοχής, τους μάθαιναν γράμματα και οτι άλλο χρειάζεται μια γυναίκα για να ξέρει και να μπορεί να ανοίξει ένα σπιτικό.
Ο Αρχοντομανώλης θα άγιασε από τις ευχές που του παίζανε, όσοι οφελήθηκαν από τη μοιρασιά της περιουσίας του, που το θεώρησαν θείο δώρο. Το καντήλι του ποτέ δεν έσβυσε. Κάθε βράδυ όλο και κάποια από τις παλιές μαζώχτρες του πήγαινε με ένα μπουκαλάκι λάδι...
