ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

S.O.S. 2000 μίλια από το ΚΕΙΠ - ΤΑΟΥΝ του Μανώλη Σκαρσούλη

0

Στο αριστερό  φτερό της βαρδιόλας στεκόταν ο καπτα-Νέτος ο Ανδριώ-της και με τον τηλεβόα πρόσταξε:  «Φούντο τη δεξιά».  Το φορτηγό «Χιώτης»  αγκυροβόλησε στη ράδα του Μοντεβιδέο

          Τοι σκάφος ταρακουνήθηκε νευρικά με το φουντάρισμα της βαριάς καδέ- νας, μέχρι που πέσανε στο νερό τέσσερα κλειδιά. Ένας θόρυβος σαν αναστενα- γμός ξεμπούκαρε από τα στρίτσα. Σύννεφο σκουριάς έβαψε τον αέρα και διαλύ-θηκε σαν αναλαμπή στο λυκόφως.

          Ο πιλότος δε βιάστηκε να φτάσει στην έξω ράδα.  Έδωσε με το γουόκι- τόκι οδηγίες στον καπετάνιο πώς να σιμώσει στη μέσα ράδα, ποιες τσαμα-δούρες να περάσει για να φτάσει στο φουντάγιο και να πρατικάρει. εκεί θα περι-μένει τις μαούνες και τις πόστες να φορτώσει τσουβαλάτη ζάχαρη από το Σου-δάν.

          Το φορτηγό πλοίο «Χιώτης», δώδεκα χιλιάδων τόνων, ήταν αμπάσο σκα-ρί με καρφωτό ζωνάρι, γέφυρα στη μέση, τρία αμπάρια μπροστά κι ένα πίσω, με κουραδόρους. Όργωνε θάλασσες και κουβαλούσε τ’  αγαθά του κόσμου στις γωνιές του πλανήτη κάπου δεκατέσσερα χρόνια.  Είχε όνομα και Χιώτη καραβο-κύρη, μα ήταν πρωτάκουστο το ότι δεξν ήταν κανείς στο πλήρωμά του από τη ναυτομάνα. Βρε πως αλλάζουν οι καιροί !

          Έξι Έλληνες αξιωματικοί μόνο και δυο γυναίκες.

          Ο καπτα-Νέτος είχε αρπάξει το παρατσούκλι, επειδή του αρέσανε οι κα-θαρές δουλειές Ήταν αφοσιωμένος πατέρας. Μιλούσε συχνά για την οικογένειά του. Έλεγε πως η μοναδική αγάπη που απολάμβανε ειλικρινά ήταν της γυναί-κας και της μοναχοκόρης του, που την μεγάλωναν τα πεθερικά του. Στα ταξίδια του έπαιρνε συχνά την κακοφτιαγμένη  γυναίκα του. Εκείνη ήξερε ενδόμυχα πως ο όγκος της εξωθούσε τον θαλασσινό σύζυγο στο γύρισμα της πλάτης με-τά από τόσα χρόνια γάμου.  Ήταν απίθανο να την επιθυμεί κανείς ερωτικά. Η Ρόζα ήταν καλή μαγείρισσα, νοικοκυρά και αφοσιωμένη. Ήξερε να κρατάει τον Νέτο μακριά από  πειρασμούς για να διατηρήσει το γάμο τη με κάθε θυσία.  Δεν ήθελε να υπάρχει αν δεν ήταν εκείνος δίπλα της ούτε τολμούσε να πάρει ανάσα χωρίς την άδειά του.  Ανάμεσά τους υπήρχε μια βαθιά και δυνατή σχέση. Πώς να εξηγήσει κανείς ένα τέτοιο συναίσθημα;  Να λέγεται αγάπη, στοργή, συμφέ-ρον, ζήλια;

          Το Μοντεβιδέο, η πόλη «που φαίνεται ο κόσμος», όπως λέει το όνομά της, είναι όμορφη και έχει να δώσει πολλά από τα κάλλη της στους ξένους και στους θαλασσινούς. Ο πρώτος μηχανικός ψώνισε καλά δερμάτινα για τη γυναίκα του, πέρασε από τα μεζεδοπωλεία με τις μερακλίδικες θαλασσινές λιχουδιές, ήπιε και έφαγε καλά.  Δεν παρέλειψε να πεταχτεί στο γήπεδο, εκεί που πριν από λίγα χρόνια παίχτηκε ο τελικός του παγκοσμίου κυπέλλου. Φώναξε όπως πάντα φανατισμένα για την ομάδα με τις κόκκινες φανέλες, που του θύμιζε την αγαπημένη του ομάδα, τον Ολυμπιακό.

          Όλοι περίμεναν αυτή την ώρα για να χαλαρώσουν κάμποσες ημέρες από την ένταση του πελάγους και να ξεθυμάνουν στο πόρτο. Ακόμη και ο γυροσκο-πικός μπούσουλας σταμάτησε για να καλμάρει: αντί να δείχνει το μαγνητικό βορρά, έμεινε αραγμένος στο Μοντεβιδέο.

          Οι ναύτες μπήκανε διπλοβάρδιες τη νύχτα κι είχαν το νου τους στις κου-παστές.  Με μάνικες της πυρκαγιάς αρματωμένες, ξενυχτούσαν για να φυλά-ξουν το καράβι από πειρατές.  Σε τούτα τα λιμάνια θρασείς και αποφασισμένοι μπουκαδόροι κάνουν γιουρούσι σαν τα πιράνχας.  Όπου πιάσουν αφύλαχτα καράβια αρπάζουν ό,τι βρουν κι αλίμονο αν πετύχουν το πλήρωμα στον ύπνο. Δεν  διστάζουν ακόμη και να μαχαιρώσουν όποιον τολμήσει να τους αντισταθεί ύστερα χάνονται στο σκοτάδι και άντε να βρεις το δίκιο σου στην άγρια πολύκοσμη ζούγκλα.

          Οι λάντζες με τους εξοδούχους δένουν βιαστικά στο κεφάλι της σκάλας. Δεν είχαν πολύ καιροί στη διάθεσή τους και όφειλαν να προχωρήσουν βιαστικά.  Φεύγουν γεμάτες το απόγευμα, γυρίζουν με ελάχιστους  τα μεσάνυχτα και το πρωί κουβαλούν ξενύχτες από την κραιπάλη αυτούς που πλάγιασαν με παστρικιές.  Λίγα μίλια πιο πέρα στους ντόκους ξεφορτώνουν τους εξοδούχους. Από το πρώτο κιόλας σκαλοπάτι κάποιο γυναικείο χέρι  βρίσκεται να τους κα-λωσορίσει. Οι πρωτόμπαρκοι τσιμπάνε το δόλωμα. Όσοι ξέρουν τα λιμανιώτικα  τερτίπια, παραμερίζουν τον πρώιμο πειρασμό και προχωρούν περ΄ από το λιμάνι για να διαλέξουν πρώτο πράγμα, όχι να τους καμακώσουν αλανιάρες και μόρτισες επικίνδυνες.

          Τα μερόνυχτα πέρασαν γρήγορα. Ό,τι ήτανε να γίνει στο λιμάνι, τελείωσε.  Το καράβι, φορτωμένο, ετοιμάστηκε για το μεγάλο ταξίδι. Πάνω στη φρεσκο-βαμμένη τσιμινιέρα, με σινιάλο την τρίαινα του Ποσειδώνα, σφύριξε η μπουρού του αέρα μακρόσυρτα και παραπονεμένα.  Καλούσε τους ναύτες να ξεκολλή-σουν από τα μπουρδέλα και τις μπάρες, να γυρίσουν για το σπατσαμέντο στα πόστα τους. Οι φιλενάδες τους αποχαιρετούσαν στους ντόκους φαρμακωμένες και κουνούσαν το μαντίλι τους. Αυτές μένανε πίσω στη σιγουριά της στεριάς παρέα με την ανασφάλεια, στην καθημερινή αναζήτηση του μεροκάματου.

Κατάσταση ανάγκης

Ξεχώρισαν για λίγο οι θολές στεριές της Νότιας Αμερικής κι ύστερα χάθηκαν στην καταχνιά του πελάγους,  Για δυο μερόνυχτα όλα πήγαινα πρίμα.  Ο ασυρ-ματιστής το τρίτο βράδυ ξενύχτησε  για να πάρει το δελτίο καιρού.  Όσο έγραφε τα ορνιθοσκαλίσματά του, οι τρίχες του σηκώθηκαν κι έγιναν αγγελιοφόροι του φόβου. Το βαθύ βαρομετρικό έσερνε ανέμους δέκα μποφόρ με βορειοανατολική κατεύθυνση, κόντρα πάνω στην πορεία τους.  Κυκλώνας βαρβάτος.

          Ο καπτά-Νέτος ήταν στη γέφυρα και μυριζόταν τον αέρα σαν γεράκι που του ΄φερνε κακά μαντάτα.  Σαν είδε το δελτίο, επιβεβαιώθηκε και χαμογέλασε.  Τα προαισθήματά του σπάνια τον είχαν ξεγελάσει.

          Μένανε πάνω κάτω δυο χιλιάδες μίλια για το Κέϊπ Τάουν. Ήταν μεγάλο εμπόδιο η κακοκαιρία και ζόρικος ο ωκεανός δύσκολο να τον κροσσάρει χωρίς απώλειες ο «Χιώτης». Μόνο μπροστά έπρεπε να  προχωρήσουν δεν υπήρχε άλλος δρόμος  φυγής στο χάος παρά μόνο το κοντράρισμα με τα στοιχειά, τα άγρια τα κακόβουλα.

          Το κατάστρωμα είναι αδιάβατος δρόμος από τα κύματα που περνούν και το σκεπάζουν. Μοιάζουν κέρβεροι που φυλάνε τις πόρτες της κόλασης για να μην αποδράσουν οι κολασμένοι.  Ο τιμονιέρης σφιχτοκρατεί τον τροχό και  μα-νουβράρει με ζόρι το αμπάσο τραβερσωμένο σκαρί.

          Κάθε βάρδια δοκιμάζει να τραβήξει σεντίνες από τ’  αμπάρια για να σιγουρευτούν αν βράχηκαν. Η αντλία τράβηξε λίγο νερό από το Νο 1 αμπάρι. Η υποψία έγινε βεβαιότητα σε λίγες ώρες και άρχισε να βαραίνει τις καρδιές ο φό-βος. Την  τέταρτη μέρα η αντλία δούλευε ασταμάτητα και τραβούσε νερά, πολλά νερά.  Δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία: είχε ανοίξει ρήγμα  στα ύφαλα.  Η στάθμη του νερού ανέβαινε αργά αλλά σταθερά και το καράβι άρχισε να μπρουμουτίζει με την πλώρη.

          Ο καπετά-Νέτος ψιθύρισε στο αυτί του Τσιριγώτη  υποπλοίαρχου:

- Καπετάν Φώτη, τόσα χρόνια, τη βγάναμε καθαρή. Φαίνεται πως ήρθε και η δική μας ώρα. Το πιθανότερο είναι πως θα πνιγούμε κάπου εδώ κοντά.

          Και ο Φώτης πιο αισιόδοξος είπε:

-        Εμείς κλάψαμε πολλούς πνιγμένους. Λυπάμαι αυτούς που θα μας κλάψουν. Μου φαίνεται μακρινό όνειρο πως θα πεθάνουμε στη στεριά, σαν άνθρωποι.

          Το βαπόρι μπρουμούτιζε με το βάρος του νερού που έμπαινε στο πλωριό αμπάρι.  Σαν λύση απελπισίας, για να το κρατήσουν στην οριζόντια θέση, σαβούρωσαν δεξαμενές πίσω, αλλά το σκάφος ουσιαστικά βούλιαζε πιο πολύ. Τα δελτία του καιρού δεν έδιναν βελτίωση.

          Η ταχύτητα ήταν πολύ μικρή για ν’ αποφύγουν την κακοκαιρία. Δεν είχαν ελπίδες χωρίς εξωτερική βοήθεια.  Πάνω στο άλμπουρο άναψαν  το φως της ακυβερνησίας.  Η οθόνη του ραντάρ έδειχνε έρημη περιοχή από πλεούμενα.

          Ο καπτα-Νέτος κάτι μουρμούρισε σαν προσευχή κι έδωσε εντολή στον ασυρματιστή :

-  Συριανέ δώσε SΟS.

          Τρείς μόνο λέξεις που κρύβουν τόση αγωνία και ζωντανεύουν όνειρα μελλοθανάτων.  Ο ασυρματιστής σταυροκοπήθηκε πριν δώσει το σήμα, και μό-νο εκείνη τη στιγμή πέρασε από το νου του, πως δε θα προλάβαινε να δει το παιδί του να γεννιέται ούτε θα ξανάβλεπε τη γυναίκα του.

          Ευτυχώς η επικοινωνία κράτησε καλά. Το Κέιπ Τάουν αναμετάδωσε το SOS και ρώτησε λεπτομέρειες.  Απάντησε πως αν δεν καλμάρει ο καιρός, δεν μπορούν να στείλουν βοήθεια από τον αέρα με ελικόπτερα.

          Μείνανε  ακυβέρνητοι  στην  τύχη τους. Η απόσταση από το Κέιπ Τάουν, την πιο κοντινή στεριά,  σταμάτησε να μικραίνει, μείνανε πάνω κάτω εξακόσια μίλια. Μπατάρισε ο καιρός στην μπάντα και τους πήρε φαλάγγι.  Τα κύματα  μπαίνανε από αριστερά και βγαίνανε ζωντανά από την άλλη. Κονταροχτυ-πιούνταν με το μισοπεθαμένο σκάφος  σπρώχνοντας να το μπατάρουν  και να το εξαφανίσουν από το δρόμο τους.  Ως πότε θ’ αντιστεκόταν η πλευστότητά του;

          Ο καιρός έπεσε στα οχτώ, εννιά μποφόρ.  Το πρώτο βράδυ της ακυβερ-νησίας φάνηκε μακριά στο πέλαγος ένα φως που πλησίαζε.  Ήταν ένα καράβι που περνούσε στα τρία τέσσερα μίλια. Τα δυο εφίστια φανάρια του μοιάζανε καντήλια δώσανε, στην αρχή, πολλές ελπίδες στους ακυβέρνητους. Ξεμά-κρυνε όμως και χάθηκε αφήνοντας απογοήτευση και απελπισία. Φαίνεται πως δεν έπιασε το SOS, κι ήταν τόσο κοντά!

          Στο SOS απάντησε ένα ελληνικό σούπερ τάνκερ από την κόστα της Αφρικής και ερχόταν κοντά τους.

          Αξημέρωτα φάνηκε, ένα φως αμυδρό που πλησίαζε, ύστερα έγινε προ-βολέας που αναβόσβησε, μετά έγινε συνομιλία με τον άλντη.  Είχαν εντοπίσει με το ραντάρ το ακυβέρνητο σκάφος εύκολα, αν και τα ρεύματα το είχαν παρα-σύρει μακριά από την στιγμή που έσβησε η μηχανή. Ήταν το σούπερ τάνκερ, που σίμωσε με το πρώτο φως της ημέρας.

          Όσο ξαστέρωνε ο οπτικός ορίζοντας και διαλυόταν το πούσι του φόβου, βλέπανε πιο καθαρά.  Ο ήλιος της ελπίδας ζέστανε τις ψυχές και σκόρπισε τις αμφιβολίες τους. Το καράβι πλησίασε και στη μάσκα του διακρινόταν καθαρά το όνομα «Μαριάννα».

          Πλησίασε με αργές μανούβρες στη μπάντα που φυσούσε ο αέρας να του κόψει τη μανία και να καταλαγιάσει τον κυματισμό ανάμεσα στα δύο σκάφη.  Ρίξαν ανεμόσκαλες όπου μπορούσαν στις μπάντες του «Χιώτης».  Μπήκαν στην αριστερή σωσίβια βάρκα και την κατέβασαν με πολύ κόπο κόντρα στον αέρα.  Με κοντάρια κρατούσαν απόσταση από την πλευρά του σκάφους, για να μην τσακίσει την αλουμινένια βάρκα. Με τον υποπλοίαρχο στο τιμόνι και τους ναύτες στα κουπιά, μπήκε η μηχανή μπρος και μακρύνανε, πλησιάζοντας στη δεξιά πλευρά του.  Με μια μακριά μπαρούμα δεμένη κρατούσαν  μπόσικα από το μισοβουλιαγμένο τραμπάκουλο  για να μην τους πάρει ο αέρας. Πλησίασαν όμως στο «Μαριάννα» και δέσανε σε μια μπαρούμα που τους πετάξανε από πάνω.  Το καράβι, ξεφόρτωτο, όπως ήτανε, απάγκιαζε τον αέρα.  Άλλοι γαντζώθηκαν στα σκοινένια δίχτυα και σκαρφάλωσαν στο κατάστρωμα. Ένα δυο εξαντλημένους τους δέσανε  με ζώνη ασφαλείας και τους τράβηξαν  με το βίντσι στη σωτηρία.

          Μόλις πάτησαν όλοι πάνω στη λαμαρίνα μουσκίδι, πέταξαν τα σωσίβια και αφέθηκαν στα φιλόξενα χέρια των σωτήρων. Κάμανε ένα μπάνιο, τους δάνεισαν ξαρμυρισμένα ρούχα και στρώσανε τραπέζι με ζεστή σούπα.

          Πάνω σε ό,τι είχε απομείνει στο «Χιώτης» βρισκόταν ο καπτα-Νέτος, ο ασυρματιστής και ο Γιάννης ο δεύτερος. Πέρασε από το μυαλό τους να μην εγκαταλείψουν το καράβι στην τύχη του. Μπορούσαν ν’αρνηθούν ν’ανέβουν στο «Μαριάννα», που βιαζόταν να φύγει και δεν ήταν υποχρεωμένο να περιμένει το ναυαγοσωστικό. Οι άνθρωποι του έκαναν το χρέος τους, όπως ορίζει η ναυτική παράδοση και το επαγγελματικό χρέος.

          Καλύτερα όμως να ΄φταναν ζωντανοί και φτωχοί ναυτεργάτες σ’ αυτούς που τους περίμενα, παρά πνιγμένοι εφοπλιστές.  Αυτές οι σκέψεις ήταν φευγαλέες, και αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το σκάφος. Ο καπτα-Νέτος με τρεμάμενα χέρια έκανε στο ημερολόγιο την τελευταία εγγραφή : Αποφάσισα εγκατάλειψη σκάφους λόγω ρήγματος που προκλήθηκε από δυνατή θαλασσοταραχή. Εισροή νερού στο Νο 1 αμπάρι προκάλεσε έμπλωρη κλίση, με άμεσο κίνδυνο να  βουλιάξει. Κατά προσέγγιση στίγμα 38-10 μοίρες βόρειο και 4-57 μοίρες ανατολικό.  Ημερομηνία …. ένα απόβραδο του Φεβρουαρίου.  Όλα τα μέλη του πληρώματος διασώθηκαν από το πετρελαιοφόρο «Μαριάννα».

          Πήδηξαν στην βάρκα και ξεμάκρυναν για τη σωτηρία. Έριξαν μια τελευ-ταία ματιά εκεί που έζησαν ένα τραγικό κομμάτι της ζωής τους, όπου άφησαν όλα τα προσωπικά τους είδη.  Ανέβηκαν με κόπο όλοι τα δίχτυα και βγήκαν σ’  ένα ξένο πλοίο, που θα τους αποβίβαζε σε σίγουρη στεριά.

          Έμεινε κάτω η σωσίβια βάρκα να σκαμπανεβάζει άδεια χωρίς πλήρωμα. Ένας Κινέζος ναύτης έλυσε το σκοινί που την κρατούσε και το πέταξε στη θάλασσα, έκοψε τον ομφάλιο λώρο που ένωνε τα δύο πλεούμενα.  Το «Μαριάννα»  ξεκίνησε να συνεχίσει το ταξίδι του. Ο κάπτεν Νόρμαν ο Εγγλέζος  καλωσόρισε όλους κι έδωσε συγχαρητήρια που σώθηκαν, μα τα συγχαρητήρια περισσότερο ανήκαν σε κείνον και το πλήρωμά του. Έδωσε εντολή στον ασυρ-ματιστή του  να μεταδώσει άρση του SOS  και να μηνύσει σε όλους τους ενδια-φερόμενους σταθμούς πως περισυνέλεξαν σώο το πλήρωμα και ότι κατευθύνονται στο Κειπ Τάουν, όπου θα τους αποβιβάσει σε δυο μερόνυχτα πάνω κάτω.  Έκανε λεπτομερή καταγραφή στο ημερολόγιο, ακόμη και τα στοιχεία των ναυαγών.

Πηγή:  « Οι δρόμοι της θάλασσας»

              Μανώλης Ροδανάκης

    Εκδόσεις ΚΑΛΕΝΤΗΣ

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

S.O.S. 2000 μίλια από το ΚΕΙΠ - ΤΑΟΥΝ του Μανώλη Σκαρσούλη

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ