Ο Λευτέρης, ο ρημαδόρος του χωριού, τελευταία ήτανε πολύ ήσυχος.
Μετά από την πλάκα που του κάμανε οι φίλοι του με την Κατεργιά από το περαχώρι,
είχε βάλει την ουρά στα σκέλια και το είχε πάρει απόφαση πως πέρασε η εποχή του, με τα χωρατά...
Ο κόκκορας της Αργυρώς αξημέρωτα άρχιξε να κράζει, όπως κάθε πρωί και ο Λευτέρης, έχωσε τη κεφαλή του κάτω από το μαξιλάρι, δίνοντας τον εκατοστό όρκο, πως κάποια μέρα θα κάμει τον πετεινό με τα μακαρόνια...
'' Τη ν-τύχη του κούκλη τση Βαγγελιάς, θα 'χει κι' ο κούκλης τσ' Αργυρής, δε θα μου γλιτώξει, μόνο που το μ-προηγούμενο, τονε 'σφαξα για το γάμο τση Παγωνιάς, τση χήρα...εδά ετουτονέ θα τονε φάω κοκκινιστό''.
Τα σάλια του τρέξανε από τη μυρωδια που του 'ρθε στη μύτη, μόνο με την ιδέα...
Στο καφενείο, ήτανε, βραδάκι, μετά που γύρισε απο τα χωράφια του, όταν φάνηκε η Αργυρώ και του φώναξε να του πει...
''Ήντα θέλεις μπρε Αργυρή, ήντα συβαίνει;''
''Μωρέ Λευτέρη, εμύνησέ μου ο γαμπρός μου απο τη χώρα, πως γεννά η κόρη μου και πρέπει να πεταχτώ να τση βοηθήξω''.
''Και ήντα θέλει από μένα, να τση κάμω τη μαμή;''.
''Όφου μωρέ Λευτέρη με τση μπουνταλέ σου, α και δε θα' ναι γη πρώτη σου βολά...μπα να ξεχνάς τη Πηνελοπάρα, που τη ξεγέννησες;''
''Να σοβαρευτούμαι λέω γω 'δα Αργυρή, ήντα πάεις και αναστοράσαι του λόγου σου, ε;''....Ανατρίχιασε με τις εικόνες που ήρθαν στο μυαλό του...
''Πε μου Αργυρή, ήντα μπορώ να κάμω εγώ στη περίφτωσή σου;''...
''Τα ζούμπερα να μου ταίζεις, τσ' όρθες μου, τσ' αίγες μου, δυο τρεις μέρες ανέ σου βολεί''...
''Και γιάντα δε ντο λέεις τση Ελενιάς που είναι και γειτόνισσα σου;''...
''Η Ελενιά δε ν-έχει βεντέτα με το κούκλη μου, Λευτεριώ''....
''Που πάει να πει ήντα ΄δα με τούτονα, Αργυρή;''...
''Ανέ ντο πω τση Ελενιάς, θα μου φάεις το γ-κούκλη μου, για μπουνταλού με περνάς; 'Αμα τονε ταίζεις του λόγου σου θα τονε ξανίγεις σα ντα μάθια σου''...
Όλη η χαρά του πήγε άνεμος, μα τι να κάνει και με κακή καρδιά της λέει:
''Ξια μου μπρε Αργυρή, άμε στη δουλειά σου και μη σκέφτεσαι πράμα, σα ντα μάθια μου θα τονε 'χω το κερατά το κούκλη σου, μα ανέ μ-πάθει πράμα από μοναχός του, εγώ ευθύνη δε φέρνω''...
''Τα μάθια σου τετρακόσσια Λευτέρη, μη συβεί πράμα του πετεινού, μαύρη φωθιά που σ' έκαψε...Έχε το νου σου Και στη κλωσσού, σε δυό ν-ημέρες θα βγάλει τα πουλιά''...
Από την ώρα που έφυγε η Αργυρή, το μυαλό του έκανε σενάριο, πως θα εξοντώσει τον κόκκορα...
Τον έβλεπε κρεμασμένο στο φράχτη, να τον έχει αρπάξει ένα γεράκι, να τον πνίγει ο πετεινός του γείτονα, μα τίποτα δεν τον βόλευε, αυτός τον ήθελε να σιγοψήνεται στη παρασιά του...
Μέχρι που του ήρθε η εξυπνάδα και γελάσανε και οι μουστάκες του...
''Θα τονε βγάλω ανίκανο και θα τονε σφάξει η Αργυρή και μου τονε κάμει και τραπέζι''...
Συννενοήθηκε και τον Νικολή και το σχέδιο μπήκε σε εφαρμογή...
Ένα καλαθάκι αυγά εβάστα την επόμενη ο Λευτέρης και γλακιχτός, έφτασε στο σπίτι του Νικολή...
''Βάλε τα ογλήγορα στη δική σου τη γ-κλωσσού να μην ουργιάσουνε και χάσουμε τα πουλιά, άντε Νικολή κούνησε μωρέ''...
''΄Εβαλες τα φρέσκα τα αυγά στη γ-κλωσσού τση Αργυρής, η θα ξεφτιλιστεί η δουλειά;''...
''Μπουνταλάς θαρρείς πως είμαι Νικολή, μάνα είμαι 'γω σε τέθοια''...
Και έφτασε η μέρα μου γύρισε η Αργυρή και με μεγάλη χαρά διαπίστωσε πως ο κόκκορας της είναι σώος και αβλαβής...
''Να 'σαι καλά Λευτέρη, ένα τραπέζι σου χρωστώ''...
''Να μου το κάμεις το τραπέζι Αργυρή μου, και μένα και του Νικολή για το λόγο που έχουμε πάρει μεγάλη στενοχώρια και δε κατέμε πως να στο μολοίσουμε το κακό που σε βρήκε''...
''Οφου ήντα θα 'κουσω η βαργιόμοιρη, ήντα γίνηκε Λευτέρη μου, έπαθε κιανείς πράμα;''...
''Όι δε ν-έπαθε κιανείς άθρωπος πράμα, μα εύκομαι να πάθει ο κούκλη σου''...
''Γιάντα μωρέ Λευτέρη, ήντα σου 'καμε πάλι το ζωντανό;''...
''Έίναι ανίκανος Αργυρή μου, τζούφιος, με ήντα τρόπο να στο πω να με καταλάβεις''...
''Όφου ήντα μου λέεις, μωρέ μπουνταλά, ήντα έχεις πάλι στο νου σου;''...
''Ελα επαέ να δεις, χαμπάρι που έχουνε τ' αυγά, δε ν΄ έπρεπε να 'χουνε ξεπουλιάσει απο τα ψες;''...
''Νέσκες , έπρεπε, μα να περιμένουμε δυο τρεις ημέρες να δούμε, μπα να'χω κάμει λάθος στο λογαριασμό''...
Μεγάλη ήτανε η στεναχώρια της Αργυρώς, που δεν έβγαλε κλωσσόπουλα και όλο οργιζότανε του πετεινού...
''Θα σε κάμω θέλει γω με τα κρομμύδια''...τον απειλούσε συνεχώς...
''Όι με τα κρομμύδια... επετάχτηκε ο Λευτέρης μια μέρα...με τα μακαρόνια να τονε κάμεις Αργυρή και να μου τονε κάμεις και τραπέζι''...
Και έφτασε η πολυπόθητη μέρα που ο κούκλης ήταν αχνιστός και μυρωδάτος ,στο τραπέζι μπροστά του....Δίπλα του ο Νικολής, ερουφούσανε τα μακαρόνια, σαν τον ελληνικό καφέ στο καφενείο και γλύψανε και τα κόκκαλα...
Η Αργυρή, ασχολιότανε με τα κλωσσοπούλια που και καλά της έφερε δώρο ο Νικολής και δεν άκουγε τον Λευτέρη που μετά από ένα δυο κρασιά άρχιξε να ριμαδολογεί:
Τση Αργυγής ο πετεινός, ο κοκκινιληράτος
με στη κοιλιά μου βρίχνεται κι ήτανε μυρωδάτος...
Εβγάλαμε τη σούρα ντου, όφου το κακομοίρη
του άλλου κόσμου οι κούκληδες, θα κάνουντου σείρι...
Κορδέλες θα του βάλουνε εις το λειρί απάνω
και κορδελίτσες κόκκινες...φαντάσου το σουλτάνο...
Που είχε το χαρέμι ντου ολόκληρο κοτέτσι
κι εδά στα αποθάματα να καταντήσει, έτσι...
