Γράφει η Ευγενία Σπαντιδάκη-Ζαμπετάκη
Συν/χου δασκάλα
Σ’ ένα χωριουλάκι τση Κρήτης εγεννήθηκε μια γκοπελιά, που τη λέγανε, Κατίνα. Εκακόπαθενε η μάνα τζη στη γέννα και δεν έκαμενε άλλο γ-κοπέλι. Όσο μεγάλωνενε η Κατίνα εγίνεντονε μια καβαλουρέ και τα ’βάνενε μ’ ούλο το χωριό. Άστο δα πως εκοπάνιζενε ούλα τα κοπέλια, μιτσά- μεγάλα., αλλά έβγανε γλώσσα και τω μεγάλω ανθρώπω, ου ου ου «μύγια δεν εκάθιζενε στο σπαθί τζη»
Η μάνα τζη η κακομοίρα τη θώργιενε(1), εκαταλάβαινενε πως θα ’χει κακά ξέτελα(2), μα είντα θελα κάμει… δεν εμπόριενε να τη μ- περιορίσει γιατί τσή βγανε μια οργιδέ(3) γλώσσα.
Η Κατίνα επήγαινε στο σκολειό, μα η δασκάλα τη χούβιζενε(4) τη στυλομάχιαζενε(5) στο θρανίο και τη κοπάνιζενε, γιατί ’τανε αντίδικη. Μια μέρα που σήκωσενε τη βίτσα να τση βαρεί η μαθήτρια τση, Δευτέρας τάξης, του Δημοτικού η Κατινάρα, έπιασενε τη βέργα τη κουτσούκλισενε(6) και τη μ- πέταξενε στα μούτρα τση δασκάλας. Ετσά εξεσκόλισενε, δε εξαπάτησενε τα πόδια τζη στο σκολειό.
Ηγούμια μου Κατίνα μου, να ’σαι και συ αγράμματη σα και μένα «απού δε κατέω να μοιράσω δυο βουγιώ άχερα;»
-Εγώ μάνα έμαθα να γράφω και να διαβάζω, είντ’ άλλο θες
-Για ένα μισυ χρόνο τά ’μαθες κοπελιά μου, γιάντα τ’ άλλα κοπέλια κάνουνε έξε χρόνια να τελειώσουνε το σκολειό;
-Γιατί αυτά μάνα είναι μπουνταλούδικα… Εγώ σου διαβάζω τσι βίους των Αγίων, σου γράφω τα συχωροχάρτια απού πας τη γ-Κυριακή στην εκκλησία, είντ’ άλλο θέλεις;
Εμεγάλωσενε μόνο-μόνο και σα δε νε ’πήγαινε στο σκολειό ακλούθανε τ’ αφέντη τζη στα χωράφια, εξετέλευγενε ούλες τσι γυναικείες και τσ’ αντρικές δουλειές, εσήκωνενε με τσι χερούκλες τση τα μιγόμια(7) και τ’ ασφεντούρανε(8) στο σαμάρι του γαϊδάρου, κι ο πατέρας τση τάδενε με σκοινιά. Ο γέρο - Νικολάκις τη καμάρωνε. Όσο νε μεγάλωνε τόσο ψήλωνε, είχενε μακρές ποδάρες και χερούκλες σα τ’ αντρούς, ανοιχτοκούταλη, δυναμερή, προκομένη, ακούραστη!
Εξάνοιγε ντηνε ο πατέρας τση κι έλεγενε του Θεού με παράπονο. «Εχάρισές τση Θεέ μου ούλα τ’ αντρικά πιθέματα(9) γιαντ’ άλλαξες τη γνώμη τελευταία στιγμή και δε τζη δωκες και τ’ αντρικά μπράτη(10) , να χω και γω ένα γιο , ν’ ακούγεται τ’ όνομα και το επίθετο του πατέρα μου, μόνο θα σβήσει από το χνος(11) τση γης, άλλο κοπέλι δε ν- έχω!
Η μάνα εψυχοπονούντανε τη γ-κοπελιά τζη πως τραχαπαλεύγει(12)στα χωράφια ουλημερνίσιως (13) τση μέρας και βαγεστα (14) τ’ άζουλο.
Το καλοκαίρι απού ’ρθενε η γι- αδερφή τζη η Αγγελική απού την Αθήνα, τη μ- παρακάλεσενε να τση βρεί ένα γαπρό Αθηναίο να φύγει απού τα βάσανα του χωριού να ξεκουραστεί
-Αναμάζωξέ τηνε Αγγελική στην Αθήνα, ο αφέντης τση τη ταλαιπωρεί στα χωράφια γιατί ’ναι ταμακιάρης (15), δε τονε κατέεις εδά…
-Κατ’ αρχήν δε με λένε στην Αθήνα Αγγελική, με φωνάζουνε Αγγέλω, μάθε να μιλάς και δεύτερον έχεις λεφτά να της αγοράσεις ένα διαμέρισμα;
- Από δέκα χρονώ δουλεύγει το κακορίζικο, είντα λογάσαι, ούλοι μας τυραννούμαστενε στη περιουσία κι έχομενε πρεμαζωμένο πέντε- έξι ντίνες λάδι, θα πουλήσομε και μερκά ξωχώραφα, μια και μοναχή την έχομε
-Θα τηνε πάρω μαζί μου αν τση δώσεις ένα γερό «κομπόδεμα» να τση πάρω ρούχα, να τη γ-καλικώσω, να τη μ-πάω στο κομμωτήριο, να τη μάθω να βάφεται, ετσά χωριάτισσα μαθές πως θα τη παρουσιάσω στην Αθήνα;
Το βράδυ η Νικολάκενα εψιλοκουβέντιασενε με τον άντρα τζη
-Θωρείς το και αμοναχός σου πως επάτησενε τα εικοσπέντε κι ένας θεοτικός γαμπρός δε ν-τηνε γύρεψενε, μήτε θα τηνε γυρέψει γιατί ’ναι γλωσσού και ακουλάντριστη(16) δε τζη θαρρεύγεται(17) κιανείς να τη βάλει στο σπίτι ν-του. Άστηνε να τη μ-πάρει η γ- αδερφή μου στην Αθήνα και μπορεί να βρεθεί εκειά το τυχερό τζη.
-Μπρε συ γυναίκα, ερώτηξές τηνε ανέ θέλει να κάμει η Κατίνα μας τουτονά το σουλάτσο;(18)
-Τροζαμένη ’ναι να πάει τ’ άζουδο(19) να δει πως είναι ο κόσμος. Έφυγενε η Κατίνα, έγραφενε τσι γονέους τση γράμματα, ήτανε ενθουσιασμένη με τη γ-καινούρια ζωή
Το μεσοκαλόκαιρο έρχεται η απανταχού στο χωριό μ’ ένα γράμμα. Η Κατίνα καλεί τσι γονέους, να πάνε στην Αθήνα γιατί βρεθήκενε ένας γαμπρός που τονε λένε Βάνη και ορίσανε την ημερομηνία του γάμου.
Δεν εκατέχανε οι γονέοι τζη γράμματα και φωνάξανε τ’ανηψιό ντωνε το δασκάλι να τονε διαβάσει το γράμμα. Εχαρήκανε για το γαμπρό, μα κεινονά τ’ όνομα «Βάνης» τσι βαλενε ζάβαλε σε μεγάλο ντουσουλμέ(20)
-Είντα θα πει «Βάνης» μήμπα νάναι ξένος; Αναρώτανε ο αφεντάκης τση
-Αν είναι πράμα Ατζίγγανος γη αλλόθρησκος, αναχαίτζωνενε(21) η γιαγιά τζη και χτύπανε με τση γρόθους τση το μπέτη τζη
-Ετοιμαστήκανε οι γονέοι τση Κατίνας και πήγανε στην Αθήνα και τη βλοήσανε με τον άντρα που διάλεξενε και δε τονε λέγανε Βάνη αλλά Φάνη, όνομα, ελληνικό, χριστιανικό, αλλά η νύφη δεν εξεχωρίζενε το Β από το Φ λίγα και κιαουλιάς τα ’μαθενε τα γράμματα… Ευχαριστημένοι οι γονέοι τζη καλός ο γαμπρός είχενε καταδιά(22) δεν ήτανε όφκαιρος, μοναχόπαιδο με τη δουλειά ν-του, το σπίτι ν-του, δεν εγύρεψενε προίκα. Χαρούμενοι αναμαζωχτήκανε οι γερόντοι στο χωριό και καθ’ αργά επχαίναμε οι χωριανοί και τονε λέγανε τα συγχαρίκια. Αυτοί επαινεύγανε το γαμπρό, τη νύφη, την Αθήνα και κερνούσανε κουφέτα κι άλλα αποχερίδια(23) από το γάμο.
Επέρασεν κάμποσος καιρός και στο τέλος του καλοκαιριού ήρθανε στο χωριό, ο Φάνης με την Κάθριν, με το δικό τους αμαξάκι να παραθερίσουν.
Οι χωριανοί επχαίνανε στο σπίτι να τους καλωσορίσουνε και τρίβανε τα μάτια ντωνε από την ομορφάδα της Κατίνας. Είντα ’τανε αυτή η μεταμόρφωση, ψιλή, μ’ ωραία ρούχα ζγουρομάλλα, βαμμένη, καλικωμένη με λουστρίνα, η μιλιά τζη πρωτευουσιάνικη, ελεγε κ αντι κε, άλλαξενε ακόμη και τ’ όνομά τζη.
-Όχι Κατίνα, παρακαλώ να με φωνάζετε Κάθριν…
Ο γαμπρός, ένας γλυκός νέος με κουστούμι και γραβάντα αμάλαγος, άνθρωπος τση πολιτείας, πρωτευουσιάνος!...
-Είδες μπρε τη Κάθριν, τη κακοκουλάντριστη(24) είντα καλοπίταγη(25) και σιγανή ’ναι δα, σωστή κυρία, έλεγενε η θεια τζη η Γιωργάκενα
-Είντα δε το γατέεις πως «η χώρα κάνει άρχοντες και το χωριό, χωριάτες;» τσ’ απολοήθηκενε η γειτόνισσά τζη η Μαριγώ
Ούλο το χωριό δε ν’ είχενε άλλη αθιβολή(26) μόνο για τη Κάθριν κουβεντιάζανε: «Άλλαξενε, εγίνηκενε γλυκομίλητη, έχει όμορφο φέρεστε, μπράβο τζη!
Επεράσενε οι μέρες των διακοπών και το ζευγάρι την Παρασκή τ’ απομεσήμερο αποφάσισενε να φύγει από το χωριό.
Επρεμαζωχτήκανε ούλοι οι χωριανοί γύρου γύρου στο σπίτι ντωνε ν’ τσ’ αποβγάλει… άλλοι κρατούσανε μια μπουκάλα κρασί, άλλοι τσικουδιά, καρύδια, συκομαϊδες και λουλούδια. Το αμαξάκι του Φάνη σταματημένο στην είσοδο του σπιτιού κι οι γονέοι ντωνε, το φορτώνανε κατακαμηλιού, λάδι, κρασί, παξιμάδι, όσπρια απ’ ούλα τα καλά. Ετελείωσενε το φόρτωμα, έκλεισενε η Κάθριν τσι πόρτες, εχουζουρεύτηκενε ο Φάνης, έπιασενε το τιμόνι και από πίσω ορθή η Αθηναία ανοιγόκλεινε τζι χούφτες τση και τούλεγενε πρωτευουσιάνικα: «έλα κόλου - κόλου, έλα κόλου - κόλου έλα, έλα. Σε μια στιγμή, κακή στιγμή, του ξεφεύγει το τιμόνι, γιατί ο δρόμος ήτανε στενος και ακουμπά η μουτσούνα ν-του στο τοίχο, επέσανε οι πέτρες απάνω και το κάμανε ζούπα…
Εξέχασενε η Κάθριν τσι καλούς τση τρόπους άνοιξενε τσι παλάμες τση εσφακέλωσενε το Φάνη και του φώναξενε σε γνήσια Κρητικά «Να τρόζακα και χάλασες το τοίχο!» Εζεματιστήκανε οι χωριανοί από τη συμπεριφορά τση Κατίνας, ένας- ένας έφευγενε με τη σιγουριά πως η πρωτευουσιάνα άλλαξενε μόνο εξωτερικά μα στα γούγια έμεινε η ίδια… η μποντολο-κατινάρα!
- θώργιενε=κοίταζε, παρατηρούσε
- κακά ξέτελα=κακό τέλος
- οργιδέ=οργυά, μέτρο μήκους ίσο με το άνοιγμα των χεριών στα πλάγια
- χουβίζω=φωνάζω δύνατα
- στυλομαχιάζω=συμπιέζω σε σταθερό εμπόδιο
- κουτσοτρουλίζω=κάνω πολλά κομμάτια
- μιγόμια=ήμισυς γόμος, μισό φορτίο
- ασφεντουρώ=πετώ με δύναμη
- πιθέματα=χαρακτηριστικά
- μπράτη=αρσενικά σεξουαλίστικα όργανα
- χνός= χνότα, ο αέρας εκπνοής έχει μεταφορική έννοια, από τα βάθη της γης
- τραχαπαλεύγει=παλεύει τρέχοντας, κοπιάζει
- ουλημερνήσιως τση μέρας= όλη τη μέρα συνεχώς
- βαγεστώ= αποκάμνω, απαυδίζω
- ταμακιάρης=αχόρταγος
- ακουλάντριστη=δεν εξουσιάζεται
- θαρρεύγομαι=εμπιστεύομαι
- σουλάτσο=βόλτα
- άζουδο= κακορίζικο
- ντουσουλμέ=σκέψη
- αναχαιτζώνει=ανατριχιάζει
- καταδιά=περιουσία
- αποχερίδια=φιλοδωρήματα
- κακοκουλάντριστη=δεν εξουσιάζεται εύκολα
- καλοπίταγη=υπάκουη, βολική
- αθιβολή=κουβέντα
