Ο Γιωργουλογιακουμής και ο Τσουδογιάννης ήσαν αχώριστοι φίλοι. Κι αυτή άλλωστε τη φιλία συνέχισαν και τα παιδόγγονά τους, κατόπιν. Κι η φιλιά τους, εχτός του ότι ήταν, πάππου προς πάππου, σα γειτόνοι και συζευτάδες πάντα, δυνάμωσε κι από τη κοινή και δυνατή αγάπη που ΄π χαν και οι δυο τους προς το κρασί. Αν ζητούσες να βρεις τον έναν και δεν τον έβρισκες, έπρεπε να ψάξεις να βρεις που ήταν ο δεύτερος. Κι εκεί θα ΄βρισκες σίγουρα και τον άλλο. τόσο κολλητοί ήσαν οι δυο τους, ώστε οι χωριανοί τους φώναζαν και τζιμπραγούς! Κάτι δηλαδή ανάμεσα στους δίδυμους και τους σιαμαίους.
Αφού λοιπόν τελείωσαν τις δουλειές τους στην αγορά κι ο Γιωργουλο- γιακουμής με τον Τσουδογιάννη επήγαν κι έκατσαν στο μαγέρικο του Παμπού-νη, για να φάνε, αποφασισμένοι ν΄ αφήσουν τα μουλάρια τους και τη νύχτα στου Μποτώνη το Χάνι και να ξωμείνουν κι οι ίδιοι στο Ρέθυμνο … Αφού έφαγαν καλά κι ήπιαν με την ρέουλά τους, που κράτησε πάνω από δυο ώρες, από καμιά οκά κρασί ο καθένας τους, σηκώθηκαν κατακουρασμένοι και τράβηξαν κατά την κοντινή μεγάλη χαρουποθήκη του άλλου κοντοχωριανού τους, χοντρέμπορα , του Χριστόδουλου του Γαβρά, για ύπνο.
Ο Χριστόδουλος ήταν ένας από τους μεγάλους χοντρέμπορους λαδιών, χαρουπιών κι άλλων προϊόντων και ειδών μπακαλικής εκείνους τους χρόνους. Κι ήταν και χρυσός άνθρωπος ! Την αποθήκη του την είχε πάντα στη διάθεση του κάθε αγωγιάτη που θα του τη ζητούσε για να κοιμηθεί εκεί τη νύχτα. Απάνω στα στοιβασμένα σακιά τα χαρούπια, στα χαμηλώματα, δίπλα στις θεώρατες ντίνες του λαδιού, και σ’ όποιο άλλο, τέλος πάντων, σότατο μέρος έβρισκε, με την απαραίτητη βέβαια συντροφιά των χαρουποθρεμένων ποντικών, ου δεν κατάφερναν να εξαφανίσουν οι ποντικοπαγίδες που τους έστηνε συνεχώς ο Χριστόδουλος κι ο παραγιός που ΄χε στις δουλειές του και που κοιμότανι κι αυτός πάνω σε μερικά, στρωμένα μ΄ αφρατόχορτα και κιλίμια, μαγέρια, που ΄χε στημένα με στρίποδα για κρεβάτι σε μια γωνία εκείνης της τεράστιας αποθήκης.
Όταν, λοιπόν έφτασαν στην αποθήκη ο Γιωργουλογιακουμής με τον Τσουδογιάννη, ο παραγιός του Χριστόδουλου έλειπε. Η πόρτα όμως δεν ήταν μανταλωμένη και, κατεχάρηδες αυτοί από άλλες φορές, την έσπρωξαν με τον τρόπο που ΄ξεραν, άνοιξαν ένα από τα μαδέρια της και τρύπωξαν μέσα, ξανακλείνοντάς την με τον ίδιο τρόπο. Μέσα η αποθήκη ήταν θεοσκότεινη κι άρχισαν να σκαρφαλώνουν στα στοιβιασμένα σακιά τα χαρούπια, πασπατεύοντας και πασκίζοντας να βρουν κάποιο σόπατο για να ξαπλώσουν. Πάντα έμειναν σόπατα στα ψηλώματα των στοιβιασμένων σακιών, κι εκεί συνήθως σκαρφάλωναν, όπου κι εξάπλωναν. Πρώτος κατάφερε να βολευτεί ο Γιωργουλογιακουμής, που μόλις ακούμπησε το κεφάλι του στα σακιά αποκοιμήθηκε !
Ο Τσουδογιάννης, όμως, πάλευε ακόμη να βρει στρωτό τόπο για να θέσει κι αυτός. Σκαρφάλωνε από ΄δω, πασπάτευε τα σακιά από ΄κει, αλλά σόπατο και βολικό μέρος για ξάπλωμα δεν έβρισκε. Κι είχε σκαρφαλώσει πια, χωρίς να το καταλάβει στις πιο ψηλές στοίβες. Κοντά στο ταβάνι σχεδόν. Ψηλότερα κι από τις τριχίλιαρες θεώρατες ντίνες του λαδιου. Και πάνω σ’ εκεί-νο του το ψάξιμο έγινε το μεγάλο κακό. Καθώς, δηλαδή, πασπάτευε στα τυφλά να βρει ξαπλωτούρα, ξάκρισε, κάποια στιγμή, προς το μέρος μιας ντίνας που ΄τυχε, κατά διαολική σύμπτωση, να την έχει ξεχάσει ξἐσκεπη ο παραγιός του Χριστόδουλου, γλίστρησε και, πιωμένος καθώς ήταν, έπεσε μέσα.
Παρά το μεθύσι του και σβέλτος καθώς ήταν, πρόλαβε να τινάξει τα χέρια του για να πιαστεί από κάπου. Και σ’ αυτή του την κίνηση τον βοήθησε σίγουρα η τύχη του. Πρώτον, διότι έτυχε να γαντζωθούν τα χέρια του στα χείλια της ντίνας και, δεύτερον, διότι η ντίνα ήταν σχεδόν κοντόγεμη από λάδι, μ’ από-τέλεσμα όλο του το κορμί να πλέει στα λάδια, κι έτσι δεν εξορίζουνταν πολύ τα χέρια του από το κρέμασμά τους στα χείλια της ντίνας. Έτσι μπόρεσε ν’αρχίσει έναν απελπισμένο αγώνα να καβαλικέψει με το ένα το πόδι τ’ ακράχειλα της ντίνας και να βγει έξω, χωρίς να τον αντιληφθεί ο Γιακουμής και να γίνει ρεζίλι. Που να τα καταφέρει, όμως, ο κακομοίρης ! Τα στιβάνια και η βράκα του είχαν γεμίσει λάδια και θα ζύγιαζε πάνω από εκατό οκάδες. Άσε δα που και η μπρο-καδούρα των στιβανιών του τα ΄κανε να γλιστρούν, σαν το χέλι, στα πλευρά της ντίνας, κι η θέση του γίνουνταν ολοένα και δυσκολότερη. Ώσπου, όταν κατάλαβε πια πως δεν άντεχαν άλλο τα χέρια του και πως κιντύνευε να πνιγεί μέσα στα λάδια σαν τον ποντικό, και τρομαριασμένος κι από τη σκέψη ότι στην αποθήκη ευρίσκουνταν μόνο ο πιωμένος Γιακουμής, που ο Θεός ξέρει κι αν θα τον άκουγε καθόλου μέσα στο μεθύσι του, γιατί για βοήθεια δεν τον υπολόγιζε καθόλου, κι ότι το μόνο που θα γινότανε θα ΄ταν να φουντάρει και εκείνος στην ντίνα, πανικοβλήθηκε κι άρχισε να μουγκρίζει άγρια κι απελπισμένα.
- Βοήηηθεια, Χριστιαναίοιοι! Βοήηηθεια, για τ’ όνομα του Θεού, και πνίιιγομαι !
Ο Γεωργουλογιακουμής, που, όσο κρασί και να ΄πινε, δεν ξέφευγε ποτέ από τα ζύγια του και τα τρεχούμενα γύρω του, το ΄δειξε και τούτη τη φορά παρά τους φόβους του τρομαριασμένου Τσουδογιάννη. Με τις πρώτες λοιπόν φωνές π’ άκουσε, πετάχτηκε πάνω, ανακάθισε στα σακιά που ΄ταν ξαπλωμένος και, μόλις κατάλαβε τι έτρεχε, άρχισε να σιγουροσέρνεται πάνω στα σακιά σιμώνοντας στη ντίνα, που ΄ταν φουνταρισμένος ο φίλος του, χωρατεύοντας τον για να τον ψυχώνει :
- Ξάνοιξε, μωρέ κουρκουζάνη, να μη « γεμίσεις τη βράκα σου» , ίσαμε να ΄ρθω να σε βγάλω !
- Βιάσου, μωρέ Γιακουμή, κι α΄σ΄ τ΄ αστεία, γιατί πνίγομαι ο κακομοίρης ! του φώναξε αυτός κλαψουρίζοντας.
Ο Γιακουμής, όμως, έκανε πως δεν έδινε σημασία στο φόβο του και συνέχιζε να καλαμπουρίζει :
- Δε θα σου κάμει βέβαια κακό να πιείς και μερικό λάδι. Αλλά, αφού το κατέ-χεις, μωρέ μπουνταλά, πως δεν τ’ αντέχεις το κρασί, γιάντα το πίνεις με την οκά;
Τ΄άντεχε βέβαια το κρασί ο Τσουδογιάννης, σαν και τον ίδιο, αλλά τον χωράτευε, για να του διώχνει το φόβο.
Τέλος πάντων, με τ’ αστεία του ο Γιακουμής κατάφερε να φάει το χρόνο της αγωνίας του φίλου του και να πλευρίσει στην ντίνα. Εσιγουροπάτησε, τότε, στα σακιά, ξετύλιξε από τη μέση του τη μακριά μπρισιμιδένια ζώνη του, έδεσε γερά τον Τσουδογιάννη από τον μπέτη και τις μασχάλες του, έδεσε μετά την άλλη άκρη της σ’ ένα κερκέλι της ντίνας κι άρχισε να τον ανασέρνει με δύναμη, για να τον βγάλει έξω. Με τα λάδια, όμως, είχε γίνει κι η ζώνη γλιτσερή και δυσκόλεψε πολύ τον αγώνα του Γιακουμή ν’ ανασύρει τον Τσουδογιάννη όξω από την ντίνα. Απάνω, όμως, σ’ αυτή τη δύσκολη ώρα άνοιξε ευτυχώς η πόρτα και μπήκε στην αποθήκη κι ο παραγιός του Χριστόδουλου.
Μόλις αντιλήφθηκε κι αυτός τα τρεχούμενα, βιάστηκε ν’ ανάψει τρομαριασμένος μια λαμπα πετρελαίου που ΄χε δίπλα στο κρεβάτι του, για να ΄δει που ακριβώς γινότανε το κακό, κι άρχισε αμέσως να σκαρφαλώνει κι ο ίδιος στα σακιά ως το ύψος της ντίνας π’ αγωνίζουντον ο Γιακουμής ν’ ανασύρει τον Τσουδογιάννη. Τον έπιασε κι εκείνος από τα ρούχα του, έβαλε τα πιο δυνατά του και κατάφεραν επιτέλους να τον τραβήξουν όξω από την ντίνα, σύλλαδο, σαν το λαδωμένο ποντικό. Και προπάντων βέβαια από το στήθος και κάτω.
- Ξάνοιξε, μωρέ, ίντα εκόντεψε να πάθει ο άνθρωπος ! μουρμούρισε ξεπνοα ο κακομοίρης ο παραγιός. Και θα ΄γταιγα εγώ, απού εξέχασα ξέσκεπη την ντίνα. Πώς διάολο, αλήθεια, την εξέχασα ξέσκεπη; Τα «σκολινά μου» θ’ ακούσω αύριο απού το Χριστόδουλο.
Ο Τσουδογιάννης, όμως, παρά την τρομάρα του, του ΄πε, παίρνοντας πάνω του όλη την ευθύνη :
- Δε φταις σε τίποτα εσύ. Εγώ φταίω. Ίντα διάολο εγύρευα, μαθώς, εκειά πάνω στο ταβάνι;
- Έλα σου, ντε! πρόστεσε, με το γνωστό του κέφι, κι ο Γιακουμής. Ο μόνος φταίχτης είναι ο «πόντικός» ! Κιανείς άλλος! Και, κοιτών τας μετά τον Τσουδο-γιάννη, συνέχισε τ’ αστείο του! Κι άραγες, μωρέ Γιάννη, λάδια μόνο είναι γεμάτη η βράκα σου;
Τέλος πάντων, το λησταρχειό που ΄γινε εκείνο το βράδυ στην αποθήκη του Χριστόδουλου ήταν άλλο πράμα. Σακιά λαδωμένα, πάτωμα λαδωμένο κι ο κακομοίρης ο Τσουδογιάννης κολυμπητός, στα λάδια, ολοκίτρινος ακόμη από την τρομάρα που τον είχε τραντάξει και ζαρωμένος απάνω σ’ ένα σακί με χαρούπια, εκοίταζε ολόγυρα, σα χαμένος, μονολογώντας κάθε τόσο, αχνά – αχνά κι αδύναμα:
- Πώς διάολο δεν επνίγηκα! Πώς διάολο δεν επνίγηκα! Κι αύριο; Ίντα θα ΄πω αύριο του Χριστόδουλου; Παναγία μου κι ίντα ΄τον΄τούτο το γίβεντο που ΄παθα; Εξεγιβεντίστηκα! Κι εξεγιβέντισα και το σόι του σογιού μου !
Οι άλλοι πασκίζανε να τον ψυχώσουν, γιατί ξέρανε το φιλότιμο των Τσουδήδων και τι γινότανε εκείνες τις στιγμές στην ψυχή του φουκαρά του Τσουδογιάννη.
- Έγνοιασέ σε! Γίνουνται αυτά τα πράματα. Ευτυχώς απού δεν επνίγηκες εσύ! Μα ούλα τ’΄ άλλα διορθώνουνται.
- Όχι! Δεν διορθώνουνται, τους αντιμίλησε ο Τσουδογιάννης μ’ απελπισία, καθώς «φύσαγε το πάθημά του και δεν του κρύωνε». Τούτο το κάζο, απού ΄παθα,. είναι απού τ’ αδιόρθωτα. Ποιος θα τ’ ακούσει και δεν θα μ΄ αναγελάσει. Θέατρο Θεόψυχά μου, θα γενώ σ’ ολάκερη την Κρήτη ! Καλλιά μου ήτονε να πνιγώ. Να μη ζήσω το ρεζιλίκι απού με περιμένει στην κοινωνία.
- Σώωωπα, μωρέ μπουνταλά, μα κατέχει ο κόσμος ίντα ζυγιάζουνε οι Τσουδήδες! του φώναξε μαλώνοντάς τον ο Γιακουμής.
- Εζυγιάζανε, κακομοίρη Γιακουμή ! Εζυγιάζανε ! Μα εδά, με τούτο το γιβέντισμα, έκαμα το σόϊ μου σκέτους φελλούς. Και καραγκιόζηδες, τ’ απάντησε απαρηγόρητος ο Τσουδογιάννης.
Στο μεταξύ πήγε ο παραγιός του Χριστόδουλου κι άνοιξε ένα ξύλινο μπαούλο, έβγαλε από μέσα μια δική του βράκα και μερικά άλλα στεγνά ρούχα, του ΄δωσε και μια μεγάλη στεγνή πατσαβούρα για να σκουπιστεί λέγοντάς του :
- Παραίτησε τα μοιρολόγια και πήγαινε σε κιαμιά γωνία να βγάλεις τα λαδωμένα, να σκουπιστείς, καλά- καλά και να βάλεις τούτα τα στεγνά ρούχα. Και ούλα τ’ άλλα θα δούμε πως θα τα συμμαζώζομε αύριο. γιατί έχω κι εγώ την ευθύνη μο9υ. Και πολύ μεγάλη μάλιστα.
- Να καλοσκουπιστείς του παράγγειλε κι ο Γιακουμής μισογελώντας. Και να ΄χεις και στην έγνοια τω ποντικώ, γιατί μπορεί να σε περάσουνε για λαδοτύρι, ετσά σάλλαδος, απού γίνηκες, και να σε «πελεκήσουνε» , κακομοίρη μου, τη νύχτα ! του πέταξε το τελευταίο καλαμπούρι του ο χωρατατζής φίλος του.
Το κάζο αυτό του Τσουδογιάννη έμεινε, για πολύν καιρό, εφτασφράγιστο μυστικό. Ο Γιακουμής δεν έβγαλε άχνα. Το ίδιο κι ο Χριστόδουλος με τον παραγιό του. Μια μέρα, όμως, απάνω στο κέφι του με μερικούς πολύ καλούς φίλους του, το διηγήθηκε ο ίδιος στην παρέα του. Μια πραγματικά διαλεχτή παρέα του, που ανάμεσά της βέβαια πρώτος και διαλεχτότερος ήταν ο Γιακου-μής. Ο σωτήρας του ! Κι είχαν μάλιστα να πούνε οι παλιοί πως το παρατσούκλι «Ντινογιάννης» το ΄χε δώσει ο ίδιος στον εαυτό του.
- Μάααλιστα, μωρέ παιδιά! λένε πως είχε πει σ’ εκείνη τν παρέα. Απού το Θεό και δεν επνίγηκα εκείνη τη αργαδινή! Ας ειν’΄καλά ο φίλος μου ο Γιακουμής, απού μ΄ έσωσε ! Ο Θεός να μου κόβγει μέρες και να τους τσι γράφει χρόνους! Εκολύμπησα, όμως, για τα καλά μέσα στα λάδια. Πλια πολύ κι απού τα μωροκόπελα στην κολυμπήθρα τ’ σ’ εκκλησιάς, όντε τα βαφτίζουνε. Μόνο ο παπάς κι ο σάνταλός μου ΄λειψαν, για να μ’ ονοματίσουνε. Γιατί κατά τ’ άλλα ήταν τέλεια βάφτιση. Κι ούτε θαρρώ πως εκαταλύθηκε ποτέ σ’ άλλη βάφτιση τόσο πολύ λάδι. Γι’ αυτό λέω πως πρέπει να πάρω και τ’ όνομα !
Οι άλλοι που τον ακούγανε είχαν σκάσει στα γέλια. Και μέσα σ’ εκείνα τα γέλια ακούστηκε ο Πλατσονικολής, ένας της παρέας, να τον ρωτά :
- Και ίντα όνομα λες πως σου ταιριάζει, μωρέ Γιάννη, σε τούτο το βαφτιστήρι σου απού μας είπες;
- Ξάνοιξε, μωρέ Νικολή ! τ’ απάντησε εκείνος, με το ίδιο κέφι πάντα. Αφού μ’ ονοματίσανε στην εκκλησά Τσουδογιάννη με μια σταλιά λάδι, μ’ ολάκερη τριχίλιαρη ντίνα πως πρέπει να με βαφτίσουνε; Εγώ πάντως, θαρρώ πως πρέπει να μ’ ονοματίσουν γη Λαδογιάννη, γή Ντινογιάννη ! Και., μάλλον, το Ντινογιάννης είναι το πλια σωστό, για να θυμίζει και την «κολυμπήθρα» .
Τους κοίταξε καλά- καλά ένα γύρο όλους ρωτώντας τους :
- Ίντα λέτε κι εσείς; Δεν είναι πλια ταιριαστό και γερό «βαφτιστικό» μου το Ντινογιάννης
Όπως ήταν επόμενο, δεν έμεινε « γερό άντερο» σε κανέναν από τα γέλια, όση ώρα διηγιότανε ο Τσουδογιάννης τη σπάνια ιστορία του με την ντίνα. Κι ώρα πολλή μετά, σαν την τέλειωσε!
Το νέο, φυσικά, μαθεύτηκε με ταχύτητα αστραπής σ’ όλο χωριό9 και σ’ όλον τον πλια πέρα κόσμο. Και από τότε δεν τον έβρισκες πια τον Τσουδογιάννη, αν δεν τον ζητούσες με τ’ όνομα Ντινογιάννης. Κι όχι μόνο αυτόν, αλλά και τα παιδόγγονά του.
Έτσι, με μια οκά κρασί που ΄χε πιεί στο μαγέρικο του Γιαμπούνη κι ένα του «παραπάτημα» στη χαρουπαποθήκη του Χριστόδουλου αλλαξονόμασε ο γερο- Τσουδογιάννης της εποχής της Τουρκοκρατίας, μέσα σε μια νύχτα, ολάκερο το σόϊ του από Τσουδήδες σε Ντίνηδες! Κι άκουγες στο κατόπιν τα ονόματα Ντινογιώργης, Ντινονικολής, Ντινογιαννης, Ντινοστεφανής και ούτω καθεξής, άσχετα αν αυτοί δεν είχαν ποτέ καμιά σχέση με την ντίνα του Χριστόδουλου !
Σημείωση 1 :
Στους Αποστόλους είχαν παντρευτεί δυο κόρες του Ντρετο- Ηλία, η Στελλιανή τον Χαριτογιώργη και η Μαρία τον Μπιτσάκο που ήταν γείτονάς μας.
Από μικροί είχαμε πολύ καλή σχέση με τους Ντρετούληδες και πραγματικά ήταν ξεχωριστοί άνθρωποι, της Αμαριώτικης ρίζας. Οι γιοί του Μανόλη πρόκοψαν και δεν κουράστηκαν ποτέ, να αναβαστούν τον τόπο μας.
Ήμουνα πολύ περήφανος που είχαμε Γυμνασιάρχη τον Μανόλη (1963), τον πατέρα του Μελέτη παρ’ όλο που ήταν πολύ σφιχτός στους βαθμούς. Μέχρι που πέθανε είχε λιτή κορμοστασιά.
Ο Μελέτης έγινε καθηγητής και ήταν ο πιο παρεϊτζής από τ’ αδέλφια του. Έκανε παρεα με τους χωριανούς και με τις πρώτες δοξαριές της λύρας έπιανε στην οπρός μπάντα βάζοντας και τους ποθαμένους στο κύκλο. Μια λέξη να γράψω για το βιβλίο θα το χαλάσω. Μόνο ένα ευχαριστώ που με πήγε στους τόπους μας και μου βγόρισαν ο Ψηλορείτης και τα Βενόπλογα από τον Υμηττό.
Σημείωση 2 :
Στον Σαρικομανόλη αναφέρονται μερικά παρατσούκλια από τα χωριά μας. Θα σταθώ στου Ηρώδη γιατί απ’ αυτόν τον άνθρωπο έχω δεχτεί το ακριβότερο δώρο της ζωής μου. Δούλευα φοιτητής τα καλοκαίρια στον δρόμο Αγίας Φωτεινής- Σχολής που έστρωνε ο Τσίπρας.
Την δουλειά επιστάτευε ο Στέφανος, τυπικός και αυστηρός συνάμα, Με θεωρούσε τον χειρότερο εργάτη (λουφαδόρο) και δεν μ’ έχανε από τα μάθια ντου. Δεν μπορώ να πω πως δεν έκανα τίποτα. Σε σύγκριση βέβαια με τον Μυρογιώργη και τον Γάντζο, ήμουνα αμελητέα ποσότητα. Ο μπαρμπα Νικολής πηγαίνοντας στο σπίτι του εσίμωσε και μου λέει:
- Μανόλη σε κεινηνέ την ελέ σου έχω αφήσει ένα σταφύλι. Ξάνοιξε να ξεστρίψεις να πας να το τζιμπολοήσεις.
Μανόλης Σκαρσουλής
