Γράφει η Ευγενία Σπαντιδάκη-Ζαμπετάκη
Συν/χου δασκάλα
Η άβια
-Άκουσες κουνιαδάκι τα νέα;
-Όϊ μπρε δεν άκουσα πράμα, είντα τρέχει; Ερώτηξενε η Κωσταντινιά.
-Την παραμονή του Αγίου Παντελεήμονα θα ‘ρθει ο Δέσποτας στο χωριό, της απηλοήθηκε η κουνιάδα τζη η Ασπασία.
-Γι’ αυτό όντα νε περνούνε από την εκκλησία άκουσα μεγάλο ταλαμαχιό(1), εξάνοιξα(2) οθέ ν-την αυλή και είδα ανθρώπους, άντρες και γυναίκες να ταλαποδέρνουνε(3). Είχανε βγαρμένα στην αυλή τους πολυελαίους, τα θυμιατά, τα καντήλια και τα τρίβανε με λεμονόκουπες και άθο να γυαλίσουνε, ξεσκονίζανε τα εικονίσματα και τα πλύνανε με κρασί.
Επλύνανε τα στασίδια, τσι τοίχους, τσι αυλές, εσφουγγαρίζανε μέσα κι όξω. Με τσουγκράνες και σκαλίδες εκαθαρίζανε οι γι-άντρες το γ-κήπο τση εκκλησιάς. Μεγάλες καθαριότητες, δε τζη ξανάδα θεόψυχά μου ποτές μου.
-ήτανε πολλές γυναίκες Αγγελική μου;
-Επρεμαζωχτήκανε(4) κάμποσες, η Βαγγελιά του Κασιδονικολή, η Αργυρένια τση χοντρομαρίας, η Αυγενιώ, το ποτοκιό τση Τζουλόχρυσης, η Νικολάκενα με τσι κοπελιές τση, η Αντρένα με τη νύφη τζη τη Βλαβιά, η Αγγελική, η Θεανώ, η Χαρικλειώ, ο επίτροπος και άλλοι μερικοί άντρες, μόνο ‘μεις ελείπαμενε.
-Είντα μας αφήνουν τα βάσνα κι μ-πατέρμες δουλειές Αγγελική μου; Δε μας σε τρέχει σάϊκα το καθησιό, μα οπουγιά(5) θα πεταχτούμενε για τη χάρη του Αγίου Παντελεήμονα, του μεγάλου γιατρού του κόσμου!
Την άλλη μέρα τη μ-παραμονή τση εορτής, ήρθενε ο Δεσπότης στον εσπερινό με ούλη ν-του την ακολουθία.
Ούλοι οι χωριανοί, άντρες – γυναίκες – γέροι – γράδες, φουνταλλαμένοι, πεντακάθαροι, με τα καλά ν-τονε ρούχα τον αποδεχτήκανε στην εκκλησιά. Επρεμαζωχτήκανε παπάδες, ψαλτάδες από τα γυροχώριουλα και πολλοί κοντοχωριανοί με τσι οικογένειές τωνε. Ούλοι εσταυρωκοπιούντανε και προσκυνούσανε τις εικόνες κι απόκειας εκάνανε μια μετάνοια και φιλούσανε τη χέρα του Δέσποτα, και κείνος τους ευλογούσε.
Απής ετέλειωσενε ο σπερνός όλοι οι προύχοντες του χωριού με το Δέσποτα ομπρός – ομπρός, ανεβήκανε στο σπίτι του παπά και κάτσανε στην έβγορη(6) ταράτσα. Ανάμεσα τσι προύχοντες που κάνανε παρέα του Δεσπότη, ήτανε και ο Κοντογιαννιός. Το μ-παρανομιάζανε ετσά, γιατί ήτανε πολλά κούντουρος, μια σερέ(7) αντράκι. Είχενε ο άζουδος μεγάλο ντουσουλμέ, πως δε νε κανάκισενε ακόμη εγγονάκι. Ο μοναχογιός του ο Κωστής, πέντε – έξι χρόνους παντρεμένος με τη Ζαμπιά κι ακόμη δε νε γεννοσπορίσανε.
Μόλις τον εξεμονάχιαζενε ο αφέντης του, εμουρμούριζενε αποσίγανα να μη ν-το ακούει η νύφη. «Γή άμε τηνε στου γιατρού να τσι δώσει φάρμακα να τεκνοποιήσει, γη ζύωξέ τηνε να πάρεις μια να γεννά». Ο Κωστής ήτανε μοναχοπαίδι και μοναδικός κλερονόμος του Κοντογιαννιού, αν δε ν- έκανε κοπέλι, εχάνουνταν η γενιά ν-του! Γι’ αυτό ο γέρος εγουζιουντανε(8) αλλά ο γιος του δεν του λεγενε πράμα τον αγριοξάνοιγενε μόνο και του ψιθύριζενε αποσίγανα «Κάνε δουλειά σου»!
Η παπαδιά είχε μεγάλες ετοιμασίες, αλλά κατά τη συνήθεια έβγαλε πρώτα μια τσικουδιά με καρύδια. Πρώτα τράταρενε(9) το Δέσποτα. Εκείνος ευχήθηκε, ήπιε και την τσικουδιά επήρενε ένα μισοσπασμένο καρύδι, το άνοιξε, ήταν όμως κούφιο και το πέταξενε. Επίμενε η παπαδιά επήρενε ο Δέσποτας δεύτερο, ήτανε γερό και το χαύτηκε με ευχαρίστηση.
Ο Κοντογιαννιός δεν άφηκενε την ευκαιρία να πάει χαμένη. Έσκυψενε τη γ-κεφαλή ν-του και με σεβασμό ερώτηξενε: «Άγιε Δέσποτα, επειδή το πρώτο καρύδι ήτανε χαλασμένο, του λόγου σου πήρες και δεύτερο. Ο γιός μου έχει μια γυναίκα και δε γεννά, δεν θα πρέπει να πάρει μια δεύτερη να ‘ναι γερή;». Ο Δεσπότης ανασήκωσενε την ποιμαντορική του ράβδο, εξάνοιγενε άγριγια τον Κοντογιαννιό και του είπενε: «Πως μπορείς να συγκρίνεις ένα καρύδι με μια γυναίκα, ένα κέρασμα με το μυστήριο του γάμου; Είσαι τόσο ξεροκέφαλος και άσπλαχνος. Ο γάμος είναι ευλογημένος από την εκκλησία πως μπορεί να λυθεί; Και που ξέρεις αν φταίει η νύφη σου; Μπορεί να φταίει ο γιος σου. Σου αφαιρώ το λόγο, δε θέλω να σ’ ακούσω άλλο».
Ο Κοντογιαννιός απής έμεινε μοναχός, τα καλοσκέφτηκε τα λόγια του Δεσπότη «μπορεί να φταίει ο γιός σου» αυτά τα λόγια γινήκανε μια σουβλέ στη γ-καρδιά ν-του αλλά μέχρι δα, δεν είχενε ακουστά στη ζωή ν-του, να το λέει ο Δεσπότης; Μέχρι δα, ακόμη και αν έφταιγενε ο άντρας παρακαλούσενε το γιατρό να ρίξει το φταίξιμο στη γυναίκα, για να μη ν-του βγάνει «μούρη» και ο γιατρός που να του χαλάσει χατήρι, αυτός επλήρωνε την επίσκεψη. Η γυναίκα η κακομοίρα που να καταλάβει την απάτη, ότι έλεγε ο άντρας της ήταν νόμος.
Η κουβέντα του Δεσπότη, ότ μπορεί για την ατεκνία να φταίει και ο άνδρας, άρχιξενε να παρατσουτσουρίζεται στο χωριό. Μπορεί ο Κωστής να ‘ναι ανίκανος να κάνει κοπέλι, λέγανε στα σπίθια, στα ντουκιάνια, στις συντροφιές, στην υστεριά του το ‘πανε κατάφατσα. Αυτό τον εξόργισενε, όϊ μωρέ να τονε πούνε και ανίκανο!
Μια ταχινή επήρενε τη γυναίκα ν-του και πάνε στη χώρα, σ’ ένα μαμογιατρό και του καμενε μια συμφωνία. «Γιατρέ, τη γυναίκα μου τη μ-πήρα δεκάξι χρονώ από την αγκαλιά τση μάνας τση. Δε τση ‘χει ακουμπίσει αντρική χέρα, πέρα από τη δική μου, αν βάλεις γάντια να τσ’ ακουμπήσεις έχει καλώς, αν όμως βάλεις τσι χερούκλες σου απάνω τζη, να τη μ-πάρω ίδια δα να φύγω. Εγώ θα στέκω στη μ-πόρτα και θα ξανοίγω…».
-«Εγώ, του απάντησε ο γιατρός, πάντα με γάντια εξετάζω».
Ο γιατρός τον εβεβαίωσενε αλλά ο Κωστής εστέκουντανε στην πόρτε και γρύλωνενε.
Ξαπλώνει στο χειρουργικό κρεβάτι, η Ζαμπιά και ο γιατρός με γάντια και χειρουργικά εργαλεία έκανε την εξέταση.
-«Κυρία Ζαμπία, ρωτά ο γιατρός, έμμηνα έχετε;»
Η Ζαμπιά σηκώνει τη κεφαλή τζη και ρωτά:
-«Κωστή έμμηνα έχομενε;» κι αυτός απαντά:
-«Όϊ, μόνο αίγες…»…
Ερμηνεία λέξεων
(1) ταλαμαχιό: φασαρία
(2) εξάνοιξα: εκοίταξα
(3) ταλαποδέρνουνε: ταλαιπωρούνται
(4) επρεμαζωχτήκανε: συγκεντρωθήκανε
(5) οπουγιά: ύστερα, μετά
(6) έβγορη: με θέμα
(7) σερέ: μήκος ανοικτής παλάμης
(8) εγούζιουντανε: θρηνούσε γοερά
(9) ετράταρενε: εκέρασε
(10) μια ταχινή: ένα πρωϊ
(11) άβια: (α- στερητικό + βίος) αυτή που δεν κάνει ζωή, η άτεκνη
