Οι άγιοι που αναφέρονται παρακάτω υπήρξαν μουσουλμάνοι, αλλά αγίασαν ως χριστιανοί. Ανάμεσά τους ένας εμίρης, δύο δερβίσηδες και δύο ανώτεροι αξιωματικοί του τουρκικού στρατού.
Κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας (μέχρι το 1912, κατά περιοχές), χιλιάδες χριστιανοί έγιναν μουσουλμάνοι, ενώ ελάχιστοι μουσουλμάνοι έγιναν χριστιανοί. Όμως οι χριστιανοί άλλαζαν πίστη, επειδή δεν άντεχαν τις αβάσταχτες συνθήκες της δουλείας, ενώ οι μουσουλμάνοι που γίνονταν χριστιανοί, όχι μόνο άφηναν την απόλυτη ελευθερία του κυρίαρχου και έπαιρναν πάνω τους αυτές τις αβάσταχτες συνθήκες, αλλά και διακινδύνευαν τη σύλληψή τους και την καταδίκη τους σε βασανιστήρια και θάνατο – γι’ αυτό και σχεδόν όλοι οι άγιοι που παρουσιάζονται εδώ είναι μάρτυρες.
Ποιο είναι λοιπόν το μεγάλο μυστικό, που τους ωθούσε σ’ αυτή τη γενναία απόφαση;
Ο άγιος Τούνομ, ο εμίρης
Το 1579 οι ηγέτες της αρμενικής Εκκλησίας στα Ιεροσόλυμα κατόρθωσαν να πείσουν τις τουρκικές αρχές να δώσει την άδεια στον Αρμένιο πατριάρχη και όχι στον ορθόδοξο να μπει στον Άγιο Τάφο το Μέγα Σάββατο, για να βγάλει το Άγιο Φως (σημείωση: η αρμενική Εκκλησία είναι μονοφυσιτικών αποκλίσεων, ανήκει δηλαδή στους λεγόμενους «αντιχαλκηδόνιους»). Τότε, όπως είναι γνωστό, το Άγιο Φως δεν βγήκε από τον Άγιο Τάφο, αλλά σχίζοντας μια κολώνα στον τοίχο του ναού της Αναστάσεως, στο σημείο, όπου στεκόταν ο ορθόδοξος πατριάρχης με τους πιστούς.
Το εντυπωσιακό γεγονός είδε ο Άραβας εμίρης Τούνομ, επικεφαλής της φρουράς που επόπτευε τις τελετές, ανεβασμένος σε γειτονικό μιναρέ. Από την έκπληξή του γκρεμίστηκε από το μιναρέ και προσγειώθηκε χωρίς να πάθει τίποτε. Όλα αυτά τον έκαναν να απαρνηθεί αμέσως το Ισλάμ και να διακηρύξει ευθέως ότι η αληθινή πίστη είναι ο χριστιανισμός!
Συνέπεια της ομολογίας του ήταν να συλληφθεί από τη φρουρά και να καεί ζωντανός. Οι ορθόδοξοι χριστιανοί τον τιμούμε ως άγιο μάρτυρα στις 18 Απριλίου.
Ο άγιος Βάρβαρος ο Μυροβλύτης
Σύμφωνα με τις ιστορικές πληροφορίες, που διασώζει η παράδοση, η μεγάλη σε μέγεθος εικόνα της Παναγίας της Πορταΐτισσας [στη μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους (την έριξε στη θάλασσα της Νίκαιας της Μικράς Ασίας μια γυναίκα το 829 μ.Χ., για να τη σώσει από τους εικονομάχους, και βγήκε στα παράλια του Αγίου Όρους το 1004)], η οποία φέρει κάτω από τη δεξιά σιαγόνα τραύμα με ξηραμένο αίμα, κτυπήθηκε με το ξίφος ενός Άραβα, ο οποίος ονομαζόταν Ραχάι και ήταν αρχηγός ενός πειρατικού στόλου. Όταν ο στόλος του έπλευσε στη θάλασσα των Ιβήρων, ο Ραχάι έστειλε πειρατές να κουρσέψουν τη Μονή. Αυτοί όμως δεν μπόρεσαν να πραγματοποιήσουν την εντολή του αρχηγού τους, διότι εμποδίστηκαν από μια Γυναίκα και γύρισαν στα πλοία τους άπρακτοι.
Όταν ο Ραχάι άκουσε τη δικαιολογία των συντρόφων του, τους ονείδισε και αμέσως έτρεξε εναντίον της Μονής κραδαίνοντας το ξίφος του. Όταν είδε την αγία εικόνα της Πορταΐτισσας, με θυμό τη χτύπησε με το ξίφος του. Από την πληγή άρχισε να ρέει άφθονο αίμα, που τον περιέλουσε. Στη θέα του αίματος από το φρικτό θαύμα, άρχισε να τρέμει, «και μετανοών δια την ασέβειάν του εζήτει συγχώρησιν. Επί τοσούτον ήλθεν εις επίγνωσιν και μετάνοιαν, ώστε εβαπτίσθη και έγινε πάραυτα μοναχός και κλαίων εξομολογείτο το αμάρτημά του».
Τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής του έμεινε εμπρός στην αγία εικόνα και πρόσφερε τις υπηρεσίες του στο ναό της Πορταΐτισσας. Παρακαλούσε δε τους αδελφούς της μονής Ιβήρων, να μην τον αποκαλούν με το ασκητικό του όνομα Δαμασκηνό, αλλά «Βάρβαρο», άξεστο, βάναυσο. Ο άγιος Βάρβαρος τόσο πολύ πρόκοψε στην αρετή, ώστε ύστερα από το θάνατό του έδειξε σημεία αγιότητας. Μέχρι σήμερα ονομάζεται «άγιος Βάρβαρος» και εορτάζει στις 15 Μαΐου. Το λείψανό του, κατά την ανακομιδή, βρέθηκε ακέραιο και απέπνεε άρωμα. Το έκλεψαν οι σταυροφόροι, μαζί με χίλια άλλα λείψανα της Μονής.
Ο άγιος Αχμέτ ο Τούρκος (ο Κάλφας)
Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας Τούρκος, άρχοντας και λεβέντης, και τον έλεγαν Αχμέτ. Ζούσε στην Κωνσταντινούπολη κι είχε ψηλή θέση στο παλάτι. Είχε όμως και μια σκλάβα Ρωσίδα, χριστιανή ορθόδοξη. Και κάθε Κυριακή, μια άλλη, γριά σκλάβα, της έφερνε αντίδωρο κι έτρωγε κι έπινε αγιασμό.
Και ο Αχμέτ τη ρώτησε: «Τι τρως κάθε Κυριακή πρωί, και μυρίζει τόσο όμορφα το στόμα σου;». Εκείνη τότε του μίλησε για το Χριστό. Κι ο Αχμέτ πήγε στην εκκλησιά να δει με τα μάτια του. Και είδε πράγματα μυστηριώδη και θαυμαστά, και πίστεψε, και βαφτίστηκε χριστιανός.
Πέρασε καιρός, και σε κανέναν δεν το έλεγε. Όμως μια φορά, εκεί που τρώγανε και πίνανε με άλλους Τούρκους, πιάσανε την κουβέντα για το ποιο είναι το πιο σπουδαίο πράγμα πάνω στη Γη. Έλεγε ο καθένας το μακρύ του και το κοντό του, κι ύστερα ρωτήσανε και τον Αχμέτ. Κι η καρδιά του τον πρόσταξε να πει αυτό που πίστευε στα αλήθεια: «Μεγαλύτερο απ’ όλα είναι η πίστη των χριστιανών!» απάντησε.
Και πέσανε πάνω του και τον βάλανε στη φυλακή και, λίγο καιρό αργότερα, τον θανάτωσαν.
Ο άγιος Αχμέτ αποκεφαλίστηκε στις 3 Μαΐου 1682 στην τοποθεσία Κεαπχανέ Μπαξέ. Αυτή την ημέρα τιμάται η μνήμη του.
Ο άγιος Ιωάννης ο Δερβίσης
Ο Άγιος αυτός νεομάρτυρας, γεννήθηκε στην Κόνιτσα της Ηπείρου, από γονείς Μουσουλμάνους. Ο πατέρας του ήταν Δερβίσης και Σέχης στο αξίωμα. Είκοσι χρονών μπήκε και αυτός στο τάγμα των Δερβίσηδων. Αφού έκανε αρκετά χρόνια στα Ιωάννινα, πήγε στο Βραχώρι της Αιτωλίας, όπου κατοίκησε στο Μουσελίμ Σεράι. Ξαφνικά όμως, άρχισε να ζει σαν χριστιανός, πέταξε τα ενδύματα του Δερβίση και ντύθηκε χριστιανικά. Έπειτα πήγε στην Ιθάκη, όπου δέχτηκε το άγιο Βάπτισμα με το όνομα Ιωάννης.
Όταν επανήλθε στην Αιτωλία, παντρεύτηκε στο χωριό Μαχαλάς και άσκησε το επάγγελμα του αγροφύλακα. Ο πατέρας του έστειλε απεσταλμένους να τον μεταπείσουν, αλλά αυτός τους έδιωξε. Τότε συνελήφθη από τον Μουσελίμη του Βραχωρίου, στον όποιο ομολόγησε με θάρρος το χριστιανικό του όνομα και την αγάπη του στον Χριστό. Βασανίστηκε ανελέητα. Τελικά τον αποκεφάλισαν στις 23 Σεπτεμβρίου 1814. Οι χριστιανοί παρέλαβαν το τίμιο λείψανό του και το έθαψαν σ' ένα αγρόκτημα στο Βραχώρι. Η μνήμη του τιμάται στις 23 Σεπτεμβρίου.
Ο άγιος μεγαλομάρτυρας Κωνσταντίνος ο εξ Αγαρηνών
Η συγκλονιστική ιστορία του μεγάλου αυτού ήρωα αναφέρεται με κάθε λεπτομέρεια στο Νέον Μαρτυρολόγιον του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη.
Ο άγιος ήταν Τούρκος και ζούσε στο χωριό Ψιλομέτωπο της Μυτιλήνης. Ήταν ένα ώριμο και συνετό αγόρι. Σε ηλικία δεκαπέντε ετών τυφλώθηκε από ευλογιά και παρέμεινε τυφλός τρία χρόνια. Θεραπεύτηκε μόνον όταν μια χριστιανή φίλη της οικογένειάς του τον πήρε και τον έπλυνε με χριστιανικό αγίασμα.
Αργότερα, επειδή ο πατριός του ήταν υπερβολικά βίαιος, η μητέρα του πήρε τα παιδιά της και μετοίκισαν στη Σμύρνη. Εκεί ο μεγάλος αδελφός του αγίου άρχισε να εργάζεται ως μανάβης και ο άγιος έπιασε δουλειά κοντά του. Λόγω της εργασίας του ήρθε πολλές φορές σε επαφή με χριστιανούς, μεταξύ των οποίων και ιερείς, και άρχισε να νιώθει γαλήνη στην καρδιά του ακούγοντας τη χριστιανική διδασκαλία ή αναγνώσεις από χριστιανικά βιβλία. Έτσι, σιγά σιγά, άναψε μέσα του ο πόθος να βαφτιστεί. Συμφώνησε μάλιστα με δύο φίλους του και έφεραν από μία λαμπάδα στο ναό του αγίου Γεωργίου, για να μην προσβληθούν από πανούκλα, που είχε ενσκήψει στην πόλη.
Λίγο καιρό αργότερα έφυγε κρυφά στο Άγιο Όρος και αποκάλυψε την πρόθεσή του σε κάποιους μοναχούς. Εκείνοι όμως δεν τον παρακίνησαν να βιαστεί, ούτε τον διευκόλυναν στην επιτέλεση του σκοπού του. Περιπλανήθηκε πολύ στο Άγιο Όρος, όμως, άλλοι από δειλία άλλοι από σύνεση, όλοι τον καθυστερούσαν από το βάπτισμα. Αυτό του έδωσε την ευκαιρία να συλλογιστεί πολύ, ώστε η απόφασή του να είναι ώριμη. Τελικά έφυγε απογοητευμένος, ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη και παρουσιάστηκε στον ίδιο τον πατριάρχη. Εκείνος, για να τον δοκιμάσει, του είπε: «Τι ήρθες να κάνεις σε μας, νεαρέ, που είμαστε το πιο ταπεινωμένο από όλα τα έθνη;» (λόγω της δουλείας στους Οθωμανούς).
Τότε ο άγιος ξέσπασε σε θρήνο και μέσα στα δάκρυα επέμεινε στην πρόθεσή του να γίνει μέλος της Εκκλησίας του Χριστού. Ο πατριάρχης, συγκλονισμένος, τον διευκόλυνε και ο άγιος βαφτίστηκε παίρνοντας το όνομα Κωνσταντίνος.
Έζησε για ένα διάστημα ως ευσεβής χριστιανός και μια φορά, που πήγε στη μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους, για να προσκυνήσει την εικόνα της Παναγίας της Πορταΐτισσας, είδε και ασπάστηκε τα άγια λείψανα κάποιων νεομαρτύρων. Τότε πόθησε να μαρτυρήσει και αυτός για το Χριστό. Όμως ο έμπειρος ιερέας, στον οποίο το εξομολογήθηκε, του σύστησε σαρανταήμερη νηστεία και προσευχή, ώστε να διαπιστώσει μόνος του αν η πρόθεσή του αυτή είναι σωστή και θεάρεστη. Κατά τη διάρκεια αυτής της δοκιμασίας, είδε σε όραμα το Χριστό, περιστοιχιζόμενο από αγίους, που τον διαβεβαίωσε ότι δεν ήταν ακόμη ώρα να δώσει τη ζωή του γι’ Αυτόν.
Στη συνέχεια έφυγε με σκοπό να επιστρέψει στη Μαγνησία (όπου ζούσε η οικογένειά του) και να φέρει την αδερφή του στο χριστιανισμό. Στις Κυδωνίες όμως (Αϊβαλί) αναγνωρίστηκε από κάποιον μουσουλμάνου, συνελήφθη και δικάστηκε ως αρνησίθρησκος. Υποβλήθηκε σε απερίγραπτα βασανιστήρια: μαστιγώθηκε, του φόρεσαν στο κεφάλι μια πυρακτωμένη περικεφαλαία, του έσφιξαν με λουριά τους κροτάφους μέχρι εσχάτης οδύνης, του τέντωσαν το σώμα με ειδική μηχανή και τον άφηναν όλη την ημέρα τεντωμένο και όλη τη νύχτα κρεμασμένο από τα χέρια…
Στη φυλακή ο άγιος βασανίστηκε και από σειρά δαιμονικών οραμάτων, κατά τη διάρκεια των οποίων τον ενθάρρυνε ένας χριστιανός, ο Ιωάννης, που μπήκε στη φυλακή επίτηδες με κάποιο παράπτωμα και παρέμεινε μαζί του για να του συμπαρασταθεί. Τον επισκέφτηκαν κι άλλοι χριστιανοί και ο άγιος ζητούσε τις προσευχές τους.
Στις εκκλησίες της πόλης οι χριστιανοί έκαναν ολονύκτιες προσευχές γι’ αυτόν, ενώ κάποια στιγμή κάποιοι χριστιανοί με αγνή ψυχή άρχισαν να βλέπουν ένα παράδοξο φως να βγαίνει από την εκκλησία του αγίου Νεομάρτυρα Γεωργίου και να μπαίνει στη φυλακή. Στη φυλακή, λίγο πριν το τέλος, επισκέφτηκε τον άγιο και η Θεοτόκος.
Αφού απεστάλη στην Κωνσταντινούπολη και βασανίστηκε εκ νέου για τρεις ημέρες, τελικά τον έπνιξαν με θηλιά. Τα μαρτύρια του αγίου κράτησαν από τις 23 Απριλίου μέχρι τις 2 Ιουνίου 1819. Η μνήμη του τιμάται την ημέρα του θανάτου του.
ΣYNEXIZETAI…
Επιμέλεια Θοδωρής Ρηγινιώτης
