Του Εμμανουήλ Ακουμιανάκη
Πολιτικού Επιστήμονα
E-mail:[email protected]
Απελπιστικά φτωχός. Ενδεής χρημάτων. Δημόσιος υπάλληλος. Εργάτης του κράτους. Φορά τα ίδια ρούχα συνεχώς και τα πλένει το Σαββατοκύριακο. Εργάζεται καθημερινά, μετακινείται με τον ηλεκτρικό, προσπαθεί να κάνει τη δουλειά του σωστά. Δεν ξοδεύει πλέον τίποτα σε κεράσματα και πρωινούς καφέδες. Ένα κουλουράκι από το φούρνο το πρωί και μόνο όταν υπάρχουν ψιλά στην τσέπη. Λιτή ζωή χωρίς πολυτέλειες και έξοδα. Ακόμα και πριν από δυο-τρία χρόνια δύσκολα τα έφερνε βόλτα. Τώρα ο μισθός του τον έχει ξεπεράσει, οι πιστωτικές του είναι στο πλην με πολλά ψηφία μπροστά από εκείνη τη μαθηματική παύλα της αφαίρεσης, την ώρα που η ζωή του μοιράζεται στις έγνοιες της διαίρεσης και της κατανομής στα αναγκαία. Ο συνήθης μισθός της εργασίας του αποτελεί παρελθόν και τα δώρα του Πάσχα και των Χριστουγέννων μια παλιά κι ωραία ανάμνηση.
Μια καινούρια τάξη δημιουργείται τα τελευταία χρόνια στην καθημαγμένη ελληνική κοινωνία. Οι νεόπτωχοι εργαζόμενοι, που η αμοιβή της εργασίας τους δεν αρκεί πλέον για να ζήσουν, έστω και με τα απολύτως απαραίτητα. Εκείνοι οι δύσμοιροι εργαζόμενοι που βλέπουν μήνα με το μήνα τον πενιχρό μισθό τους να μειώνεται δραματικά. Αυτοί που είχαν πάρει ένα δάνειο για να βάλουν ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι τους και τώρα η μηνιαία δόση του δανείου είναι μεγαλύτερη από τα χρήματα που λαμβάνουν καθαρά στο τέλος κάθε μήνα. Άνθρωποι αξιοπρεπείς, οικογενειάρχες που αδυνατούν να σπουδάσουν τα παιδιά τους. Υπάλληλοι που εκτός των άλλων βλέπουν το φάντασμα της «εργασιακής διαθεσιμότητας» να πλανάται στον κοινωνικό τους περίγυρο. Εκείνοι που έκαναν κάποτε το μοιραίο λάθος να διοριστούν στην ελληνική δημόσια διοίκηση. Και αφού λοιδορήθηκαν ως «οκνηροί και άχρηστοι» άρχισαν να δέχονται απανωτά οικονομικά χτυπήματα, εντέχνως συνοδευόμενα από το σύνδρομο της ατομικής συνενοχής στον όλεθρο και της ατομικής ευθύνης στο χρεοστάσιο της χώρας.
Ο μισθός της εργασίας πάντα είχε άμεση σχέση με το παραγόμενο προϊόν και συνιστούσε τη φυσική αμοιβή του εργαζομένου. Το ύψος του μισθού της εργασίας εξαρτιόταν -μέχρι σήμερα- από το συμβόλαιο, που συνήθως γίνεται μεταξύ των δύο εκείνων μερών, των οποίων τα συμφέροντα δεν είναι με κανένα τρόπο τα ίδια. Οι εργάτες επιθυμούν να πάρουν όσο γίνεται περισσότερα, τα αφεντικά να δώσουν όσο γίνεται λιγότερα. Οι πρώτοι έχουν την τάση να συνενώνονται, προκειμένου να αυξήσουν, οι τελευταίοι προκειμένου να μειώσουν τους μισθούς της εργασίας. Προφανώς, δεν είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς, ποιο από τα δύο μέρη πλεονεκτεί σε αυτή τη διαμάχη και εξαναγκάζει το άλλο σε συμβιβασμό με τους δικούς του όρους. Ο συμβιβασμός -σε όλες τις περιπτώσεις- είναι επώδυνος για τον εργάτη-υπάλληλο και επωφελής για το αφεντικό-κράτος.
Γυρνάμε χρόνια πίσω. Τα μέσα αντίδρασης είναι λίγα και κοστίζουν ακριβά πλέον. Η απεργία αποτελεί πολυτέλεια για όσους δεν έχουν τη δυνατότητα να μην αμείβονται εξαιτίας της συμμετοχής τους σε αυτήν. Προτιμούν τη μη συμμετοχή τους στην απεργία από την ανεργία. Η δουλειά πολλαπλασιάζεται και το προσωπικό μειώνεται. Οι εποχές είναι δύσκολες και δεν προσφέρονται για πειράματα του τύπου «εμείς προσποιούμαστε πως δουλεύουμε». Αυτή είναι μια τακτική που δεν οδηγεί πουθενά. Οι ευσυνείδητοι εξακολουθούν να εργάζονται σκληρά και να προσφέρουν πολλά στην εθνική οικονομία. Ακόμα και τώρα, που το κράτος «προσποιείται» ότι τους πληρώνει.
