Σήμερα που γιορτάζω το όνομά μου, ο κόσμος δεν μου επιτρέπει να αρκεστώ σε γιορτινά λόγια.Η συγκυρία δεν αφήνει χώρο για ελαφρότητα· επιβάλλει σκέψη, στάση και τοποθέτηση. Γιατί υπάρχουν στιγμές που η προσωπική γιορτή μετατρέπεται σε καθρέφτη της εποχής και του κόσμου μας – ενός κόσμου που δεν ησυχάζει, γιατί είναι δομημένος πάνω σε αντιφάσεις που οξύνονται, πάνω σε σχέσεις εξουσίας που δεν αντέχουν το φως της αλήθειας. Και μέσα σε αυτόν τον κόσμο, η Βενεζουέλα αναδύεται όχι ως εξαίρεση, αλλά ως συμπύκνωση.
Δεν τη σκέφτομαι ως μακρινή υπόθεση, ούτε ως ειδησεογραφικό επεισόδιο. Τη σκέφτομαι ως τόπο όπου συναντώνται οι νόμοι της παγκόσμιας οικονομίας με την καθημερινή αγωνία των ανθρώπων. Εκεί όπου οι αφηρημένες έννοιες –αγορές, επενδύσεις, κυρώσεις, γεωπολιτική– αποκτούν σάρκα και οστά, μεταφράζονται σε άδεια ράφια, σε ανασφάλεια, σε μετανάστευση, σε φθορά της ζωής. Η Βενεζουέλα δεν τιμωρείται απλώς· εντάσσεται σε έναν παγκόσμιο μηχανισμό πειθάρχησης, που υπενθυμίζει στους λαούς τα όρια του επιτρεπτού.
Για να κατανοήσει κανείς αυτή την πραγματικότητα, χρειάζεται να απομακρυνθεί από τις επιφάνειες και να εστιάσει στην ουσία. Όχι στα πρόσωπα, όχι στις ρητορικές, αλλά στις σχέσεις παραγωγής και εξουσίας που καθορίζουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούνται όλα τα επιμέρους. Ο σύγχρονος κόσμος δεν κυβερνάται από αφηρημένες ιδέες, αλλά από τη συγκέντρωση του πλούτου και της δύναμης σε λίγα χέρια. Από τη σύμφυση οικονομικής και πολιτικής ισχύος, που μετατρέπει τα κράτη σε εκτελεστικά όργανα συμφερόντων τα οποία υπερβαίνουν σύνορα, σημαίες και ιδεολογικές διακηρύξεις.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο ιμπεριαλισμός δεν μπορεί να νοηθεί ως απλή επιθετικότητα ορισμένων «ισχυρών» κρατών απέναντι σε «αδύναμα». Είναι ένα ιστορικά συγκεκριμένο στάδιο του καπιταλισμού, όπου η κυριαρχία των μονοπωλίων και του χρηματιστικού κεφαλαίου καθορίζει τόσο την οικονομική όσο και την πολιτική ζωή. Από αυτή την κυριαρχία απορρέει η αναγκαιότητα του συστήματος να εντείνει τους μηχανισμούς επιβολής και ελέγχου, οδηγώντας σε μια μόνιμη όξυνση της κοινωνικής καταπίεσης, που εκδηλώνεται ως περιορισμός των δημοκρατικών ελευθεριών, καταστολή, πόλεμοι, επεμβάσεις, εργαλειοποίηση της πείνας και της φτώχειας. Αν αυτό χαθεί από το οπτικό πεδίο, τότε η ανάλυση καταντά περιγραφή φαινομένων χωρίς ερμηνεία.
Γι’ αυτό και η ιδέα ότι η αλλαγή των διεθνών συσχετισμών, η μετάβαση σε έναν πολυκεντρικό κόσμο, αρκεί για να ανακουφίσει τους λαούς, είναι βαθιά παραπλανητική. Η μετατόπιση της ισχύος ανάμεσα σε καπιταλιστικά κράτη δεν αναιρεί τον χαρακτήρα του συστήματος. Όσο ο κοινωνικά παραγόμενος πλούτος ιδιοποιείται ιδιωτικά, όσο η εργασία παραμένει υποτελής στο κέρδος, κάθε πόλος, ανεξαρτήτως ρητορικής, θα επιδιώκει τη δική του επέκταση, θα απαιτεί τη δική του πειθαρχία, θα μεταχειρίζεται τους λαούς ως μέσα και όχι ως σκοπούς.
Σε αυτό το έδαφος ριζώνει και η πολεμική οικονομία, όχι ως προσωρινή εκτροπή, αλλά ως οργανικό στοιχείο της εποχής μας. Πρόκειται για μια συνολική αναδιάταξη των κοινωνικών προτεραιοτήτων, όπου ο πόλεμος, πραγματικός ή δυνητικός, γίνεται άξονας σχεδιασμού. Οι προϋπολογισμοί, οι πολιτικές, οι θεσμοί ευθυγραμμίζονται με τη λογική της σύγκρουσης. Η παραγωγική δραστηριότητα κατευθύνεται ολοένα και περισσότερο σε σκοπούς καταστροφής, ενώ οι κοινωνικές ανάγκες επανανοηματοδοτούνται ως κόστος που οφείλει να συμπιεστεί.
Για τους λαούς, αυτή η προτεραιοποίηση έχει απολύτως συγκεκριμένο περιεχόμενο. Σημαίνει ότι η υγεία, η παιδεία και η κοινωνική φροντίδα υποχωρούν μπροστά στις στρατιωτικές δαπάνες και τις απαιτήσεις της πολεμικής προετοιμασίας. Σημαίνει ότι η ακρίβεια και η φτώχεια κανονικοποιούνται ως αναπόφευκτες συνέπειες μιας «δύσκολης διεθνούς συγκυρίας», ενώ την ίδια στιγμή ο πρωτογενής τομέας συρρικνώνεται, οι μικροί και μεσαίοι αγρότες εκτοπίζονται και η αγροτική παραγωγή υποτάσσεται σε κανόνες που ευνοούν τη συγκέντρωση και όχι τη διατροφική επάρκεια των κοινωνιών.
Σημαίνει ότι η ανασφάλεια γίνεται μόνιμη συνθήκη ζωής και εργαλείο πειθάρχησης, τόσο για τον εργαζόμενο της πόλης όσο και για τον αγρότη της υπαίθρου, που βλέπει το κόστος παραγωγής να εκτινάσσεται και το εισόδημά του να συμπιέζεται. Σημαίνει, τελικά, ότι ο άνθρωπος καλείται να προσαρμοστεί σε έναν κόσμο που οργανώνεται ενάντια στις ανθρώπινες ανάγκες, απαξιώνοντας ακόμη και τη στοιχειώδη δυνατότητα των κοινωνιών να παράγουν και να τρέφονται με όρους αξιοπρέπειας.
Η Βενεζουέλα βιώνει αυτή την πραγματικότητα σε οξεία μορφή, αλλά δεν είναι μόνη. Το ίδιο υπόστρωμα συναντά κανείς και στην Ελλάδα. Μια χώρα που παρουσιάζεται ως παράγοντας σταθερότητας, την ίδια στιγμή που ενσωματώνεται βαθύτερα σε επικίνδυνους στρατιωτικούς σχεδιασμούς. Η μετατροπή της σε κόμβο βάσεων, εξοπλισμών και διευκολύνσεων συνοδεύεται από μια καθημερινότητα όπου οι εργαζόμενοι μετρούν απώλειες: μισθούς που δεν επαρκούν, δημόσιες υπηρεσίες που αποψιλώνονται, κοινωνικά δικαιώματα που συρρικνώνονται. Η αντίφαση είναι κραυγαλέα: αφθονία πόρων για την πολεμική προετοιμασία, σπανιότητα για τις ανάγκες της κοινωνίας.
Αυτή η αντίφαση δεν είναι προϊόν κακής διαχείρισης. Είναι έκφραση μιας βαθύτερης επιλογής. Μιας επιλογής που υπηρετεί τη διατήρηση και ενίσχυση της εξουσίας του κεφαλαίου, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει την υποβάθμιση της ζωής των πολλών. Γι’ αυτό και κάθε πολιτική πρόταση που περιορίζεται σε αλλαγή συμμαχιών, σε αναζήτηση «προστατών» ή σε ηπιότερες μορφές της ίδιας λογικής, αδυνατεί να δώσει πραγματική διέξοδο. Απλώς μετακινεί το πρόβλημα, δεν το αναιρεί.
Σήμερα που γιορτάζω το όνομά μου, νιώθω ότι η συγκίνηση δεν αρκεί. Χρειάζεται καθαρότητα σκέψης και προσανατολισμός. Να ειπωθεί χωρίς υπεκφυγές ότι η ρίζα της αδικίας δεν βρίσκεται σε επιμέρους πολιτικές επιλογές, αλλά στον ίδιο τον τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας.
Ο επίλογος δεν μπορεί παρά να είναι σαφής.
Η διέξοδος από τον κόσμο που περιγράφηκε δεν μπορεί να αναζητηθεί σε διορθωτικές παρεμβάσεις, σε εναλλαγές διαχειριστών ή σε ανακατατάξεις ισχύος στο εσωτερικό του ίδιου πλαισίου. Όσο η κοινωνία οργανώνεται με κέντρο το κέρδος, όσο η εργασία παραμένει υποτελής και η παραγωγή υπηρετεί την ιδιωτική συσσώρευση, οι κρίσεις, οι πόλεμοι και η φθορά της ζωής θα επανέρχονται, αλλάζοντας μορφές χωρίς να αλλάζουν ουσία.
Αυτό που τίθεται ως ιστορική αναγκαιότητα είναι μια ριζική τομή στον τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας. Η κατάργηση της εξουσίας του κεφαλαίου δεν είναι αφηρημένο σύνθημα, αλλά η προϋπόθεση ώστε η οικονομική και πολιτική ζωή να πάψει να λειτουργεί εναντίον των κοινωνικών αναγκών. Στη θέση της σημερινής τάξης πραγμάτων, όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται από μια μειοψηφία και επιβάλλονται στους πολλούς, μπορεί να αναδειχθεί μια νέα μορφή κοινωνικής οργάνωσης, βασισμένη στη συλλογική ιδιοκτησία των βασικών μέσων παραγωγής και στον συνειδητό, κοινωνικό σχεδιασμό της παραγωγής.
Μια τέτοια κοινωνία δεν μετρά την πρόοδο με δείκτες κερδοφορίας, αλλά με το αν εξασφαλίζει εργασία, παιδεία, υγεία, κατοικία, πολιτισμό, ελεύθερο χρόνο. Δεν χρειάζεται πολεμική οικονομία για να αναπαράγεται, γιατί δεν στηρίζεται στον ανταγωνισμό για αγορές και σφαίρες επιρροής. Αντίθετα, δημιουργεί τις υλικές προϋποθέσεις για σχέσεις συνεργασίας ανάμεσα στους λαούς, για ειρήνη που δεν είναι εύθραυστη εξαίρεση, αλλά φυσικό αποτέλεσμα μιας κοινωνίας χωρίς εκμετάλλευση.
Σε αυτόν τον ορίζοντα, η Βενεζουέλα, η Ελλάδα και κάθε άλλη χώρα παύουν να είναι πεδία πειθαρχίας και ανταγωνισμών. Γίνονται χώροι όπου οι άνθρωποι μπορούν να αποφασίζουν συλλογικά για τη ζωή τους, να σχεδιάζουν το μέλλον τους χωρίς εξωτερικούς καταναγκασμούς και εσωτερικές εξαρτήσεις. Όχι ως ουτοπία, αλλά ως δυνατότητα που γεννιέται μέσα από τις ίδιες τις αντιφάσεις του σημερινού κόσμου.
Σήμερα που γιορτάζω το όνομά μου, αυτή η προοπτική δεν λειτουργεί για μένα ως παρηγοριά, αλλά ως καθήκον. Ως ανάγκη να συνδεθεί η σκέψη με τη δράση, η κριτική με την οργάνωση, η προσωπική ευθύνη με τη συλλογική υπόθεση. Γιατί μόνο μέσα από έναν τέτοιο δρόμο μπορεί να πάψει η ζωή να αντιμετωπίζεται ως κόστος και να γίνει, επιτέλους, μέτρο όλων των πραγμάτων.
Ιωάννα Δακανάλη
Μέλος ΚΚΕ Ρεθύμνου

