Αφιερωμένο : Στους Καρνήδες, στον Μάνο Θεοδωράκη και στον Αγγελή Φασουλά (τ’ Αγγελιώ)
Κάθε φορά που αρχίζει το Μουντιάλ ή ένα νέο πρωτάθλημα ποδοσφαίρου, η μηχανή των αναμνήσεων σαν να παίρνει μπροστά μαζί με το εναρκτήριο λάκτισμα. Θυμόμαστε τότε που παίζαμε τόπι –με κουκουνάρι, ένα κονσερβοκούτι, συχνά με καπάκια από μπουκάλες Πετρογκάζ (μαύρα, από σκληρό πλαστικό, εξαγωνικά, ύψους περίπου δύο εκατοστών), -τότε που ασκούμαστε στο αυτοσχέδιο ποδοσφαιράκι (με πρόκες, καπάκια μπίρας ή αναψυκτικών), ύστερα που κλωτσούσαμε την μπάλα στην αλάνα-αυτοσχέδιο γήπεδο στη γειτονιά, στο σχολείο, μετά σε άλλους τόπους, σε άλλα μέρη.
Όσοι από εμάς παίζαμε τερματοφύλακες, από επιλογή ή από ανάγκη της ομάδας, νιώθαμε κάτι σαν δυσβάσταχτο φορτίο να μας έχει (ανα) τεθεί. Γι’αυτό, κάθε που αρχίζει το Παγκόσμιο Κύπελλο ή το πρωτάθλημα, νιώθουμε κάπως αμήχανα, αφού οι αναφορές στους τερματοφύλακες περιορίζονται, συνήθως, να τους συναριθμούν στους υπόλοιπους παίκτες.
Ο τερματοφύλακας αυτός, ο κάποτε μαυροφορεμένος ξεχωριστός παίκτης με το νούμερο 1 στην πλάτη, είναι ειδική περίπτωση. Στη Ρωσία και στις λατινόφωνες χώρες η ευγενική αυτή τέχνη ήταν ανέκαθεν περιβεβλημένη με φωτοστέφανο μοναδικής λαμπρότητας. παράμετρος, μοναχικός, ατάραχος, ο άσσος του τέρματος έχει τσούρμο γοητευμένα παιδιά να τον ακολουθούν από πίσω στους δρόμους. Είναι ο μοναχικός αετός, ο άνθρωπος-μυστήριο, ο τελευταίος μαχητής. Οι φωτογράφοι λυγίζουν με σεβασμό το ένα γόνατο, τον φωτογραφίζουν τη στιγμή που κάνει το θεαματικό πλονζόν, από το ένα άκρο του τέρματος στο άλλο, για να αποκρούσει το ένα δάχτυλο ένα χαμηλό κεραυνοβόλο σουτ και το στάδιο σείεται από τις επεφυμίες όσο εκείνος μένει, ένα δυο λεπτά, ξαπλωμένος, φαρδύς πλατύς, στο σημείο ακριβώς όπου έπεσε, με το τέρμα του άθικτο».
Ο τερματοφύλακας για να το πούμε με ποδοσφαιρικούς όρους, «μόνος του μπορεί να ‘ναι μια ολόκληρη ομάδα», εξού και η υπεράσπιση της εστίας βάρος δυσβάταχτο. Μόνο ο τερματοφύλακας μπορεί να πιάσει ατιμωρητί την μπάλα με τα χέρια, ήδη, λοιπόν, ξεχωρίζει από τους συμπαίκτες του. Αλλά και εξαρτάται από αυτούς. Χωρίς τη συνδρομή των αμυντικών, συνήθως… ελπίδα καμία. Το ξέρει καλά, το γνωρίζουν και εκείνοι. Τον καλύπτουν, τους καθοδηγεί. «Ένας πορτιέρο», έλεγε ο Λεβ Γιασίν σε συνέντευξή του στα 1970 σε Βρετανό δημοσιογράφο, «δεν μπορεί να γίνει καλός έξω από την ομάδα… Χωρίς την ομάδα, δεν θα υπήρχε σήμερα ένας νούμερο 1 με το όνομα Γιασίν». Γι’ αυτό άλλωστε, ο μεγάλος τερματοφύλακας της Δυναμό Κιέβου και της Εθνικής ΕΣΣΔ, η «Μαύρη Αράχνη», ο «Μαύρος Πάνθηρας», ήταν πραγματικός άρχοντας όλης της μεγάλης περιοχής, βρισκόταν πάντα στην τροχιά της μπάλας και καθοδηγούσε τους αμυντικούς φωνάζοντας έντονα και χειρονομώντας. Και πριν από τον αγώνα, συνήθιζε να πίνει και να καπνίζει, για να χαλαρώνει και να διατηρεί την ψυχραιμία του, να αντιμετωπίζει το άγχος της αθλητικής επίδοσης.
Ο τερματοφύλακας ενσαρκώνει με το σώμα του εν αμύνη, κυριολεκτικά, την τελευταία ελπίδα, την ύστατη ευκαιρία, και ο ρόλος του είναι άχαρος συχνά, όταν η δράση μεταφέρεται στο τερέν του αντιπάλου ρόλος, τόσο γοητευτικός, όταν η επίθεση είναι σε πλήρη εξέλιξη προς την εστία του, και αυτός είναι πάντοτε έτοιμος να κάνει την αποφασιστικής σημασίας εκτίναξη, τη δική του πιρουέτα. Από αυτήν την άποψη, ο τερματοφύλακας είναι ένας χορευτής κάτω από τα γκολπόστ, αλλά μήπως και ο χορός αγώνας δεν είναι;
«Ο Άγιαξ με τον Κρόιφ ήταν μια παράσταση με πυροτεχνήματα. Όπως όταν ακούς την Κάλλας να τραγουδά. Ο Κρόιφ ήταν μία Κάλλας μέσα στο γήπεδο, όλο φωτιά, πάθος και μαγεία», είχε δηλώσει ο Ολλανδός χορευτής.
Ο τρόπος που συντονίζει ο τερματοφύλακας τους συμπαίκτες του, η προσπάθειά του να «βγάζει» κάθε φορά τον καλύτερό του εαυτό από αυτούς, και να βοηθά να ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους υπέρ αμύνης, είναι δείκτης που μας επιτρέπει να κρίνουμε τις δυνατότητες των παικτών.
Γιατί συχνά το πρόβλημα είναι πώς θα μείνουν ανέπαφα τα δίχτυα. Ο τερματοφύλακας παρακολουθεί το παιχνίδι από μακριά. Συμμετέχει και δεν συμμετέχει, είναι ο ποιητής των γηπέδων, δηλαδή. Γιατί εκεί που παρακολουθεί, ξάφνου με μια μπαλιά απειλείται αυτός και η εστία της ομάδας. Και τότε, συχνά με αυτοθυσία, πρέπει να υπερασπιστεί τα πάτρια εδάφη. Γι’αυτό και κάποιες αποκρούσεις, όπως αυτή του Γκόρντον Μπάνκς, ο οποίος σημειωτέον, είχε εκ γενετής μειωμένη όραση από το ένα μάτι κατά 20%, στο σουτ και στην κεφαλιά του Πελέ στο Μουντιάλ του 1970 έχουν χαρακτηριστεί «μυθικές» -στην καρδιά καθεμιάς τέτοιας απόκρουσης κρύβεται κάτι το μη ανθρώπινο.
Γι’αυτό και κάποιες άλλες επιδόσεις δεν πέρασαν στη σφαίρα του θρύλου: Ο Αρκονάδα, λόγου χάριν, οδήγησε την Ισπανία στον τελικό του Euro το 1984, αλλά ένα «τραγικό» λάθος του «έδωσε» το Κύπελλο στη Γαλλία. «Τραγικό», όπως συνήθως είναι τα λάθη των τερματοφυλάκων στις κρίσιμες στιγμές, όταν ένα νήμα χωρίζει την ήττα από τη νίκη, γιατί τραγική είναι η φιγούρα του στο γήπεδο, η μπάλα στα δίχτυα κι αυτός πεσμένος στο έδαφος, ανεπανόρθωτα ηττημένος. Και οι αντίπαλοι «κυνηγοί» να τη σπρώχνουν πάλι στα δίχτυα, και το πλήθος να πανηγυρίζει κι αυτός, ο τερματοφύλακας, να τρώει χορτάρι.
Όταν η ομάδα πετυχαίνει γκολ, ο τερματοφύλακας πανηγυρίζει μόνος του και, όταν η ομάδα δέχεται το γκολ, ο τερματοφύλακας μένει μόνος, αποσυνάγωγος, ξένος.
Ο τερματοφύλακας, δεν μπορεί, συνήθως, να ανταποδώσει στα ίδια: να πληρώσει το γκολ με γκολ. Γι’αυτό και οι μεγάλοι τερματοφύλακες, δικοί μας, ο Πεντζαρόπουλος –«τα μεγάλα παιδιά, που το έβαζαν στη γραμμή και τα πήγαιναν στο γήπεδο, όταν γύριζαν, μιλούσαν όλο για τον τερματοφύλακα του Πανιωνίου, τον Νίκο Πεντζαρόπουλο, τον «Τίγρη», όπως τον ήξεραν όλοι. Μερικοί πήγαιναν πίσω από την εστία του και τον φώναζαν με το μικρό του όνομα, για να γυρίσει και να δουν αν τα μπροστινά του δόντια ήταν όλα σπασμένα από τα τρομερά πλονζόν που έκανε πάνω στα πόδια των αντιπάλων»-ο Κελεσίδης, ο Αρβανίτης, ο Οικονομόπουλος, ο Σαργκάνης, για να αναφερθώ σε όσους πια δεν παίζουν, και ξένοι, ο Γιασίν, ο Μαζούρκεβιτς, ο Θουμπιραθαρέτα, ο Τόμας Ν’Κόνο, τερματοφύλακας της Εθνικής Καμερούν, ο «Πάνθηρας», το «Διαμάντι με τα γάντια», ο Τζόφ, λόγου χάριν, ο Μπάνκς, βεβαίως ο Καν, ο Σίλντον είναι αξιοπρεπείς και ευγενείς. Συνεχίζουν, κατά κάποιον τρόπο, την παράδοση που είχαν δημιουργήσει κάποιοι τερματοφύλακες κατά την πρώϊμη εποχή του ποδοσφαίρου: διαποτισμένοι εκείνοι οι πορτιέρο από τις αρχές του αθλητικού πνεύματος, αρνούνταν να προβούν και στην παραμικρή έστω προσπάθεια για απόκρουση και, με αυτόν τον τρόπο, αποδοκίμαζαν εμπράκτως τις εσκεμμένες παραβάσεις των συμπαικτών τους μέσα στη μεγάλη περιοχή.
Έχουν μάθει οι τερματοφύλακες να παίρνουν τη ζωή όπως έρχεται, να είναι, δηλαδή, κυρίαρχοι του εαυτού τους. Έχουν μάθει ότι όλα τα σουτ πιάνονται και όλα καταλήγουν στα δίχτυα. Όλα εξαρτώνται από την θέση που παίρνει κανείς κάτω από τα δοκάρια. Μπορεί μέσα τους να βράζουν, αλλά όταν ο κίνδυνος επίκειται, απαιτούνται μυαλό καθαρό και κινήσεις αστραπιαίες, χρειάζονται τρόποι, για να «κλείσει» τον επιθετικό ο τερματοφύλακας, να «κλειδώσει» την εστία. Γι’ αυτό μας εκνευρίζουν εκφράσεις, όπως: «τον άφησε εμβρόντητο», «τον κρέμασε», «τον ψάρεψε», «τον πούλησε η μπάλα», «είναι τσίτα», «τροχονόμος», «χάπι», ακόμη και ευρηματικές εκφράσεις, όπως αυτή του «εθνικού μας σπορτκάστερ» Γιώργου Χειλάκη: «τον έστειλε για πίτσα».
Η ζωή είναι ένα πέναλτι
Οι καλοί τερματοφύλακες είναι παίκτες με κάπως ιδιαίτερα προσόντα, ο σωματότυπος-ο Γιασίν είχε ύψος 1,.84 και μεγάλα δάχτυλα, μέσα στα οποία η μπάλα έμοιαζε με μπαλάκι του τένις –η αντίληψη βαραίνουν στην επιτυχία, περισσότερο από άλλους παίκτες. Ο τερματοφύλακας, λοιπόν, είναι ο αριστοκράτης του γηπέδου και9 της ζωής. Γιατί πρέπει να μάθει να αποδέχεται την ήττα και να μην μεμψιμοιρεί –άλλωστε, κάθε άνοιγμα στην εστία, κι ένα αίνιγμα. Γι’αυτό, η φιγούρα του είναι τόσο τραγική.
«Μια και μιλάμε για επιτελικό ρόλο, θα ήθελα να ρωτήσω τον Νίκο Σαργκάνη για τον επιτελικό ρόλο του τερματοφύλακα στον αγώνα. Είναι ο μόνος που δεν συμμετέχει, συνεχώς, στο νταβαντούρι που γίνεται στο γήπεδο, αλλά βρίσκεται στην εστία του και παρακολουθεί», παρατηρούσε ο ποιητής Γιώργος Κοροπούλης στο πλαίσιο μιας συζήτησης περί ποδοσφαίρου στο περ. Το Τέταρτο. «Αυτή η θέση δεν έχει τίποτε άλλο από ζόρια», απάντησε ο Σαργκάνης, ο οποίος σε μια συνέντευξή του είχε δηλώσει πως «η ζωή είναι ένα πέναλτι». Ο τερματοφύλακας, πεσμένος στο έδαφος, ηττημένος, έρχεται αντιμέτωπος με το πεπρωμένο του ως ανθρώπινη ύπαρξη, την ήττα σωστότερα, μια αλληλουχία από ήττες, αφού προσπάθησε να σώσει την εστία και μία και δύο και τρεις φορές, ίσως, αλλά απέτυχε.
Μια ζωή στο μεταίχμιο
Ο τερματοφύλακας είναι ο κυρίαρχος του παιχνιδιού, «καθαρίζει τις φάσεις», «κατεβάζει την μπάλα».
Ιδιαίτερα, όταν ο διαιτητής σφυρίζει πέναλτι –«μόνο η χαρά, που νιώθω όταν αποκρούω πέναλτι. Είναι μεγαλύτερη από τη χαρά που αισθάνθηκα όταν πήγε ο Γκαγκάριν στο Διάστημα», εξομολογήθηκε ο Λεβ Γιασίν ο οποίος απέκρουσε πάνω από 150 πέναλτι στην καριέρα του –ιδίως τότε ο τερματοφύλακας εν αγωνία βρίσκεται ενώπιον ενωπίω με τον «εκτελεστή» του: «Όταν ο παίκτης αρχίζει να τρέχει […] ο τερματοφύλακας δείχνει, χωρίς να το θέλει, με τη στάση που παίρνει το σώμα του, σε ποιο σημείο ετοιμάζεται να ορμήσει. Έτσι, ο κυνηγός που χτυπά το πέναλτι, θα σουτάρει στην άλλη γωνία. Όπως καταλαβαίνετε, για τον τερματοφύλακα είναι σαν να προσπαθεί να ανοίξει μια κλειδαριά με ένα καλάμι». Ξαφνικά ο παίκτης άρχισε να τρέχει με φόρα. Ο τερματοφύλακας […] έμεινε τελείως ακίνητος, και η μπάλα κατέληξε κατευθείαν στα χέρια του»-την αγωνία του τη στιγμή του πέναλτι διαδέχεται η ικανοποίηση ότι κράτησε έξω ό,τι προοριζόταν για μέσα. Αυτός ο τερματοφύλακας απέτρεψε την παραβίαση της εστίας, ίσως την ήττα. Αλλά δεν εξασφάλισε τη νίκη.
Ο τερματοφύλακας, νικητής ή ηττημένος, είναι ένας άνθρωπος απελπισμένος, καταραμένος να ζει συνεχώς σε ένα μεταίχμιο, στο παιχνίδι, στη ζωή. Διαρκώς ζει σε αναμονή, «αφού ο θάνατος είναι ένα παιχνίδι», όπως μας διαβεβαιώνει ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ στον τίτλο του τελευταίου πριν την τελευτή ανολοκλήρωτου μυθιστορήματός του The Original of Laura: Duing is Fun (το πρωτότυπο της Λώρα: ο θάνατος είναι ένα παιχνίδι). Αλήθεια, πώς είναι δυνατόν ένας μυθιστοριογράφος, να μη λατρεύει το ποδόσφαιρο;
Πηγή: «Σημειώσεις στο Ημίχρονο», Εκδόσεις Ύψιλον
Μανώλης Σκαρσουλής
