Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΝΑΡΙΤΑΚΗ*
Στη Διαταραχή Συμπεριφοράς έχει δοθεί η μεγαλύτερα προσοχή από οποιαδήποτε άλλη ψυχοπαθολογική οντότητα, καθώς όχι μόνο δημιουργεί προβλήματα στη φυσιολογική ανάπτυξη ενός παιδιού, αλλά επηρεάζει και το εξωτερικό περιβάλλον του, διότι οι γύρω του γίνονται δέκτες αντικοινωνικής και επιθετικής συμπεριφοράς (Wenar, & Kerig, 2008).
Η διαταραχή συμπεριφοράς, σύμφωνα με το DSM V, είναι ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο συμπεριφοράς, που δεν υποχωρεί εύκολα, και το νεαρό άτομο το οποίο πάσχει από αυτή τη διαταραχή καταστρατηγεί βασικά δικαιώματα άλλων ανθρώπων, παραβιάζει σημαντικά κοινωνικά πρότυπα και απορρίπτει ηθικούς κανόνες σχετικά με το τι θεωρείται κατάλληλο για τη συγκεκριμένη ηλικία.
Η συμπτωματολογία πρέπει να είναι επίμονη για τουλάχιστον 12 μήνες, και τουλάχιστον τρία από τα ακόλουθα συμπτώματα πρέπει να είναι εμφανή μέσα σ’ αυτό το διάστημα, όπως ορίζεται από τα κριτήρια του DSM V: επιθετικότητα εναντίον έμψυχων όντων (εκφοβισμός, απειλές, επιθετικότητα και πρόκληση σωματικής βίας, χρήση όπλου, όπως τούβλο, μαχαίρι, ψαλίδι κτλ., κλοπή, ληστεία, βασανιστήρια, εξαναγκασμός σεξουαλικής πράξης κ.α), φθορά ξένης ιδιοκτησίας με πρόθεση (ζημιές, πυρκαγιές κ.α), εξαπάτηση ή κλοπή (διάρρηξη, ψέματα, ψευδείς δεσμεύσεις κτλ.) και σοβαρές παραβιάσεις κανόνων (διανυκτέρευση εκτός σπιτιού περισσότερες από δύο φορές πριν από τα 13, χωρίς συναίνεση γονέα ή κηδεμόνα, σκασιαρχείο στο σχολείο από την ηλικία των 13 και μετά).
Η σοβαρότητα της Διαταραχής Συμπεριφοράς (στο εξής: Δ.Σ.) χωρίζεται σε ήπιας, μέτριας και βαριάς μορφής ανάλογα με την ένταση, την επιμονή και τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων. Ακόμη, διακρίνεται σε δύο άλλους τύπους ανάλογα με την εμφάνισή της, ο τύπος έναρξης στη παιδική ηλικία (πριν τα 10 χρόνια ζωής του ατόμου) και ο τύπος έναρξης στην εφηβεία (μετά τα 10 χρόνια ζωής και απουσία των κριτηρίων πριν). Σ’ αυτό το σημείο, πρέπει να διευκρινιστεί ότι μιλάμε για Δ.Σ. μόνο αν η δυσλειτουργική ή δυσπροσαρμοστική συμπεριφορά είναι αποτέλεσμα εσωτερικής διαδικασίας και όχι εξωτερικών παραγόντων και συνθηκών, όπως πολιτικές αναταραχές ή μετανάστευση (Wenar, & Kerig, 2008).
Τα ποσοστά επιπολασμού σε παιδιά 4 – 11 ετών είναι για τα αγόρια 6,5% και για τα κορίτσια 1,8%, ενώ σε νέους 12-16 ετών είναι 10,4% για τα αγόρια και 4,1% για τα κορίτσια (Boyle, & Racine, 1991). Όπως δείχνουν οι μελέτες η διαταραχή συμπεριφοράς είναι τέσσερις φορές πιο συχνή στα αγόρια απ’ ότι στα κορίτσια (Wenar, & Kerig, 2008). Η Δ.Σ. διαχωρίζεται σε Διαταραχή Συμπεριφοράς με έναρξη την παιδική ηλικία ή ‘δια βίου επίμονη’ διαταραχή της συμπεριφοράς που τείνει να εμμένει σε όλη τη διάρκεια της ζωής του ατόμου, και σε Διαταραχή Συμπεριφοράς με έναρξη την εφηβική ηλικία, που είναι περιορισμένη στην εφηβεία μόνο και η οποία μπορεί να υποχωρήσει στη μετέπειτα ζωή του ατόμου, καθώς θεωρείται προϊόν ‘κοινωνικού μιμητισμού’, αφού οι έφηβοι αντιγράφουν τις αντικοινωνικές συμπεριφορές με στόχο την ένταξη και την αποδοχή κάποιων ομάδων (Moffitt, 1993). Άλλη μια τυπολογία που προτείνεται για τη ΔΣ είναι ο διαχωρισμός της σε καταστρεπτική, δηλαδή βασανιστήρια ή βιαιοπραγίες, και μη καταστρεπτική, όπως παραβιάσεις κανόνων, λεκτικές επιθέσεις, και, τέλος, σε έκδηλη, δηλαδή άσκηση σωματικής βίας ή έντονη τάση για καυγάδες, και συγκεκαλυμμένη, δηλαδή ψέματα ή υποσχέσεις που δεν κρατήθηκαν (Frick, 1993).
Ένα, ακόμη, χαρακτηριστικό της διαταραχής συμπεριφοράς είναι η σύνδεσή της με μια επιπλέον κατηγορία, αυτή της ψυχοπάθειας ή κοινωνιοπάθειας, καθώς μελέτες έδειξαν ότι άτομα με αντικοινωνική συμπεριφορά μοιράζονται ένα υποσύνολο ψυχοπαθητικών στοιχείων της προσωπικότητάς τους με όσους πάσχουν από ψυχοπάθεια ή κοινωνιοπάθεια, όπως σκληρότητα, απουσία ενσυναίσθησης, μεταμέλειας ή ενοχής, εγωκεντρισμός, επιφανειακή γοητεία, παρόρμηση, χειριστικότητα, τάση για εκμετάλλευση, αδυναμία σύναψης δυνατών σχέσεων κ.α, με λίγα λόγια ‘στερούνται συνείδησης’ (Hare, 1993). Το κατά πόσο, βέβαια, είναι δυνατό παιδιά να είναι ψυχοπαθείς, απαντούν πρόσφατες έρευνες, που όλο και περισσότερο υποδεικνύουν ότι είναι δυνατό να εντοπιστούν παιδιά με στοιχεία ψυχοπάθειας, όπως έλλειψη συναισθήματος (Frick, 1994. Lynam, 1997).
Σε επίπεδο συννοσηρότητας αυτή η διαταραχή κάνει την εμφάνισή της μαζί με αρκετές άλλες διαταραχές, όπως τη Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής – Υπερκινητικότητας, την Εναντιωματική Προκλητική Διαταραχή, που τα παιδιά που πάσχουν από αυτές, ήδη από πολύ νωρίς, παρουσιάζουν αρνητική συμπεριφορά, παρεξηγούνται και απορρίπτονται από το εξωτερικό τους περιβάλλον, επίσης εμφανίζεται μαζί με μαθησιακές δυσκολίες, που οδηγούν σε χαμηλή σχολική επίδοση, απογοήτευση και ενδοσχολική εναντιωματική συμπεριφορά (Hinshaw, & Anderson, 1996). Επιπρόσθετα, η Δ.Σ. μπορεί να παρουσιαστεί μαζί με κατάθλιψη, όπου, αυτή η σύνδεση των δύο ψυχικών οντοτήτων, μας απασχολεί ιδιαίτερα και χρήζει προσεκτικής παρατήρησης και διαχείρισης, γιατί μπορεί να οδηγήσει ένα νεαρό παιδί σε αυτοκτονικές τάσεις (Capaldi, 1992). Τέλος, τα άτομα που πάσχουν από ΔΣ μπορεί να γίνουν χρήστες ουσιών (Hinshaw, & Anderson, 1996).
Για να μελετήσουμε τα αίτια εμφάνισης αυτής της διαταραχής πρέπει να μελετήσουμε της εξελικτικές μεταβλητές τους που είναι ο πυρήνας του προβλήματος, δηλαδή την επιθετικότητα, τον αυτοέλεγχο, τη ρύθμιση του συναισθήματος, την κατανόηση της προοπτικής του άλλου και την επίλυση διαπροσωπικών προβλημάτων, εν ολίγοις να εξετάσουμε το ενδοπροσωπικό και διαπροσωπικό περιβάλλον ενός συμπεριφορικά διαταραγμένου νέου (Wenar, & Kerig, 2008).
Η επιθετικότητα έχει χρονική συνέχεια, καθώς το νεαρό άτομο περνάει από τις διάφορες αναπτυξιακές φάσεις και αποτελεί έκφραση των παρορμήσεων και των εσωτερικών του κινήτρων, είναι επίμονη, έχε πρώιμη έναρξη και όσο νωρίτερα εμφανιστεί τόσο λιγότερη σταθερότητα παρατηρείται σε ένα παιδί (Loeber, 1991. Olweus, 1979).
Τα συμπεριφορικά διαταραγμένα παιδιά έχουν χαμηλά επίπεδα αυτοελέγχου, δεν δέχονται αρνητικές απαντήσεις και δεν ελέγχουν τις παρορμήσεις τους (Hinshaw, & Anderson, 1996). Μελέτες και πειράματα των Kochanska και Aksan (1995) έδειξαν ότι η ικανότητα ελέγχου των παρορμήσεων των νεαρών ατόμων ξεκινάει από την εσωτερίκευση των γονεϊκών αξιών, καθώς όσα παιδιά δεν έχουν αναπτύξει αμοιβαία θετικά συναισθήματα με τους γονείς τους, γίνονται ανυπάκουα και επιθετικά. Σύμφωνα με τον Cole και άλλους συνεργάτες του (1996) η ρύθμιση του συναισθήματος είναι ένα συγκεκριμένο και βασικό στοιχείο του αυτοελέγχου, καθώς τα παιδιά είτε δεν ελέγχουν αρκετά τα συναισθήματά τους είτε τα ελέγχουν σε υπερβολικό βαθμός λόγω οικογενειακών συγκρούσεων, έλλειψης γονεϊκής καθοδήγησης κ.α.
Τα παιδιά με Δ.Σ. δεν κατανοούν την προοπτική των άλλων ατόμων, που όπως διαπίστωσε ο Piaget (1967), τα τυπικά αναπτυσσόμενα παιδιά μετατοπίζουν το κέντρο βάρους τους από τον γνωστικό εγωκεντρισμό στη γνωστική κατανόηση της προοπτικής του άλλου. Οι συμπεριφορικά διαταραγμένοι νέοι στερούνται κοινωνικής διορατικότητας και κατανόησης των ψυχικών καταστάσεων των άλλων (Happe, & Frith, 1996). Επιπλέον, τα παιδιά με Δ.Σ. έχουν μια διαστρεβλωμένη κοινωνική σκέψη, έχουν συγκεκριμένα γνωστικά σχήματα στο μυαλό τους που διαμορφώνονται από τις εμπειρίες τους, δηλαδή αποδίδουν λανθασμένες επιθετικές προθέσεις σε άλλους, αντιδρούν απρόβλεπτα λόγω εσφαλμένων υποθέσεων κτλ (Crick, & Dodge, 1994. Eron, & Huesmann, 1990).
Σε επίπεδο διαπροσωπικού περιβάλλοντος, η ανασφαλής προσκόλληση, η οικογενειακές συγκρούσεις, η γονεϊκή ψυχοπαθολογία (ειδικά του πατέρα), η σκληρή, επιθετική και ασυνεπής διαπαιδαγώγηση από τους γονείς, η θετική ενίσχυση μιας αρνητικής συμπεριφοράς ή η ασυνέπεια ενίσχυσης μιας θετικής, ο εξαναγκασμός, η απόρριψη των συνομηλίκων και η κακή φήμη ανάμεσα στους συνομηλίκους μπορούν να οδηγήσουν σε Δ.Σ. (Wenar, & Kerig, 2008).
Εξελικτική πορεία της ΔΣ.
Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της διαταραγμένης συμπεριφοράς είναι η χρονική της συνέχεια και η επιμονή της από τη προσχολική ηλικία μέχρι την ενηλικίωση (Campbell, 1997. Farrington, 1995. Lahey et al., 1995. Newman et al. 1997).
Κατά την πρώιμη παιδική ηλικία ξεκινούν τα συμπτώματα της ΔΕΠ – Υ, τα οποία συνδέονται άμεσα με τη διαμόρφωση ενός συμπεριφορικά διαταραγμένου παιδιού (Lahey et al., 1995). Η ΔΕΠ – Υ φαίνεται να λειτουργεί, κατά κάποιο τρόπο, βοηθητικά για την εμφάνιση της Διαταραχής της Συμπεριφοράς, ενισχύει την αντίσταση στην αλλαγή – θεραπεία και καταλήγει να συνδέεται με πιο σοβαρά προβλήματα, καθώς δημιουργεί στα μικρά παιδιά τα πρώτα αντικοινωνικά συναισθήματα, που με τη σειρά τους οδηγούν σε πιο σοβαρές διαταραχές (Wenar, & Kerig, 2008).
Στη μέση παιδική ηλικία, η ΕΠΔ κάνει το παιδί να νιώθει αδικαιολόγητο θυμό, το κάνει ανυπάκουο και επιθετικό. Η ΕΠΔ και η Δ.Σ. μοιράζονται κάποια κοινά χαρακτηριστικά όσον αφορά τη συμπτωματολογία τους αλλά διαχωρίζονται ως διαφορετικές ψυχικές οντότητες, καθώς η ΕΠΔ εμφανίζεται νωρίτερα από τη Δ.Σ., κάπου στα 6 χρόνια, ενώ η Δ.Σ. εμφανίζεται περίπου στα 9 χρόνια (Loeber et al., 1992). Από μελέτες προέκυψε ότι η Δ.Σ. προηγείται της ΕΠΔ και ότι τα συμπτώματα της Εναντιωματικής Προκλητικής Διαταραχής είναι πιθανό να διατηρηθούν σε ένα παιδί με σοβαρής μορφής Διαταραχή Συμπεριφοράς (Loeber et al., 1995).
Όσο το άτομο μεγαλώνει διατρέχοντας τα αναπτυξιακά στάδια από την ύστερη παιδική ηλικία στην εφηβεία τόσο πιο έκδηλα είναι τα συμπτώματα της ΔΣ. Ο Loeber και οι συνεργάτες του (1993) διέκριναν τρία μονοπάτια προβληματικής συμπεριφοράς και παραβατικότητας. Ο πρώτος τύπος είναι η σύγκρουση με την εξουσία, όπου εκδηλώνονται ανυπακοή, παραβάσεις κανόνων, σκασιαρχείο, συγκρούσεις με ενήλικες και φορείς εξουσίας, ή και ακόμη επιθετική και αντικοινωνική συμπεριφορά (Loeber et al., 1993). Ο δεύτερος τύπος είναι το συγκεκαλυμμένο μονοπάτι, όπου οι νέοι υπεισέρχονται σε λιγότερο σοβαρές και μη βίαιες πράξεις, όπως κλοπή ή κάποιου είδους βανδαλισμοί (Loeber et al., 1993). Το τρίτο και τελευταίο μονοπάτι, σύμφωνα με τον Loeber και τους συνεργάτες του (1993), είναι το έκδηλο. Εδώ, οι νέοι προχωρούν σε βιαιοπραγίες, καταφεύγουν σε εγκληματικές ενέργειες.
Κατά την ύστερη εφηβεία, και λίγο πριν την ενήλικη ζωή, οι μελέτες δείχνουν ότι τα άτομα με Διαταραχή Συμπεριφοράς οδηγούνται στην αντικοινωνική διαταραχή της προσωπικότητας και την εγκληματική συμπεριφορά. Τα άτομα με πρώιμη εκκίνηση συμπτωμάτων αντικοινωνικής συμπεριφοράς από την παιδική ηλικία είναι πιθανό να αναπτύξουν πιο σοβαρά προβλήματα συμπεριφοράς και η Διαταραχή της Συμπεριφοράς να διαρκέσει πολύ περισσότερο από τα άτομα που την αναπτύσσουν στην εφηβεία (Loeber et al., 1992).
*Ο Δημήτρης Λιναριτάκης είναι Φιλόλογος,
Μεταπτυχιακό στην Εκπαιδευτική Ψυχολογία
