Η εκδήλωση, που διοργανώθηκε στο πλαίσιο των δράσεων του Δήμου Ρεθύμνης για τον Πολιτισμό και την Ιστορία, ανέδειξε τη σημασία της έκδοσης ως πολύτιμης συμβολής στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης και στη βαθύτερη κατανόηση της προσωπικότητας και της δράσης μιας εμβληματικής μορφής της αντιδικτατορικής αντίστασης.
Με αφορμή τη συμπλήρωση 50 χρόνων από τον θάνατό του, το 1976, το αφιέρωμα επαναφέρει στο προσκήνιο τον αγώνα του Παναγούλη για την ελευθερία και τη δημοκρατία, καθώς και τη διαχρονική αξία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Την παρουσίαση προλόγισε ο Δήμαρχος Ρεθύμνης, Γιώργης Χ. Μαρινάκης, ενώ για την ιστορική σημασία της έκδοσης και τις διαφορετικές πτυχές της προσωπικότητας του Αλέξανδρου Παναγούλη μίλησαν ο Νίκος Αλιβιζάτος, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, και ο Γιώργος Μαργαρίτης, καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
Χαιρετισμούς απηύθυναν ο Μιλτιάδης Κλωνιζάκης, πολιτικός μηχανικός και γιος του συναγωνιστή του Αλέξανδρου Παναγούλη και αείμνηστου πρώην Δημάρχου Χανίων, Γιάννη Κλωνιζάκη, καθώς και ο Νίκος Σηφουνάκης, αρχιτέκτονας, πρώην υπουργός και ένας εκ των επιμελητών της έκδοσης.
Η έκδοση «Αλέξανδρος Παναγούλης: Απείθεια στον θάνατο» αποτελεί ένα πολυδιάστατο αφιέρωμα στη ζωή και το έργο του αγωνιστή. Περιλαμβάνει 63 προσεκτικά επιλεγμένες φωτογραφίες και 31 κείμενα ιστορικών, συγγραφέων, ποιητών, πανεπιστημιακών και άλλων δημιουργών από την Ελλάδα και το εξωτερικό, ενώ συμπεριλαμβάνει και κείμενα και ποιήματα του ίδιου του Παναγούλη. Το πορτρέτο του εξωφύλλου φιλοτέχνησε ο Δημήτρης Χαντζόπουλος.
Μέσα από τεκμήρια, μαρτυρίες, ιστορικές προσεγγίσεις και λογοτεχνικές αναφορές, η έκδοση φωτίζει την πολιτική και αγωνιστική πορεία του Αλέξανδρου Παναγούλη, τον ηρωισμό και την ποιητική του δημιουργία. Παράλληλα, αναδεικνύει τη σημασία της προσωπικής του στάσης απέναντι στη δικτατορία και την καταπίεση, υπενθυμίζοντας ότι η ελευθερία, η δημοκρατία και η αξιοπρέπεια αποτελούν αξίες που παραμένουν επίκαιρες και αναγκαίες.
Η παρουσίαση στο Ρέθυμνο αποτέλεσε ευκαιρία ιστορικού αναστοχασμού και ανάδειξης της συμβολής της αφιερωματικής έκδοσης στη διαφύλαξη της συλλογικής μνήμης. Η καταγραφή και ανάδειξη της διαδρομής του Αλέξανδρου Παναγούλη δεν αφορά μόνο την αποτίμηση ενός σημαντικού κεφαλαίου της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, αλλά και τη μεταφορά της ιστορικής εμπειρίας στις νεότερες γενιές.
Την εκδήλωση συντόνισε ο δημοσιογράφος κ. Μανούσος Κλάδος.
ΤΟ ΠΡΟΛΟΓΙΣΜΑ ΤΟΥ ΔΗΜΑΡΧΟΥ ΡΕΘΥΜΝΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΠΕΔ ΚΡΗΤΗΣ ΓΙΩΡΓΗ Χ. ΜΑΡΙΝΑΚΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
«ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ: ΑΠΕΙΘΕΙΑ ΣΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ»
Κυρίες και κύριοι,
Αποτελεί ξεχωριστή τιμή για μένα να προλογίζω ένα σημαντικό βιβλίο, το οποίο οι επιμελητές του, ο Νίκος Σηφουνάκης και ο Θανάσης Πετρίδης, αντιλαμβάνονται ως εκπλήρωση ενός χρέους: χρέους προς έναν φίλο, αλλά και προς έναν σπουδαίο Έλληνα, ο οποίος δυστυχώς δεν βρίσκεται πια ανάμεσά μας.
Για μένα είναι η δεύτερη φορά που προλογίζω ένα βιβλίο αφιερωμένο σε αυτήν την ξεχωριστή μορφή της αντίστασης, τον Αλέξανδρο Παναγούλη.
Η πρώτη ήταν στις 29 Απριλίου 2009, όταν κλήθηκα να παρουσιάσω το βιβλίο του συναγωνιστή και συγκατηγορουμένου του Παναγούλη, Λευτέρη Βερυβάκη, με τίτλο «Αλέξανδρος Παναγούλης: Πρωταγωνιστής και βάρδος της Αντίστασης».
Σήμερα, τόσα χρόνια αργότερα, βρίσκομαι και πάλι μπροστά στην πρόκληση να μιλήσω για έναν άνθρωπο που δεν έπαψε να προκαλεί τον θαυμασμό, αλλά και τον προβληματισμό μας. Έναν άνθρωπο που, ακόμη και πενήντα χρόνια μετά τον αδόκητο θάνατό του, εξακολουθεί να μας θέτει ερωτήματα για την ελευθερία, την ευθύνη, τη δημοκρατία και το τίμημα της αντίστασης.
Το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα είναι καρπός της συμβολής πολλών προσωπικοτήτων από διαφορετικούς χώρους: της επιστήμης, της πολιτικής, της κοινωνίας και της τέχνης. Καθεμία καταθέτει τη δική της ματιά σε μια από τις δυσκολότερες περιόδους της νεότερης ελληνικής ιστορίας, τη δικτατορία, αλλά και στη μορφή ενός ανθρώπου που, όπως εύστοχα επισημαίνεται στη από τον Δημήτρη Παπαχρήστου, «ψυχή τε,σώματι και πνεύματι είναι η διαχρονική Ελληνική Αντίσταση»
Εκτός όμως από τα κείμενα, οι επιμελητές είχαν την έμπνευση να εμπλουτίσουν την έκδοση με φωτογραφίες και δημοσιεύματα που αποτελούν ιστορικά ντοκουμέντα της πολιτικής και κοινωνικής ζωής του Παναγούλη. Ιδιαίτερη αξία έχουν οι φωτογραφίες από το στρατοδικείο, όπου ο Παναγούλης οδηγήθηκε μαζί με τους συναγωνιστές του, μετά την απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα Γεωργίου Παπαδόπουλου, τον Αύγουστο του 1968.
Στις φωτογραφίες αυτές βλέπουμε έναν άνθρωπο αγέρωχο, ήρεμο και συνειδητοποιημένο. Έναν άνθρωπο που γνωρίζει το τίμημα των επιλογών του και, παρ' όλα αυτά, δεν υποχωρεί.
Η στάση του απέναντι στους δικαστές αποτυπώνει αυτήν ακριβώς την αποφασιστικότητα. Η φράση του στην απολογία του «Δεν υποχωρώ, κ.κ δικασταί γιατί γνωρίζω ότι το ωραιότερο κύκνειο άσμα οποιουδήποτε πραγματικού αγωνιστή είναι ο επιθανάτιος ρόγχος προ του εκτελεστικού αποσπάσματος » συμπυκνώνει μια ολόκληρη στάση ζωής: την άρνηση να υποταχθεί στον φόβο και να αποδεχθεί ως φυσιολογική την κατάλυση της δημοκρατικής νομιμότητας.
Και κατά τη διάρκεια των βασανιστηρίων του, ο Παναγούλης απευθυνόταν στους βασανιστές του με τρόπο που φανέρωνε την αταλάντευτη προσήλωσή του στον αγώνα. Τους έλεγε ότι εκείνος και οι συναγωνιστές του είχαν επιλέξει τον δύσκολο δρόμο επειδή αγαπούσαν τους ανθρώπους και ότι θα συνέχιζαν όσο τους το επέτρεπαν οι δυνάμεις τους.
Ο Παναγούλης δεν αντιμετώπιζε την αντίσταση ως μια ευκαιρία προσωπικής προβολής ούτε ως μέσο για την κατάκτηση κάποιας εξουσίας. Την αντιλαμβανόταν ως υποχρέωση απέναντι στην ελευθερία και στον άνθρωπο.
Στο κείμενό του ο κορυφαίος Συνταγματολόγος Ν. Αλιβιζάτος αναδεικνύει, μεταξύ άλλων, στοιχεία που μας βοηθούν να κατανοήσουμε τη στάση του Παναγούλη απέναντι στην απομόνωση και στα βασανιστήρια.
Ο Π είχε αντιληφθεί ότι, προκαλώντας τους βασανιστές του, μπορούσε να τους αναγκάζει να χτυπούν χωρίς συγκεκριμένο ρυθμό και σύστημα. Έτσι, η λιποθυμία που ακολουθούσε το μαρτύριο γινόταν, παραδόξως, ένα διάλειμμα, μια προσωρινή λύτρωση, μια ευκαιρία να ανακτήσει τις δυνάμεις του και να συνεχίσει να αντιστέκεται. Και τα βασανιστήρια ήταν φρικτά, σοκάρει και μόνο η περιγραφή τους. Και ο Π όχι μόνο άντεξε αλλά είχε τη δύναμη να εκφράζει τις σκέψεις του με ποιήματα που έγραφε με σπιρτόξυλο βουτηγμένο στο αίμα του στους τοίχους του κελιού του στο Μπογιάτι.
Όλα αυτά δεν αποτελούν απλά μια μαρτυρία σωματικής και πνευματικής αντοχής. Πρόκειται για την προσπάθεια ενός ανθρώπου να διατηρήσει, ακόμη και μέσα στην απόλυτη απομόνωση, την εσωτερική του ελευθερία και τον έλεγχο της στάσης του απέναντι στον δήμιο.
Και είναι συγκλονιστική η φράση του που απηύθυνε στους φύλακες του όταν του ανακοίνωναν κάθε τόσο την επικείμενη εκτέλεσή του: Μην πιστεύετε ότι τελειώνετε μαζί μου. Ο προορισμός του αγωνιστή μπορεί να είναι ο θάνατος, αλλά μετά από εμάς έρχονται άλλοι, και ύστερα άλλοι. Οι αγωνιστές δεν τελειώνουν ποτέ.
Αυτή η πεποίθηση αποτελεί ίσως μία από τις πιο αισιόδοξες παρακαταθήκες του. Η ιστορία, μας λέει, δεν εξαντλείται στη ζωή ενός ανθρώπου. Συνεχίζεται μέσα από τη μνήμη, τα παραδείγματα και την ευθύνη όσων ακολουθούν.
Εδώ, όμως, ανακύπτει ένα ερώτημα που δεν μπορούμε να αποφύγουμε: πόσοι άνθρωποι σήμερα είναι διατεθειμένοι να αγωνιστούν για τα ιδανικά τους; Πόσοι είναι έτοιμοι να υπερασπιστούν το Σύνταγμα και τις δημοκρατικές ελευθερίες όχι μόνο όταν αυτό είναι εύκολο, αλλά και όταν απαιτεί προσωπικό κόστος;
Ο προβληματισμός αυτός συνδέεται με τις επισημάνσεις του Κωνσταντίνου Τσουκαλά, που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή, για τις μεταβολές της κοινωνίας και της πολιτικής στη σύγχρονη εποχή. Η απόσταση ανάμεσα στις διακηρύξεις μας και στην πραγματική μας διάθεση να υπερασπιστούμε τις αξίες μας είναι ένα ζήτημα που αξίζει να μας απασχολήσει σοβαρά.
Για τον Παναγούλη, η αντίσταση δεν ήταν μια αφηρημένη έννοια. Συνδεόταν με μια συγκεκριμένη αντίληψη για τη νομιμότητα και την ευθύνη του πολίτη. Επικαλέστηκε, μεταξύ άλλων, το άρθρο 114 του τότε Συντάγματος, το οποίο είχε γίνει σύμβολο της υποχρέωσης υπεράσπισης της συνταγματικής τάξης. Η συνταγματική αυτή αναφορά εντασσόταν στη δική του θεώρηση ότι η κατάλυση της δημοκρατίας δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί με παθητική αποδοχή.
Ο Παναγούλης είχε επιλέξει μια εξαιρετικά ριψοκίνδυνη μορφή αντίστασης. Επιχείρησε να σκοτώσει τον δικτάτορα, τον οποίο θεωρούσε τύραννο, μολονότι, όπως ο ίδιος είχε δηλώσει, δεν θεωρούσε τον εαυτό του ικανό να κάνει κακό σε άνθρωπο.
Η επιλογή αυτή θέτει δύσκολα ερωτήματα για τα όρια της αντίστασης, την πολιτική βία και τη σχέση σκοπού και μέσων. Δεν χρειάζεται να παρακάμψουμε αυτά τα ερωτήματα για να αναγνωρίσουμε το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο έδρασε. Η δικτατορία είχε καταλύσει τις δημοκρατικές ελευθερίες και είχε στερήσει από τους πολίτες τη δυνατότητα ελεύθερης πολιτικής έκφρασης. Η πράξη του Παναγούλη αποτέλεσε μία από τις πιο τολμηρές ενέργειες του αντιδικτατορικού αγώνα.
Όπως επισημαίνεται από τον Ν.Αλιβιζάτο, ο Παναγούλης διέκρινε στον Παπαδόπουλο το κεντρικό πρόσωπο, τον συνεκτικό κρίκο του καθεστώτος, θεωρώντας ότι η απομάκρυνσή του θα μπορούσε να κλονίσει τη συνοχή του, κάτι που αποδείχτηκε από την εξέλιξη των γεγονότων, με την ανάληψη της εξουσίας από τον Ιωαννίδη και την τραγωδία της Κύπρου το 1974,που ήταν καταλυτική για την πτώση της Χούντας.
Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ότι ο Παναγούλης δεν περίμενε από κάποια μεγάλη πολιτική παράταξη ή οργανωμένη δύναμη να αναλάβει την ευθύνη για την αντίσταση ούτε εντάχθηκε σε καμία από αυτές. Δημιούργησε τη δική του οργάνωση και επέλεξε τον δικό του δρόμο. Δεν υπήρξε απλώς εκφραστής μιας έτοιμης πολιτικής γραμμής. Ήταν ένας άνθρωπος που αναλάμβανε προσωπικά την ευθύνη των επιλογών του.
Η στάση του αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν αναλογιστούμε ότι, στα πρώτα χρόνια της δικτατορίας, η αντίσταση δεν αποτελούσε την κυρίαρχη δημόσια στάση. Χρειάστηκε να υπάρξουν άνθρωποι που θα αμφισβητούσαν έμπρακτα το καθεστώς, θα έσπαγαν το φράγμα του φόβου και θα έδειχναν ότι η τυραννία δεν ήταν ανίκητη.
Η χούντα επιχείρησε να ευτελίσει τον Παναγούλη, παρουσιάζοντάς τον μετά τη σύλληψή του γυμνό, με ένα εσώρουχο, θέλοντας να τον εμφανίσει ως έναν ηττημένο και ταπεινωμένο άνθρωπο.
Όμως, όπως παρατηρεί ο Παντελής Μπουκάλας «η έννοια της ηρωικής γυμνότητας δεν υπήρξε ποτέ τόσο αληθινή, τόσο απτή, τόσο γλαφυρή» . Το σώμα του κρατουμένου μπορούσε να εκτεθεί και να βασανιστεί, αλλά η αξιοπρέπειά του δεν μπορούσε να αμφισβητηθεί με τον ίδιο τρόπο.
Ο Παναγούλης δεν ανήκει μόνο στην ιστορία της αντίστασης. Μετά την απελευθέρωσή του, τον Αύγουστο του 1973, συνέχισε να κουβαλά το βάρος της ευθύνης απέναντι στην πατρίδα. Εξελέγη βουλευτής μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας και επιχείρησε να παρέμβει στην πολιτική ζωή με την ανεξαρτησία και την αδιαλλαξία που τον χαρακτήριζαν. Άλλωστε όπως επισημαίνει ο Δ.Σεβαστάκης: «ο Παναγούλης παραμένει δυσανάγνωστος και δυσανάγωγος. Γι αυτό αποτελεί αποτελεί μια συναρπαστική εκκρεμότητα…όχι ως αδρανές αγιολογικό πρότυπο, αλλά ως πολιτικό ενεργό παράδειγμα.»
Τον Μάιο του 1976, σε ηλικία μόλις τριάντα έξι ετών, σκοτώθηκε σε τροχαίο δυστύχημα υπό συνθήκες που εξακολουθούν να προκαλούν ερωτήματα. Ο θάνατός του στέρησε από τη χώρα έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να είχε συμβάλει με τον δικό του τρόπο στη διαμόρφωση της μεταπολιτευτικής πολιτικής ζωής.
Δεν μπορούμε, βέβαια, να γνωρίζουμε ποια θα ήταν η πολιτική του διαδρομή αν είχε ζήσει. Μπορούμε, όμως, να αναλογιστούμε τι θα σήμαινε η παρουσία του σε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική κοινωνία επιχειρούσε να αποβάλει τα κατάλοιπα του Εμφυλίου και της μετεμφυλιακής περιόδου και να θεμελιώσει μια πιο ώριμη δημοκρατία.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Παναγιώτης Φασούλας επιγράφει τη δική του αναφορά στο βιβλίο με τη φράση «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς», δάνειο από το γνωστό μυθιστόρημα του Χρόνη Μίσσιου. Είναι μια φράση που συμπυκνώνει την αίσθηση της πρόωρης απώλειας, αλλά και το ερώτημα για όσα θα μπορούσαν να είχαν ακολουθήσει.
Κυρίες και κύριοι,
Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθώ στη σημασία της ίδιας της έκδοσης. Το βιβλίο αυτό δεν είναι απλώς ένας ύμνος στον ανιδιοτελή, γενναίο, ατρόμητο και σεμνό αγωνιστή. Είναι μια πολυφωνική κατάθεση μαρτυριών, σκέψεων και ερμηνειών. Οι συγγραφείς του προσεγγίζουν τον Παναγούλη από διαφορετικές αφετηρίες και οπτικές γωνίες, προσφέροντάς μας τη δυνατότητα να κατανοήσουμε καλύτερα τόσο την προσωπικότητά του όσο και την εποχή του.
Παραδείγματος χάριν η συμβολή του ιστορικού Γιώργου Μαργαρίτη και εκείνη του συνταγματολόγου Νίκου Κ. Αλιβιζάτου, όπως και τα υπόλοιπα κείμενα, φωτίζουν διαφορετικές όψεις της ίδιας ιστορικής πραγματικότητας. Η αξία της έκδοσης βρίσκεται ακριβώς σε αυτήν την πολυφωνία: δεν μας ζητά απλώς να θαυμάσουμε έναν ήρωα, αλλά να σκεφτούμε, να συγκρίνουμε και να αναμετρηθούμε με τα γεγονότα και τις συνέπειές τους.
Γιατί το βιβλίο αυτό είναι, τελικά, κάτι περισσότερο από μια αφιερωματική έκδοση. Είναι μια διαθήκη με πολύτιμο περιεχόμενο και πολλούς αποδέκτες. Είναι μια πρόσκληση να αναμετρηθούμε με την αλήθεια, αλλά και μια πράξη αντίστασης στη λήθη, η οποία, άλλοτε συνειδητά και άλλοτε μέσα από την αδιαφορία, απειλεί να υποτάξει την ελεύθερη σκέψη και τη βούληση.
Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το βαθύτερο νόημα της φράσης «Απείθεια στο θάνατο».
Δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος παύει να φοβάται τον θάνατο. Σημαίνει ότι αρνείται να επιτρέψει στον φόβο να καθορίσει τις επιλογές του. Σημαίνει ότι υπάρχουν αξίες για τις οποίες αξίζει να αναλάβουμε ευθύνη, ακόμη και όταν γνωρίζουμε πως το τίμημα μπορεί να είναι βαρύ.
Ο Αλέξανδρος Παναγούλης δεν μας κληροδότησε μόνο την ανάμνηση μιας τολμηρής αντιστασιακής πράξης. Μας κληροδότησε ένα δύσκολο ερώτημα: τι είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε εμείς όταν δοκιμάζονται η ελευθερία, η δημοκρατία και η αξιοπρέπεια του ανθρώπου;
Η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στις επετειακές εκδηλώσεις ούτε στα βιβλία που εκδίδουμε. Βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι θεσμοί, στον σεβασμό που δείχνουμε στα δικαιώματα των άλλων, στην υπεράσπιση της αλήθειας και στην άρνησή μας να θεωρούμε την αδικία κάτι αναπόφευκτο.
Γι' αυτό και η σημερινή έκδοση έχει ξεχωριστή σημασία. Μας θυμίζει ότι η ιστορική μνήμη δεν είναι μια τυπική υποχρέωση απέναντι στο παρελθόν. Είναι προϋπόθεση για να κατανοήσουμε το παρόν και να αναλάβουμε την ευθύνη για το μέλλον.
Θα ήθελα, λοιπόν, να συγχαρώ θερμά τον Νίκο Σηφουνάκη και τον Θανάση Πετρίδη για την πρωτοβουλία και την επιμέλειά τους, καθώς και όλους όσοι συνέβαλαν σε αυτήν την έκδοση με τα κείμενά τους.
Προσφέρουν στην ελληνική κοινωνία και ιδιαίτερα στις νέες γενιές ένα έργο που τιμά τον Αλέξανδρο Παναγούλη, αλλά ταυτόχρονα και εκείνους τους πολλούς επώνυμους και ανώνυμους που του συμπαραστάθηκαν λόγω και έργω στις δυσκολίες του, αλλά και εμπνεύστηκαν δημιουργικά από τη δράση και την προσωπικότητά του, αλλά και την ποίησή του. Είναι συγκλονιστικό το ποίημά του για τον αδερφό του το Γιώργο.
Γιατί οι ήρωες δεν δικαιώνονται μόνο όταν τους τιμούμε. Δικαιώνονται όταν προσπαθούμε να κατανοήσουμε τις επιλογές τους, όταν διατηρούμε ζωντανά τα ερωτήματα που μας κληροδότησαν και όταν υπερασπιζόμαστε στην πράξη τις αξίες για τις οποίες αγωνίστηκαν.
Ο Παναγούλης έφυγε νωρίς. Η φωνή του, όμως, εξακολουθεί να μας καλεί σε εγρήγορση.
Και το χρέος μας απέναντί του δεν είναι να δημιουργήσουμε έναν ακόμη μύθο, αλλά να διατηρήσουμε ζωντανή τη μνήμη ενός ανθρώπου που αρνήθηκε να συμβιβαστεί με την ανελευθερία.
Αυτό είναι το χρέος μας απέναντι στην ιστορία. Αυτό είναι το χρέος μας απέναντι στη δημοκρατία. Και αυτό είναι, τελικά, το χρέος μας απέναντι στις επόμενες γενιές. Τελειώνοντας έχω την αίσθηση ότι δεν απέδωσα επαρκώς την προσωπικότητα και την μοναδικότητα του ήρωα, που δεν ήταν μόνο ο Αγωνιστής ,ήταν ο εκφραστής ενός κόσμου που χωρίς ιδεοληψίες, εντάξεις και τυποποιήσεις έψαχνε τον τρόπο να αποτινάξει οριστικά το ιστορικό πλαίσιο που εμπόδιζε την Ελλάδα να είναι μια ελεύθερη δημοκρατική χώρα. Με παρηγορεί το γεγονός ότι οι εξαιρετικοί Ακαδημαϊκοί και οι κ.κ. Σηφουνάκης και Κλωνιζάκης, που ακολουθούν στο βήμα, θα καλύψουν αυτή την έλλειψή μου.
Σας ευχαριστώ.





