ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΕΔΡΟ ΤΟΥ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ ΠΑΝΤΕΛΗ ΠΕΤΣΕΤΑΚΗ
Τα βασικά ερωτήματα για την αντιμετώπιση της ακρίβειας και την εξάλειψη της οικονομικής πίεσης που βιώνουν τα νοικοκυριά, δεν απαντήθηκαν τελικά κατά τη διάρκεια της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης.
Ο Πρωθυπουργός και οι πολιτικοί αρχηγοί είπαν πολλά και δεσμεύθηκαν για περισσότερα αλλά η αλήθεια της καθημερινότητας δεν αφήνει μεγάλα περιθώρια αισιοδοξίας.
Η ανάλυση στην οποία προβαίνει ο Πρόεδρος του Περιφερειακού Τμήματος Δυτικής Κρήτης του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδας κ. Παντελής Πετσετάκης, για την εφημερίδα «Ρέθεμνος», αποκαλύπτει πως το ζητούμενο της αντιμετώπισης της ακρίβειας παραμένει ενώ το πέρασμα σε μια παραγωγική οικονομία με καλά αμειβόμενη εργασία, συνεχίζει να αποτελεί μια προοπτική χωρίς συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα.
«Η 90ή Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης ολοκληρώθηκε αφήνοντας πίσω της ένα ιδιαίτερα πυκνό πεδίο οικονομικών εξαγγελιών και πολιτικών προτάσεων» σημειώνει ο Παντελής Πετσετάκης για να τονίσει: «Κυβέρνηση και κόμματα της αντιπολίτευσης παρουσίασαν διαφορετικές προσεγγίσεις για την ακρίβεια, τη φορολογία, τους μισθούς και τις συντάξεις, το στεγαστικό πρόβλημα, το ιδιωτικό χρέος και, κυρίως, το παραγωγικό μοντέλο που χρειάζεται η χώρα. Για το Οικονομικό Επιμελητήριο, όμως, η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται στην πολιτική αντιπαράθεση. Η οικονομία απαιτεί αριθμούς, δημοσιονομική τεκμηρίωση, αποτελεσματικότητα και μετρήσιμο αποτέλεσμα στην πραγματική ζωή των πολιτών και των επιχειρήσεων».
ΟΙ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΕΣ ΕΞΑΓΓΕΛΙΕΣ
Εκ του αποτελέσματος θα κριθούν οι κυβερνητικές εξαγγελίες, λέει με νόημα ο Πρόεδρος των Οικονομολόγων της Δυτικής Κρήτης και σχολιάζει: «Η κυβέρνηση παρουσίασε ένα πολυετές πρόγραμμα παρεμβάσεων με ορίζοντα έως το 2030. Σύμφωνα με την επίσημη εξειδίκευση, οι βασικοί άξονες είναι η ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος, η τόνωση ιδιωτικών και δημόσιων επενδύσεων, η κοινωνική πολιτική με έμφαση στη στέγη, το δημογραφικό και την υγεία, καθώς και η ενεργειακή αυτονομία και η μείωση του ενεργειακού κόστους.
Μεταξύ των παρεμβάσεων περιλαμβάνονται αλλαγές στη φορολογία επιχειρήσεων και ελεύθερων επαγγελματιών, σταδιακή μείωση της προκαταβολής φόρου για τα νομικά πρόσωπα, μέτρα για αγρότες και οικογένειες, νέες παρεμβάσεις στις συντάξεις και στους μισθούς, καθώς και μέτρα για το στεγαστικό. Παράλληλα, προβλέπεται σημαντική αύξηση του συγχρηματοδοτούμενου Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων μέχρι το 2030.
Οι παρεμβάσεις αυτές πρέπει να αξιολογηθούν όχι μόνο ως προς το ονομαστικό τους ύψος, αλλά κυρίως ως προς το καθαρό αποτέλεσμα που θα έχουν στο διαθέσιμο εισόδημα μετά τον πληθωρισμό και το αυξημένο κόστος στέγασης, ενέργειας και βασικών αγαθών».
ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗΣ
Αντιστοίχως, σχολιάζοντας την «απάντηση» της αντιπολίτευσης στις εξαγγελίες της κυβέρνησης, ο Παντελής Πετσετάκης τονίζει: «Από την πλευρά του ΠΑΣΟΚ, ο Νίκος Ανδρουλάκης παρουσίασε ένα πρόγραμμα με επίκεντρο την ακρίβεια, τους μισθούς, το στεγαστικό και την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου. Μεταξύ των προτάσεων που παρουσιάστηκαν περιλαμβάνονται η επαναφορά 13ου μισθού στο Δημόσιο και 13ης σύνταξης, παρεμβάσεις στην αγορά εργασίας, πολιτικές για τη στέγη, καθώς και μεγαλύτερη αξιοποίηση της Αναπτυξιακής Τράπεζας για τη χρηματοδότηση επενδύσεων και επιχειρήσεων.
Στη ΔΕΘ παρουσιάστηκαν επίσης διαφορετικές προσεγγίσεις από τα υπόλοιπα κόμματα. Το ΚΚΕ έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην άμεση ενίσχυση μισθών και συντάξεων και στην αποκατάσταση, κατά την προσέγγισή του, των εισοδηματικών απωλειών των προηγούμενων ετών. Η Ελληνική Λύση επικέντρωσε την κριτική της στην ακρίβεια, στην αγοραστική δύναμη και στη λειτουργία της αγοράς, αμφισβητώντας την αποτελεσματικότητα των κυβερνητικών παρεμβάσεων. Αντίστοιχα, και οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις παρουσίασαν ή ανέπτυξαν διαφορετικές προτάσεις για την οικονομία, το κοινωνικό κράτος και το διαθέσιμο εισόδημα».
ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΕΡΩΤΗΜΑ: ΤΙ ΜΕΝΕΙ ΣΤΗΝ ΤΣΕΠΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ;
Ωστόσο, το πραγματικό ερώτημα για το τι μένει στην τσέπη του πολίτη, παραμένει αναπάντητο μετά τις τόσες εξαγγελίες και ο κ. Πετσετάκης δήλωσε σχετικά:
«Πέρα από τις διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες, η ουσία για τον οικονομολόγο είναι συγκεκριμένη: ποια μέτρα μπορούν να αυξήσουν πραγματικά και διατηρήσιμα το διαθέσιμο εισόδημα χωρίς να δημιουργούν νέες δημοσιονομικές ανισορροπίες;
Δεν αρκεί μια ονομαστική αύξηση μισθού ή σύνταξης εάν αυτή απορροφάται από το κόστος στέγασης, των τροφίμων, της ενέργειας και των υπηρεσιών. Ούτε αρκεί μια φορολογική ελάφρυνση εάν μια μικρομεσαία επιχείρηση εξακολουθεί να αντιμετωπίζει υψηλό κόστος χρηματοδότησης, ενέργειας, μισθοδοσίας και πρώτων υλών».
Επικεντρώνοντας στα ζητήματα της οικονομίας του νησιού μας, ο κ. Πετσετάκης είπε χαρακτηριστικά: «Στην Κρήτη, η πίεση αυτή αποτυπώνεται ήδη στα νοικοκυριά. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία της αγοράς, οι ζητούμενες τιμές ενοικίασης κατοικιών σε Χανιά και Ρέθυμνο έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, με τις μέσες ζητούμενες τιμές σε αρκετές περιοχές να κινούνται περίπου στα 10–14 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Ένα διαμέρισμα 60 τετραγωνικών μέτρων μπορεί, συνεπώς, να απαιτεί μηνιαίο ενοίκιο της τάξης των 600–840 ευρώ, χωρίς να υπολογίζονται κοινόχρηστα, ενέργεια και λοιπά έξοδα. Για έναν εργαζόμενο με καθαρό μηνιαίο εισόδημα 900–1.100 ευρώ, το ενοίκιο μπορεί να απορροφά περισσότερο από το μισό του εισοδήματός του.
Η εικόνα είναι ακόμη δυσκολότερη για τους εποχικά εργαζόμενους. Στον τουρισμό και στην εστίαση, μεγάλο μέρος της απασχόλησης συγκεντρώνεται στους μήνες Απρίλιο έως Οκτώβριο, ενώ η διάρκεια και η ένταση της εργασίας διαφέρουν σημαντικά ανά επιχείρηση. Η εποχικότητα δημιουργεί εισοδηματικά κενά κατά τους χειμερινούς μήνες και καθιστά δυσκολότερη την πρόσβαση σε μόνιμη κατοικία, τραπεζική χρηματοδότηση και σταθερό οικογενειακό προγραμματισμό. Παράλληλα, η έλλειψη προσωπικού στον τουρισμό και στην εστίαση δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο η προσφορά εργασίας, αλλά και η ποιότητα των αμοιβών, η στέγαση και οι συνθήκες απασχόλησης.
Χρειάζεται συνεπώς να περάσουμε από την οικονομία των επιδομάτων και των αποσπασματικών παρεμβάσεων σε μια οικονομία παραγωγικότητας, επενδύσεων, ανταγωνιστικότητας και καλύτερα αμειβόμενης εργασίας».
Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΤΩΝ ΜΙΚΡΟΜΕΣΑΙΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ
«Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της οικονομικής δραστηριότητας στην Κρήτη» λέει ο πρόεδρος του τοπικού παραρτήματος του οικονομικού επιμελητηρίου και επισημαίνει:
«Το ζητούμενο δεν είναι μόνο η μείωση ενός φορολογικού συντελεστή. Είναι η συνολική βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος: πρόσβαση στη χρηματοδότηση, χαμηλότερο ενεργειακό κόστος, σταθερό φορολογικό πλαίσιο, λιγότερη γραφειοκρατία, αξιοποίηση των ψηφιακών εργαλείων και πραγματική δυνατότητα συμμετοχής των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στα χρηματοδοτικά προγράμματα.
Το κόστος ενέργειας παραμένει κρίσιμος παράγοντας. Μια μικρή ξενοδοχειακή μονάδα, ένα αρτοποιείο, ένα εστιατόριο ή μια μονάδα τυποποίησης αγροτικών προϊόντων αντιμετωπίζει υψηλές ανάγκες ηλεκτρικής ενέργειας, ψύξης, θέρμανσης και παραγωγής. Ακόμη και όταν οι χονδρεμπορικές τιμές αποκλιμακώνονται, οι τελικοί λογαριασμοί επιβαρύνονται από ρυθμιζόμενες χρεώσεις, φόρους, κόστος δικτύου και περιορισμένη δυνατότητα διαπραγμάτευσης. Για πολλές μικρές επιχειρήσεις, η ενέργεια μπορεί να αντιπροσωπεύει διψήφιο ποσοστό του λειτουργικού κόστους, ιδιαίτερα στους κλάδους της εστίασης, της φιλοξενίας, της μεταποίησης και της αγροτικής παραγωγής.
Εξίσου σημαντική είναι η πρόσβαση στη χρηματοδότηση. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις της περιφέρειας συχνά αντιμετωπίζουν υψηλότερο κόστος δανεισμού, αυστηρότερα κριτήρια πιστοληπτικής αξιολόγησης και απαίτηση εμπράγματων εξασφαλίσεων. Η αύξηση των επιτοκίων τα προηγούμενα χρόνια επιβάρυνε ιδιαίτερα τις επιχειρήσεις με κεφάλαιο κίνησης ή κυμαινόμενα δάνεια. Παράλληλα, σημαντικό μέρος των διαθέσιμων πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, του ΕΣΠΑ και των τραπεζικών εργαλείων κατευθύνεται σε επιχειρήσεις που διαθέτουν οργανωμένα λογιστήρια, επαρκείς εξασφαλίσεις και δυνατότητα σύνταξης σύνθετων επενδυτικών φακέλων.
Η πρόκληση είναι να διευρυνθεί η πρόσβαση. Χρειάζονται μικρότερα χρηματοδοτικά εργαλεία, εγγυοδοσία για επιχειρήσεις χωρίς επαρκείς εξασφαλίσεις, απλούστερες διαδικασίες, χαμηλότερο κόστος αξιολόγησης και τεχνική υποστήριξη για την προετοιμασία επενδυτικών σχεδίων. Η Αναπτυξιακή Τράπεζα, οι συνεταιριστικές δομές, τα επιμελητήρια και οι επαγγελματικοί φορείς μπορούν να διαδραματίσουν ουσιαστικό ρόλο σε αυτή την κατεύθυνση.
Η ανάπτυξη δεν μπορεί να αφορά μόνο τις μεγάλες επιχειρήσεις που διαθέτουν εύκολη πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση και επενδυτικά κεφάλαια. Πρέπει να φτάνει μέχρι τη μικρή τουριστική επιχείρηση, το εμπορικό κατάστημα, τον επαγγελματία, τον παραγωγό και τη μεταποιητική μονάδα της περιφέρειας».
Η ΔΥΤΙΚΗ ΚΡΗΤΗ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΣΤΟΧΕΥΜΕΝΗ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Για τα Χανιά και το Ρέθυμνο η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς τα προβλήματα είναι σύνθετα και απαιτούνται συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές οικονομικής ανάπτυξης.
Ερωτηθείς σχετικά ο Παντελής Πετσετάκης, δήλωσε, ότι «Η Κρήτη διαθέτει ισχυρό τουριστικό προϊόν, σημαντικό πρωτογενή τομέα, ποιοτικά αγροδιατροφικά προϊόντα, πανεπιστημιακά και ερευνητικά ιδρύματα και ανθρώπινο δυναμικό υψηλού επιπέδου. Ταυτόχρονα, όμως, αντιμετωπίζει αυξημένο κόστος κατοικίας, εποχικότητα στην απασχόληση, δυσκολίες εύρεσης εργατικού δυναμικού, ενεργειακό και μεταφορικό κόστος και σημαντικές ανάγκες σε υποδομές».
Ο ίδιος συνέχισε επισημαίνοντας: «Το στεγαστικό, ειδικά στις τουριστικές περιοχές της Κρήτης, δεν αποτελεί πλέον μόνο κοινωνικό πρόβλημα. Μετατρέπεται σταδιακά και σε πρόβλημα λειτουργίας της ίδιας της οικονομίας, καθώς εργαζόμενοι δυσκολεύονται να βρουν κατοικία σε κόστος συμβατό με το εισόδημά τους. Η βραχυχρόνια μίσθωση, η περιορισμένη προσφορά κατοικιών και η συγκέντρωση της ζήτησης σε τουριστικές περιοχές εντείνουν την πίεση. Απαιτείται συνδυασμός πολιτικών: αξιοποίηση δημόσιων και δημοτικών ακινήτων, κίνητρα για μακροχρόνια μίσθωση, φοιτητική και εργατική κατοικία, καθώς και χωρικός σχεδιασμός που θα συνδέει την τουριστική ανάπτυξη με τις ανάγκες των μόνιμων κατοίκων.
Παράλληλα, η αγροτική παραγωγή βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξημένο κόστος ενέργειας και εφοδίων, αλλά και με τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής. Η σύνδεση του πρωτογενούς τομέα με τον τουρισμό, τη μεταποίηση και τις εξαγωγές μπορεί να δημιουργήσει πολύ μεγαλύτερη τοπική προστιθέμενη αξία. Η ενεργειακή αυτονομία μέσω ενεργειακών κοινοτήτων, φωτοβολταϊκών για αγροτική χρήση και επενδύσεων σε αποδοτικότερο εξοπλισμό μπορεί να μειώσει το κόστος παραγωγής, υπό την προϋπόθεση ότι οι μικροί παραγωγοί και οι συνεταιρισμοί θα έχουν πρόσβαση στη χρηματοδότηση».
ΑΠΟ ΤΗ ΔΕΘ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ 2030
Ποια είναι, λοιπόν, η διαδρομή από την ΔΕΘ στην οικονομία του 2030; Στο βασικό αυτό ερώτημα ο Πρόεδρος του Περιφερειακού Τμήματος Δυτικής Κρήτης του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδας κ. Παντελής Πετσετάκης, απαντά:
«Οι διαφορετικές οικονομικές προτάσεις που παρουσιάστηκαν στη ΔΕΘ αποτελούν χρήσιμο υλικό για δημόσιο διάλογο. Εκείνο όμως που χρειάζεται η ελληνική οικονομία είναι ένα συνεκτικό και μακροπρόθεσμο σχέδιο.
Ένα σχέδιο που θα συνδυάζει τη δημοσιονομική σταθερότητα με την κοινωνική συνοχή. Την αύξηση των πραγματικών εισοδημάτων με την αύξηση της παραγωγικότητας. Τη στήριξη της επιχειρηματικότητας με δίκαιη φορολογία. Τις επενδύσεις με τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας. Και την ανάπτυξη της χώρας με ισχυρή περιφερειακή ανάπτυξη.
Για την Κρήτη, οι προτεραιότητες μπορούν να αποτυπωθούν με σαφείς και μετρήσιμους στόχους: μείωση του κόστους στέγασης για εργαζόμενους και νέους, επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου με σταθερότερη απασχόληση, περιορισμός του ενεργειακού κόστους για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, ευκολότερη πρόσβαση των μικρομεσαίων σε δάνεια και εγγυήσεις, καθώς και μεγαλύτερη σύνδεση του τουρισμού με την τοπική παραγωγή.
Το Οικονομικό Επιμελητήριο οφείλει να συμβάλλει σε αυτόν τον διάλογο με επιστημονική τεκμηρίωση και χωρίς κομματικές παρωπίδες.
Για εμάς στη Δυτική Κρήτη το βασικό ερώτημα μετά τη ΔΕΘ είναι απλό: Πόσο από την ανάπτυξη θα φτάσει τελικά στην πραγματική οικονομία, στη μικρομεσαία επιχείρηση, στον εργαζόμενο, στον συνταξιούχο, στον νέο που αναζητά κατοικία, στον αγρότη και στην ελληνική περιφέρεια; Εκεί θα κριθεί στην πράξη η αποτελεσματικότητα κάθε οικονομικής πολιτικής».
