ΟΙ ΠΙΟ ΑΥΣΤΗΡΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ
Έντονη ανησυχία προκαλεί στην τοπική κοινωνία του Ρεθύμνου η αυστηρή εφαρμογή των αναγκαστικών μέτρων είσπραξης για ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο. Σύμφωνα με πληροφορίες, το τελευταίο διάστημα καταγράφονται αρκετές περιπτώσεις μικρών επιχειρηματιών και μισθωτών που βρίσκονται αντιμέτωποι με κατασχέσεις τραπεζικών λογαριασμών, απαιτήσεων από πελάτες και ακόμη και μισθών μέσω των εργοδοτών τους. Οι περισσότερες από αυτές τις οφειλές δεν αφορούν μεγάλα ποσά, αλλά παλαιά χρέη που συσσωρεύτηκαν μέσα στα χρόνια και διογκώθηκαν από τόκους και προσαυξήσεις.
Κατάσχεση πελατών μικρομεσαίων επιχειρήσεων
Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν περιπτώσεις επιχειρήσεων στο Ρέθυμνο με παλαιό χρέος κάτω των 20.000 ευρώ, από το οποίο χρέος, τα μισά τουλάχιστον αφορούν τόκους και προσαυξήσεις. Αρχικά και αφού η εφορία προχώρησε σε κατάσχεση τραπεζικών λογαριασμών επιχειρηματιών, χωρίς όμως να βρει διαθέσιμα χρήματα, ενεργοποίησε ένα ακόμη πιο αυστηρό μέτρο, αυτό της κατάσχεσης των πελατών.
Δηλαδή, η εφορία απέστειλε κατασχετήρια σε πελάτες των επιχειρήσεων, ενημερώνοντάς τους ότι τα ποσά που οφείλουν για προϊόντα ή υπηρεσίες δεν πρέπει πλέον να καταβληθούν στον προμηθευτή τους αλλά απευθείας στο Δημόσιο.
Η διαδικασία αυτή δημιουργεί ένα ιδιαίτερα ασφυκτικό περιβάλλον για όλους τους εμπλεκόμενους. Οι πελάτες των επιχειρήσεων που λαμβάνουν το σχετικό έγγραφο οφείλουν μέσα σε οκτώ ημέρες να μεταβούν στο Πρωτοδικείο και να δηλώσουν ότι αποδέχονται την κατάσχεση και ότι στο εξής θα καταθέτουν τα ποσά των τιμολογίων σε συγκεκριμένο λογαριασμό της εφορίας. Αν δεν το πράξουν, κινδυνεύουν να βρεθούν οι ίδιοι αντιμέτωποι με οικονομικές επιβαρύνσεις για τα ποσά που θα συνεχίσουν να καταβάλλουν στις επιχειρήσεις. Η εναλλακτική που τους απομένει είναι να δηλώσουν ότι διακόπτουν κάθε συνεργασία με τους συγκεκριμένους προμηθευτές.
Στην πράξη, οι περισσότεροι πελάτες επιλέγουν να απομακρυνθούν από την επιχείρηση προκειμένου να αποφύγουν τη γραφειοκρατία αλλά και την εμπλοκή τους σε μία διαδικασία που τους δημιουργεί ανασφάλεια. Έτσι, η επιχείρηση χάνει σταδιακά το πελατολόγιό της και πολύ σύντομα αδυνατεί να συνεχίσει τη δραστηριότητά της και να παραμείνει βιώσιμη.
Οι δυνατότητες που έχουν σήμερα στη διάθεσή τους οι επιχειρηματίες είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Μπορούν είτε να ενταχθούν σε ρύθμιση 24 δόσεων, η οποία συνεπάγεται πολύ υψηλή μηνιαία καταβολή για τα οικονομικά τους δεδομένα, είτε να υποβάλουν αίτηση στον εξωδικαστικό μηχανισμό. Ωστόσο, η διαδικασία του εξωδικαστικού απαιτεί συνήθως αρκετούς μήνες μέχρι να εξεταστεί και να ολοκληρωθεί, χωρίς μάλιστα να υπάρχει καμία βεβαιότητα ότι τελικά θα εγκριθεί.
Κατάσχεση μισθών μέσω των εργοδοτών
Ανάλογες πιέσεις δέχονται και μισθωτοί με παλαιές οφειλές. Σε περιπτώσεις που έχουν καταγραφεί, εργαζόμενοι σε τοπικές επιχειρήσεις, με χρέος άνω των 10.000 ευρώ βρέθηκαν αντιμέτωποι με κατάσχεση μισθού.
Αρχικά δεσμεύτηκαν οι τραπεζικοί λογαριασμοί τους. Επειδή όμως ο μισθός τους βρίσκεται κάτω από το ακατάσχετο όριο, το οποίο σήμερα ανέρχεται στα 1.600 ευρώ, η εφορία δεν μπορούσε να εισπράξει χρήματα μέσω της τράπεζας.
Η συνέχεια ήταν ακόμη πιο δύσκολη για τους εργαζόμενους. Η υπηρεσία απέστειλε κατασχετήριο στους εργοδότες τους, ζητώντας να αποδίδονται οι αποδοχές των εργαζομένων απευθείας σε λογαριασμό του Δημοσίου λόγω των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους.
Η εξέλιξη αυτή δημιούργησε σοβαρό πρόβλημα τόσο στους ίδιους τους εργαζόμενους όσο και στην επιχείρηση όπου εργάζονται. Οι εργαζόμενοι αναζητούν τρόπο να προστατεύσουν το μοναδικό του εισόδημα, ενώ οι εργοδότες καλούνται να διαχειριστούν μία ιδιαίτερα σύνθετη διαδικασία που μεταφέρει και στις επιχειρήσεις το βάρος της εκτέλεσης των μέτρων.
Εισπρακτική πολιτική
Περιπτώσεις όπως αυτές αποτυπώνουν την αυστηρότητα με την οποία εφαρμόζεται σήμερα η εισπρακτική πολιτική απέναντι σε φορολογούμενους που δεν διαθέτουν μεγάλη οικονομική επιφάνεια. Πρόκειται για ανθρώπους που εξακολουθούν να εργάζονται και να προσπαθούν να διατηρήσουν τις επιχειρήσεις και τις οικογένειές τους, χωρίς όμως να έχουν τη δυνατότητα να εξοφλήσουν άμεσα χρέη που δημιουργήθηκαν πριν από αρκετά χρόνια και τα οποία στο μεταξύ επιβαρύνθηκαν σημαντικά από τόκους.
Από την άλλη πλευρά, θα πρέπει να αναγνωρισθεί ότι οι υπάλληλοι της ΔΟΥ Ρεθύμνου δεν αποφασίζουν οι ίδιοι την εφαρμογή αυτών των μέτρων. Οι υπηρεσίες λειτουργούν βάσει συγκεκριμένων οδηγιών και υποχρεώσεων που προέρχονται από το Υπουργείο Οικονομικών και την κεντρική φορολογική διοίκηση. Η μη εφαρμογή των προβλεπόμενων διαδικασιών μπορεί να επιφέρει ακόμη και πειθαρχικές συνέπειες για τους υπαλλήλους.
Ωστόσο, πολλοί εκφράζουν τον προβληματισμό ότι, έχοντας πλήρη εικόνα των οικονομικών στοιχείων κάθε οφειλέτη, είναι εμφανές σε αρκετές περιπτώσεις πως πρόκειται για ανθρώπους χωρίς πραγματική οικονομική δυνατότητα. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο η εξάντληση όλων των εισπρακτικών μέτρων σε μικρές επιχειρήσεις και χαμηλόμισθους εργαζομένους οδηγεί τελικά στην είσπραξη των οφειλών ή αν, αντίθετα, οδηγεί στην οικονομική τους κατάρρευση.
Η κατάσχεση πελατών μπορεί να στερήσει από μία επιχείρηση κάθε δυνατότητα εμπορικής δραστηριότητας, καθώς κανείς δεν επιθυμεί να εμπλακεί σε πολύπλοκες διαδικασίες για την εξόφληση ενός τιμολογίου. Αντίστοιχα, η κατάσχεση μισθού μέσω του εργοδότη δημιουργεί συνθήκες οικονομικής ασφυξίας για έναν εργαζόμενο που προσπαθεί απλώς να συντηρήσει την οικογένειά του.
Απουσία ευέλικτων ρυθμίσεων
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, σύμφωνα με όσους γνωρίζουν τη λειτουργία του συστήματος, είναι η απουσία ευέλικτων ρυθμίσεων για μικρές οφειλές. Σήμερα η βασική δυνατότητα είναι η ρύθμιση των 24 δόσεων, η οποία για πολλούς φορολογούμενους παραμένει οικονομικά δυσβάσταχτη. Ωστόσο, δεν υπάρχει μία ευρύτερη ρύθμιση με περισσότερες δόσεις που να επιτρέπει σε μικρούς επαγγελματίες και εργαζομένους να εξοφλήσουν σταδιακά παλαιές οφειλές από φόρους εισοδήματος, ΕΝΦΙΑ, πρόστιμα και άλλες φορολογικές υποχρεώσεις που συσσωρεύτηκαν μέσα στα χρόνια.
Οι συγκεκριμένες υποθέσεις επαναφέρουν στο προσκήνιο τη συζήτηση για την ανάγκη εξισορρόπησης ανάμεσα στην υποχρέωση του κράτους να εισπράττει τα δημόσια έσοδα και στην ανάγκη να παραμένουν ζωντανές οι μικρές επιχειρήσεις και οι άνθρωποι που εξακολουθούν να εργάζονται και να παράγουν.
Τα βαριά εισπρακτικά μέτρα οδηγούν έναν επαγγελματία να χάσει τους πελάτες του ή έναν εργαζόμενο να χάσει ουσιαστικά το εισόδημά του. Εκείνο που δεν υπολογίστηκε είναι ότι το ζητούμενο δεν είναι η είσπραξη των οφειλών με κάθε τρόπο, αλλά και η διατήρηση της κοινωνικής και οικονομικής συνοχής.
Πάντως, όπως όλα δείχνουν, το ζήτημα δεν αφορά λίγους μεμονωμένους οφειλέτες, αλλά ένα ευρύτερο κομμάτι της τοπικής κοινωνίας που παλεύει να παραμείνει οικονομικά ενεργό ενώ βρίσκεται αντιμέτωπο με ολοένα πιο αυστηρά εισπρακτικά μέτρα.
