Με αφορμή τις αλλαγές στο περιβάλλον που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια, πραγματοποιήθηκε στα Ανώγεια, εσπερίδα ενημέρωσης κι ευαισθητοποίησης με θέμα: «Πώς αντιλαμβανόμαστε τις φυσικές καταστροφές και την κλιματική κρίση στις ορεινές κοινότητες του Ψηλορείτη;» από το Παγκόσμιο Γεωπάρκο UNESCO Ψηλορείτη, το Δήμο Ανωγείων και το Κέντρο Εκπαίδευσης για το Περιβάλλον και την Αειφορία Ανωγείων. Για το θέμα αυτό μίλησε ο Γεωλόγος, ΕΔΙΠ Πανεπιστημίου Κρήτης, Πρόεδρος Παγκόσμιου Γεωπάρκου UNESCO Ψηλορείτη και Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου των Παγκόσμιων Γεωπάρκων UNESCO, Χαράλαμπος Φασουλάς.
Συνέντευξη: Σταύρος Ρακιντζής
Τι έχετε διαπιστώσει παρακολουθώντας την κατάσταση όπως εξελίσσεται στον ορεινό όγκο του Ψηλορείτη;
«Είναι επιτακτική ανάγκη η διαρκής ενημέρωση και η ευαισθητοποίηση όλων των πληθυσμών και όλων των κοινοτήτων. Είναι επιτακτική ανάγκη οι πολίτες να ενημερώνονται σωστά και τεκμηριωμένα για όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας. Είναι όντως πολλά τα ζητήματα. Οι λύσεις δεν είναι εύκολες, γιατί σε παγκόσμιο επίπεδο, αντιμετωπίζουμε αυτά τα έντονα καιρικά φαινόμενα. Είναι ζητήματα τα οποία τώρα προσπαθούμε να τα αναλύσουμε, να τα εξειδικεύσουμε, να βρούμε τρόπους αντιμετώπισης, τρόπους προσαρμογής μέσα από διάφορα έργα και συζητήσεις, όπως για παράδειγμα ένα έργο στο οποίο συμμετέχουμε και αφορά τον πεδινό Μυλοπόταμο και το Αρκάδι.
Ακόμα και οι ορεινές κοινότητες, γιατί ένα ερώτημα το οποίο συχνά τίθεται, είναι το ίδιο έντονα τα προβλήματα πάνω στο βουνό σε σχέση με την παραλία; Μπορεί να μην είναι το ίδιο έντονα, υπάρχουν όμως και εκεί αντίστοιχα προβλήματα και ζητήματα και μπορεί να υπάρχουν και διαφορετικά προβλήματα, όπως για παράδειγμα, οι πλημμύρες, που είναι ένα φαινόμενο που συνήθως το βλέπουμε σε παράκτιες και πεδινές ζώνες. Υπάρχει αντίστοιχα όμως το πρόβλημα της λειψυδρίας το οποίο είναι πιο έντονο στις ορεινές κοινότητες, οι οποίες για παράδειγμα υδρεύονται από πηγές. Η πηγή είναι το πιο ευαίσθητο υδρολογικό στοιχείο όταν έχουμε λειψυδρία και ξηρασία, γιατί είναι οι πρώτες που θα στερέψουν, ειδικά στις ορεινές περιοχές, Άρα και εκεί υπάρχουν προβλήματα και υπάρχουν και τα προβλήματα με τις αλλαγές στη βιοποικιλότητα. Η ξηρασία δεν ευνοεί την ανάπτυξη βλάστησης, υπάρχει πρόβλημα στην κτηνοτροφία, από κει που τάιζαν τέσσερις μήνες τα πρόβατα τώρα πρέπει να ταΐζουν 7. Υπάρχει μία αλυσίδα επιπτώσεων τελικά που ακολουθεί το κάθε φαινόμενο, το οποίο καταλήγει τελικά στους ανθρώπους οι οποίοι θα πρέπει να το διαχειριστούν».
Ο Ψηλορείτης πόσο έχει επηρεαστεί;
«Το πιο απλό, όταν για παράδειγμα κοιτάζαμε τον Ψηλορείτη τον Ιούνιο, άλλες χρονιές, βλέπαμε λωρίδες χιονιού να υπάρχουν εκεί και να διατηρούνται για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αυτό πλέον αρχίζει και είναι λίγο σπάνιο και δεν είναι μόνο αυτό. Είναι ότι και το χιόνι πάνω στο βουνό δεν έχει και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά, δηλαδή δεν πέφτει Δεκέμβρη, Γενάρη το οποίο θα παγώσει πάρα πολύ στη συνέχεια και να διατηρηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, να λιώσει αργά και να τροφοδοτήσει και τις πηγές και τους υπόγειους υδροφορείς στις πεδινές ζώνες. Ήδη δηλαδή αυτά τα κλιματικά χαρακτηριστικά τα βλέπουμε. Η ξηρασία για παράδειγμα είναι ένα σοβαρό πρόβλημα. Εμείς στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας για χρόνια όταν συζητούσαμε για την άνοιξη στην Κρήτη, λέγαμε ότι η Κρήτη έχει δύο φορές άνοιξη, δηλαδή μία είναι η πραγματική τον Μάρτη, Απρίλη, Μάη, αλλά υπάρχει και μία άνοιξη που είναι τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο με τις πρώτες βροχές, που ξανά αναζωογονείται η φύση, καινούργια φυτά, καινούργια λουλούδια εμφανίζονται. Φέτος, αλλά και πέρυσι αυτή η φθινοπωρινή άνοιξη δεν ήρθε. Δεν έβρεξε, αλλά έβρεξε ελάχιστα και αυτοί που περπατούν πάνω στα βουνά θα δουν ότι η γη ήταν ξερή, ακόμα και τον Οκτώβριο, ακόμη και πριν από 15 ημέρες πριν τις πρώτες σημαντικές βροχές. Όντως φαίνονται όλα αυτά τα προβλήματα και πάνω στο βουνό».
Πως επηρεάζει αυτή η κατάσταση τη χλωρίδα και την πανίδα στον Ψηλορείτη;
«Αυτό που παρατηρούμε τα τελευταία δύο, με τρία χρόνια, που ελπίζουμε να μη συνεχιστεί και φέτος είναι διαρκώς πολύ μεγάλες θερμοκρασίες, ακόμα και το χειμώνα, ασυνήθιστα μεγάλες μέσες μηνιαίες θερμοκρασίες ακόμα και το χειμώνα, που ισχύουν και για το βουνό. Δεν είναι μόνο στις πεδινές ζώνες αυτές οι συνθήκες, αλλά είναι και πάνω στο βουνό. Μείωση των βροχών, ξηρασία, που αυτό συνδυάζεται με δασικές πυρκαγιές, που αυτά τα φαινόμενα είναι αλληλένδετα. Αν έχεις ξηρασία και έχεις και μεγάλες θερμοκρασίες είναι βέβαιο ότι θα έχεις και δασικές πυρκαγιές. Αυτά στη συνέχεια εντείνουν το φαινόμενο της διάβρωσης των εδαφών, το οποίο κυρίως είναι έντονο στην ορεινή ζώνη σε σχέση με την πεδινή. Και βέβαια η απώλεια εδαφών στην ορεινή ζώνη, ουσιαστικά στερεί το βουνό από το φυσικό πόρο για να υπάρξει η βλάστηση και να υπάρξει η παρουσία της χλωρίδας. Στη συνέχεια αν δεν έχεις χόρτο για τη βασική δραστηριότητα του βουνού την κτηνοτροφία, δεν μπορείς να ταΐσεις τα πρόβατα και πρέπει να πληρώνεις για τις τροφές. Έτσι, μειώνεται το εισόδημα πράγμα που καταλήγει ακόμα και στην αύξηση τις τιμής των προϊόντων. Αυτό το οποίο βλέπουμε σήμερα να συμβαίνει με τις αλλαγές στο κλίμα είναι ότι μπορεί να εμφανίζεται ένα φαινόμενο κάπου, αλλά τελικά αυτή η επίπτωση αφορά σε πολύ μεγαλύτερη έκταση από τη χωρική, που εμφανίζεται το φαινόμενο.»
Τελικά αν παγιωθούν αυτά τα φαινόμενα, ο Ψηλορείτης θα γίνει ένα ξερό βουνό;
«Αυτός είναι ίσως και ο μεγαλύτερος κίνδυνος. Γιατί για παράδειγμα σε πάρα πολλές περιοχές του Ψηλορείτη, ειδικά στο βόρειο κομμάτι, εδώ και 50, 60 χρόνια υπάρχει μία αναζωογόνηση της βλάστησης, παρότι υπάρχει έντονη κτηνοτροφία, υπάρχουν πάρα πολλές περιοχές οι οποίες έχουν δασωθεί. Αν δει κανείς αεροφωτογραφίες του 1945 όλος ο Ψηλορείτης, από όποια πλευρά κι αν τον δει κανείς, ήταν ξερή πέτρα, για διάφορους λόγους υλοτομία, βόσκηση και τα λοιπά, αυτό όμως έχει αλλάξει. Υπάρχουν πάρα πολλές περιοχές, όπως στο δήμο Ανωγείων από την περιοχή του Υακίνθου μέχρι να πάει στο φαράγγι των Ζωνιανών, υπάρχουν περιοχές πάνω από τις Μαργαρίτες, υπάρχουν σημεία που υπάρχει αναζωογόνηση της δασικής βλάστησης, δηλαδή βλέπουμε δέντρα που το 1945 δεν υπήρχαν. Ο βασικός λόγος είναι ότι σταμάτησε πλέον ο κόσμος την υλοτομία για οποιαδήποτε δραστηριότητα είχε στο σπίτι του, όπως το μαγείρεμα και οτιδήποτε έκανε, χρησιμοποιούσε την ξυλεία. Δεν ήταν μόνο η υπερβόσκηση, ήταν και η χρήση που έκανε ο άνθρωπος για τις ανάγκες του και βέβαια ήταν δύσκολες εποχές, μετά τον πόλεμο και πριν τον πόλεμο. Αυτό όμως απειλείται πλέον. Αυτή η συνθήκη με τις ξηρασίες που βλέπουμε, με τις υψηλές θερμοκρασίες, με τον κίνδυνο των δασικών πυρκαγιών μπορεί να το αλλάξει δραματικά. Γιατί αν έχουμε απώλεια εδαφών, που είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος που βλέπουμε σε ορεινές ζώνες, μπορεί να μην έχουμε το φαινόμενο της ερημοποίησης όπως στις παράκτιες περιοχές, που μετατρέπεται μία περιοχή σε έρημο, αλλά έχουμε ουσιαστικά την ορεινή έρημο. Όταν δεν υπάρχει έδαφος, δεν υπάρχει βλάστηση, απώλεια της βιοποικιλότητας, πολύτιμων ειδών που βλέπουμε, έχουμε μοναδικά είδη πάνω στο βουνό, τα οποία ζουν μόνο σε κάποιες περιοχές του βουνού και πουθενά αλλού στον κόσμο. Υπάρχει λοιπόν ένας μεγάλος κίνδυνος και σε αυτήν τη διάσταση.»
Πως το διαχειριζόμαστε;
«Τι μπορεί να κάνει για παράδειγμα ο κάθε βοσκός, ο κάθε κάτοικος που δραστηριοποιείται για να βοηθήσει στη λύση αυτού του προβλήματος, όταν για παράδειγμα οι μεγάλες χώρες, οι μεγάλοι παραγωγοί δεν κάνουν τίποτα. Αυτό είναι ένα τεράστιο ζήτημα, γιατί βέβαια τα πράγματα δεν αντιμετωπίζονται μόνο σε ατομικό επίπεδο, κυρίως πρέπει να αντιμετωπιστούν σε πολιτικό επίπεδο. Χρειάζονται αποφάσεις κρατικές, χρειάζονται αποφάσεις των μεγάλων εταιρειών. Ακόμα και λίγο να συνεισφέρει ο άνθρωπος σε αυτές τις αλλαγές, αυτό το λίγο αν μπορούμε να το κάνουμε λιγότερο θα είναι προς όφελός μας. Πρέπει να βρούμε λύσεις και οι λύσεις σαφώς αφορούν και εμάς. Είναι πολλά τα ζητήματα, αλλά το βασικό είναι να ξέρουμε το πρόβλημα, να ξέρουμε τι έχουμε να αντιμετωπίσουμε, να ψάξουμε να βρούμε τις λύσεις και να τις εφαρμόσουμε, γιατί και εκεί είναι ένα ζήτημα.»
Οι τοπικές αρχές, οι υπηρεσίες, οι φορείς τι μπορούν να κάνουν;
«Οι αρχές λογικά θα πρέπει να προετοιμάζονται, θα πρέπει να έχουν αναπτύξει και τους μηχανισμούς, αλλά κυρίως τα σχέδια τα οποία ναι μεν εξειδικεύουν τα εθνικά σχέδια αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής και το περιφερειακό σχέδιο αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, αλλά θα πρέπει και αυτοί προφανώς να προετοιμάζονται για να μπορούν να αντιμετωπίσουν τέτοιες ακραίες καταστάσεις. Παράδειγμα, το πιο απλό που αφορά το νερό, πρέπει πάση θυσία να περιοριστεί η σπατάλη και η απώλεια νερού που γίνεται αρχικά από τα δίκτυα. Δηλαδή όταν μιλάμε για ένα δήμο θα πρέπει όσο το δυνατόν να περιορίσει την απώλεια των δικτύων και να κάνει όσο δυνατόν μπορεί ανακύκλωση του νερού. Θα πρέπει ίσως να δημιουργήσει υποδομές που θα αντιμετωπίζουν προβλήματα, όπως για παράδειγμα τον κίνδυνο των πλημμυρών, τον κίνδυνο απώλειας εδαφών, συγκράτησης νερού. Άρα υπάρχουν διάφορα επίπεδα στα οποία νομίζω ότι προσπαθούν να δραστηριοποιηθούν οι τοπικές αυτοδιοικήσεις, γιατί τα προβλήματα τα ζούμε.»
