Η Ευρώπη, με αυξημένο αίσθημα της αξίας της ανθρώπινης ζωής και της ειρήνης, δεν πρέπει και δεν επιδιώκει νομίζω ορθά να εμπλακεί σε πόλεμο για να διεκδικήσει την ειρήνη. Το πιο μεγάλο της όπλο είναι η διπλωματία, η πολιτική κι όμως δυστυχώς, στον τρίτο πόλεμο στην καρδιά της μετά το Β΄ Παγκόσμιο (θυμίζω την εισβολή στην κύπρο και τη Γιουκοσλαβία) πάλι δεν κατάφερε να αξιοποιήσει αυτή την ισχύ της.
Η ενεργειακή της εξάρτηση από τη μια, αλλά και οι υπέρτερες εθνικές της συλλογικής εξωτερικής πολιτικής, δεν άφησαν την Ένωση να επιδείξει τη διπλωματική ισχύ της απέναντι στη Μόσχα πριν τήν έναρξη της εισβολής από τη μια, αλλά κι από την άλλη φαίνεται να αλλάζουν λίγο για να μπούμε και στο θέμα των επιπτώσεων τη φυσιογνωμία της. Διότι αν και θα περίμενε κανείς η κρίση αυτή να ενισχύσει το μηχανισμό ειρήνης και διπλωματίας της Ευρώπης αυτό που φαίνεται να κάνει είναι να μετατοπίζει την Ευρώπη προς τα σκοτεινά της χρόνια.
Τα τεράστια κονδύλια για πολεμικές μηχανές που ανακοίνωσε η Γερμανία ως αμεσο μέτρο μετά τον πόλεμο, η ανάκληση στην πολιτική επικαιρότητα του ευρωστρατού, τα θανατηφόρα όπλα που αποφάσισαν να στείλουν κάποιες χώρες στην Ουκρανία, και δυστυχώς σε αυτό σύρθηκε και η Ελλάδα χωρίς μάλιστα καν να συνεννοηθεί με την Κύπρο θέτοντας σε κίνδυνο και το ενιαίο αμυντικό δόγμα, δεν είναι καλοί οιωνοί για το σπουδαίο κατά Χάμπερμας εγχείρημα ειρήνης και πολιτισμού της Ενωμένης Ευρώπης των λαών.
Εδώ είναι και ο ρόλος της αριστεράς και των ευρωπαϊκών προοδευτικών δυνάμεων της ειρήνης. Η πίεση προς τις κοινές πολιτικές, προς μια ευρώπη των ευρωπαίων, προς μια ευρώπη ανεξάρτητη από εξωτερικές δεσμεύσεις, μακρια απο τη μάχη Απω Ανατολής κι Απωτερης Δύσης, μια Ευρωπη που να μπορεί να πραγματώσει τις αξίες της και μια Ευρώπη που θα μπορεί δια του πρωτείου της πολιτικής να διασφαλίσει την ειρήνη τουλάχιστον στο εσωτερικό της αλλά και στη μεγαλύτερη γειτονιά της.
