Οι μέλισσες καταλήγουν να είναι τα θύματα ενός ακήρυχτου πολέμου που εξελίσσεται τα τελευταία χρόνια με όπλα τα φυτοφάρμακα, την κλιματική αλλαγή αλλά και τις σφήγκες.
Αυτά δήλωσαν σε γενικές γραμμές, τόσο η πρόεδρος του Μελισσοκομικού Συλλόγου Ρεθύμνου «Μελιτεύς» κ. Χριστίνα Κουβαρά, όσο και ο αντιπρόεδρος του Συλλόγου και πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Ρεθύμνου κ. Νίκος Αγριμάκης στον 9,80 fm και στο Σταύρο Ρακιντζή.
Ο θάνατος των μελισσών είναι ένα φαινόμενο όχι μόνο ελληνικό ή ευρωπαϊκό αλλά παγκόσμιο. Απασχολεί επιστήμονες, περιβαλλοντικές οργανώσεις και βέβαια τους μελισσοκόμους που τα τελευταία χρόνια βλέπουν τα μελίσσια τους να καταστρέφονται.
Τον κώδωνα του κινδύνου για τις μέλισσες και τη ζημιά που προκαλείται στα ιδιαίτερα χρήσιμα για τον άνθρωπο έντομα, έκρουσε η κ. Χριστίνα Κουβαρά πρόεδρος του Μελισσοκομικού Συλλόγου Ρεθύμνου «Μελιτεύς», υπογραμμίζοντας ότι: «Το πρόβλημα δεν είναι τόσο στην μικρότερη παραγωγή, αλλά στο ότι χάνονται οι μέλισσες. Είναι η κλιματική αλλαγή, είναι οι φωτιές, είναι και τα φυτοφάρμακα» είπε και τόνισε: «Όταν τα χωράφια γεμίσουν αγριόχορτα, αντί να πάρουμε ένα χορτοκοπτικό και να τα καθαρίσουμε, χρησιμοποιούμε φυτοφάρμακα τα οποία ποτίζουν το χώμα και δηλητηριάζονται τα λουλούδια πού θα μεγαλώσουν μετά. Όταν η μέλισσα πάει σε ένα δηλητηριασμένο φυτό, υπάρχουν και ανάλογες συνέπειες. Κι αυτό είναι δυστυχώς αλυσίδα. Αυτό που δεν καταλαβαίνουν οι άνθρωποι, είναι ότι πεθαίνοντας η μέλισσα πεθαίνει και η ζωή. Όπως είχε πει και ο Αϊνστάιν, πεθαίνοντας η τελευταία μέλισσα, ο πλανήτης έχει 4 χρόνια ζωής. Δυστυχώς αντί να προφυλάσσουμε τη μέλισσα την καταστρέφουμε. Δεν τη θέλουμε δίπλα μας δεν τη θέλει κανείς, ενοχλεί», είπε.
Μιλώντας η ίδια για την κλιματική αλλαγή υπογράμμισε: «Πέρα από τα φυτοφάρμακα που πέφτουν στο έδαφος, είναι και η κλιματική αλλαγή που μας έχει κάνει τρομερή ζημιά με τις παρατεταμένες ξηρασίες και τις απότομες βροχές».
Η κ. Κουβαρά αναφέρθηκε επίσης και σε όσους μαζεύουν αρωματικά φυτά και βότανα επισημαίνοντας: «Υπάρχουν άνθρωποι που πηγαίνουν να μαζέψουν τη ρίγανη και την ξεριζώνουν, μαζεύουν θυμάρια και τα ξεριζώνουν. Από την άλλη υπάρχουν και οι σφήγκες που όταν βρίσκουν αδύναμα μελίσσια, επιτίθενται στις μέλισσες οι οποίες δεν μπορούν να υπερασπιστούν την αποικία τους».
Όσον αφορά στη μείωση των πληθυσμών της μέλισσας η κ. Κουβαρά απάντησε μ ένα παράδειγμα: «Θα σας πω για παράδειγμα ότι ο μελισσοκόμος που έχει περί τα 300 μελίσσια πέρσι έχασε από 50 έως 80 μελίσσια και σε κάποιες περιπτώσεις πολύ περισσότερα. Μιλάμε για μεγάλη μείωση σε μικρό χρονικό διάστημα. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει καθόλου χρόνος για καθυστερήσεις».
Αναφερόμενη στα αιτήματα που έχουν κατατεθεί στην Περιφέρεια είπε μεταξύ άλλων: «Έχουμε ζητήσει από την Περιφέρεια και έχουμε μεγάλη βοήθεια και ανταπόκριση από τον κ. Αρναουτάκη, στο να γίνουν δενδροφυτεύσεις, πράγμα στο οποίο ο σύλλογός μας είναι πολύ ενεργός. Ο Μελισσοκομικός Σύλλογος Ρεθύμνης «Μελιτεύς», έχει κάνει δενδροφυτεύσεις και με τη Μητρόπολη. Στο έγγραφό μας ζητούμε από την Περιφέρεια, όπου γίνονται δενδροφυτεύσεις να γίνονται με μελισσοκομικά φυτά και δέντρα. Επίσης έχουμε ζητήσει από την Περιφέρεια να ενταχθούμε στη νέα ΚΑΠ, ώστε οι μελισσοκόμοι να βοηθηθούν οικονομικά και να επιδοτούνται για την επικονίαση που προσφέρουν στη φύση. Χρειάζεται να βοηθηθούμε για να μπορέσουμε να κρατήσουμε τα μελίσσια μας, γιατί πλέον αντιμετωπίζουμε πολύ μεγάλο οικονομικό πρόβλημα. Χάνοντας τα μελίσσια μας χάνεται και η παραγωγή μας αυτό σημαίνει ότι τα έσοδα μας μειώνονται υπερβολικά».
Η πρόεδρος του Συλλόγου, αναφέρθηκε και στο αβέβαιο μέλλον των μελισσοκόμων: «Χρειαζόμαστε άμεσα βοήθεια πράγμα το οποίο πρέπει να το δουν πολύ σοβαρά οι αρμόδιοι φορείς. Το πρόβλημα αυτό είναι ακόμα μεγαλύτερο στην Κρήτη λόγω της θέσης που βρίσκεται, γιατί έχουμε ανομβρίες και παρατεταμένα καλοκαίρια. Η περσινή χρονιά ήταν πολύ δύσκολη λόγω των καιρικών συνθηκών. Το νερό που έπεσε φέτος είναι ευλογία για μας, ωστόσο από δω και πέρα δεν ξέρουμε τι θα γίνει. Η παραγωγή μελιού σε όλη την Κρήτη έχει μειωθεί σχεδόν στο ήμισυ, γιατί τα θυμαριά ξεράθηκαν «κάηκαν» πολύ γρήγορα. Ωστόσο, δεν μπορούμε ακόμα να εκτιμήσουμε την φετινή χρονιά, αλλά με βεβαιότητα μπορώ να σας πω ότι είμαστε όλοι πίσω οικονομικά, γιατί η περσινή χρονιά μας αποδεκάτισε». Κλείνοντας μίλησε και για την ποιότητα των παραγόμενων προϊόντων: «Πέρυσι δεν είχαμε τα αρώματα που θα έπρεπε να έχουμε στο μέλι. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως αυτό να έγινε επειδή «κάηκαν» τα θυμάρια πολύ γρήγορα».
Νίκος Αγριμάκης: «Το πρόβλημα εστιάζεται στην κλιματική αλλαγή αλλά και στα νεονικοτινοειδή φυτοφάρμακα»
Για τα φυτοφάρμακα και την αλλαγή στο κλίμα μίλησε και ο αντιπρόεδρος του Μελισσοκομικού Συλλόγου «Μελιτεύς» κ. Νίκος Αγριμάκης: «Υπάρχει σοβαρό πρόβλημα με τις μέλισσες και με τη μελισσοκομία γενικότερα. Το πρόβλημα εστιάζεται στην κλιματική αλλαγή αλλά και στα νεονικοτινοειδή φυτοφάρμακα που χρησιμοποιούνται από τους αγρότες τα οποία δημιουργούν παράλυση στις μέλισσες με αποτέλεσμα να υπάρχει αισθητή μείωση του πληθυσμού τους».
Στη συνέχεια ο κ. Αγριμάκης ανέφερε ότι λόγω της κλιματικής αλλαγής έχει δημιουργηθεί ξηροθερμικό κλίμα, ενώ συγχρόνως όλες αυτές οι διακυμάνσεις του καιρού δημιουργούν σοβαρά προβλήματα: «Οι υψηλές θερμοκρασίες, οι έντονες βροχοπτώσεις οι καταρρακτώδεις βροχές επηρεάζουν άμεσα τα φυτά και τα ζώα. Η μέλισσα, που ζει μέσα από τα φυτά και παράλληλα δίνει ζωή μέσω της επικονίασης καταλήγει να έχει επιπτώσεις».
Όσον αφορά στη μείωση του πληθυσμού υπογράμμισε: «Έχει μειωθεί πάρα πολύ ο πληθυσμός των μελισσών, με αποτέλεσμα να μειωθεί και η παραγωγή του μελιού. Πέρυσι, η παραγωγή του μελιού ήταν κατά πολύ μικρότερη από την προπέρσινη και αυτό δεν ισχύει μόνο για την Κρήτη ή για την Ελλάδα αλλά ισχύει πανευρωπαϊκά και παγκόσμια. Η μελισσοκομία, θα έπρεπε να είναι ο νούμερο ένα κλάδος της Γεωργικής Ανάπτυξης κι αυτό διότι βοηθάει πολύ στην επικονίαση. Περίπου το 1/3 της επικονίασης όπως λένε κάποιες μελέτες οφείλεται στη μέλισσα. Επικονιαστές είναι και άλλα έντομα, αλλά ο κυριότερος είναι η μέλισσα».
Στη συνέχεια ο κ. Αγριμάκης αναφέρθηκε στην ουσιαστική κρατική παρέμβαση: «Η κρατική παρέμβαση πρέπει να είναι ουσιαστική αρκεί να σκεφτούμε ότι οι παραγωγοί μας έχουν χάσει από το 25% και σε κάποιες περιπτώσεις και το 80% του πληθυσμού των μελισσών τους. Είναι πολύ σοβαρό το πρόβλημα και αντικατοπτρίζεται και στην παραγωγή του μελιού και στη συνολικότερη αγροτική οικονομία».
Τέλος ο ίδιος είπε: «Είναι σημαντικό ότι στην Κρήτη είναι ότι έχουμε μία τεράστια ποικιλομορφία από βότανα και έχουμε καταφέρει η ποιότητα να έχει κρατηθεί σε ένα πολύ καλό επίπεδο. Ωστόσο έτσι όπως πάνε τα πράγματα, δεν ξέρουμε τι θα συμβεί στη συνέχεια».
