ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΑΡΑΚΗΣ ΚΑΙ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΣΗΜΑΝΤΗΡΑΣ
Συνομήλικοι, συγχωριανοί και κυρίως φίλοι, για μια ολόκληρη ζωή, ο Στέφανος Σημαντήρας και ο Μανώλης Μαράκης, έχουν να μοιραστούν κοινές μνήμες τόσο από την καθημερινότητά τους στο Φουρφουρά Αμαρίου όπου γεννήθηκαν και μεγάλωσαν, αλλά κυρίως μνήμες από την εποχή της γερμανοκατοχής, που τα δυο, τότε, 17χρονα παιδιά, ενηλικιώθηκαν σε συνθήκες πολέμου.
Κατά τη διάρκεια επίσκεψης της εφημερίδας «ΡΕΘΕΜΝΟΣ» στο Φουρφουρά Αμαρίου, μετά από πρόσκληση του αγαπητού συνεργάτη Ζαχαρία Αντωνάκη, οι δύο φίλοι από τα παλιά, μας μετέφεραν στην εποχή που και οι δύο πάλεψαν για τη ζωή και την πατρίδα τους, αναλαμβάνοντας αποστολές για τη φύλαξη και τη συνεχή μεταφορά του μοναδικού ασυρμάτου που λειτουργούσε στην περιοχή. Στη διήγησή τους αναφέρουν και τις γνωστές αγγαρείες στις οποίες συμμετείχαν αναγκαστικά, όπως και χιλιάδες άλλοι Έλληνες πολίτες.
Αριστερά ο Στέφανος Σημαντήρας και ο Μανώλης Μαράκης την περίοδο της Γερμανοκατοχής.
Δεξιά οι δυο φίλοι 73 χρόνια μετά!
Τα κυάλια εποχής της νεότερης φώτο εξασφάλισε ο Ζαχαρίας Αντωνάκης
Αγγαρείες για την κατασκευή του αεροδρομίου στο Τυμπάκι
Τη διήγηση ξεκίνησε ο Στέφανος Σημαντήρας περιγράφοντας τη μετακίνηση από το Φουρφουρά στο Τυμπάκι: «70 άτομα συνολικά δουλεύαμε στο Τυμπάκι. Έρχονταν δύο Γερμανοί πάνω σε άλογα και εμάς μας παίρνανε με τα πόδια μέχρι εκεί. Κάναμε 2-3 ώρες να φτάσουμε, ήταν 25 χιλιόμετρα απόσταση. Μέναμε σε σκηνές έξω. (Εμένα με είχανε και δούλευα κυρίως στο Ρέθυμνο και στο Τυμπάκι πήγαινα που και που.) Οι Γερμανοί εκεί ήταν αυστηροί και μας κοπανούσαν την ώρα της δουλειάς με μπαστούνια. Τότε δουλεύαμε 7.000 εργάτες στο Τυμπάκι, με σκοπό να φτιάξουμε το αεροδρόμιο. Ξεπατώναμε τις πέτρες από παντού, ακόμα κι από τα σπίτια. Οι Γερμανοί έδιωχναν από τα σπίτια τους, τους Τυμπακιανούς και εμείς ξεπατώναμε τα πλίνθινα σπίτια τους και κουβαλούσαμε τις πέτρες μέχρι το αεροδρόμιο με βαγόνια ενσωματωμένα σε συρμό. Εγώ δούλευα μες στα χώματα με κασμάδες.
Οι Γερμανοί όταν χρειαζόταν επιστράτευσαν μέχρι και τα αυτοκίνητα τους, για να ξεπατώσουν ογκόλιθους, τοίχους, δέντρα.
Εμείς από την μία χαλούσαμε και από την άλλη φτιάχναμε με τις πέτρες αυτές τις κατασκευές, που ήθελαν οι Γερμανοί.
Όταν δούλευα στο Τυμπάκι, και αργότερα στο Ρέθυμνο, ήμουν περίπου 17 με 18 χρονών. Για την κατασκευή του αεροδρομίου, οι Γερμανοί έπαιρναν διάφορα άτομα από διάφορα χωριά της Κρήτης, ιδίως του Ρεθύμνου.
Κάθε ομάδα δούλευε ασταμάτητα για 15 ημέρες μέχρι και την 15η ημέρα, όπου και θα τους αντικαθιστούσαν οι καινούργιοι, που έρχονταν για τον ίδιο ακριβώς σκοπό. Αν κάποιος αποφάσιζε να φύγει κρυφά από την υπόλοιπη ομάδα, οι Γερμανοί, αν τον συλλαμβάνανε τον φυλάκιζαν επιτόπου».
Σε κείνο το σημείο ο Μανώλης Μαράκης συμπλήρωσε: «Κάποτε είχα μπει κι εγώ στην φυλακή. Οι κανονισμοί ήταν αυστηροί και ο καθένας μας κρατήθηκε χωριστά από τον άλλον, ενώ για δύο τουλάχιστον ημέρες ήμασταν χωρίς νερό και φαγητό. Ήταν εξοντωτικό. Όταν πέρασαν, οι δύο μέρες, οι Γερμανοί άρχισαν να μας δίνουν κάτι φαγώσιμο, ενώ κάθε πρωί μας έδιναν ένα ποτήρι γάλα. Ωστόσο, κάθε βράδυ μας πήγαιναν στα «αυστηρά σύρματα», για να μας έχουν σε ακόμη πιο αυστηρή επίβλεψη».
Στην ερώτηση τι ήταν τα «αυστηρά σύρματα» ο Στέφανος Σημαντήρας απάντησε: «Εκεί έμπαιναν οι πιο άταχτοι. Εκεί οι συνθήκες εργασίες ήταν πιο σκληρές».
Ο Μανώλης Μαράκης κούνησε καταφατικά το κεφάλι του συμφωνώντας με το φίλο του και συνέχισε: «Έτσι, λοιπόν, επειδή ήμουν υπό κράτηση, πήγαινα κάθε φορά με συνοδεία Γερμανών στην δουλειά του αεροδρομίου στα «αυστηρά σύρματα». Εγώ όμως έκανα σχέδια να φύγω, κάτι βέβαια που ήξερα ότι ήταν πολύ δύσκολο.
Σ’ ένα νεαρό, που είχε έρθει από τον Πλάτανο, του έδωσα τα προσωπικά μου αντικείμενα (ρούχα) και του είπα να μου τα κρατά το βράδυ στον Πλάτανο, γιατί εγώ είχα σκοπό να το σκάσω. Αυτός πράγματι τα πήρε, όμως η απόδρασή μου ακυρώθηκε όταν οι Γερμανοί μας συγκέντρωσαν την ίδια ημέρα και μας είπαν πως είμαστε ελεύθεροι και ότι την επομένη θα μας έδιναν ένα επίσημο χαρτί, με το οποίο θα μπορούσαμε να πάμε πίσω στα χωριά μας».

Πρώτος απο αριστερά ο Ιπποκράτης Αντωνάκης, στη Μέση Ανατολή
Το σαμποτάζ
Ο Μανώλης Μαράκης συνεχίζει: «Κινήσαμε, λοιπόν, 10 άτομα να πάμε μέσω του βουνού στην περιφέρεια του χωριού μας, όπου θα παίρναμε τον ασύρματο. Περάσαμε από διάφορα χωριά. Μάλλον μας προδώσαν από κάποιο χωριό και ήρθαν οι Γερμανοί, οι οποίοι ευτυχώς αφού βρήκαν κάποιες μπαταρίες και μερικές λίρες, τις πήραν κι έφυγαν.
Εμείς, ευτυχώς, το αντιληφθήκαμε και δε συνεχίσαμε την πορεία μας.
Ωστόσο, αποφασίσαμε να φύγουμε απαρατήρητοι από εκεί, πράγμα το οποίο και καταφέραμε. Δεν μας αντιληφθήκαν οι Γερμανοί και καταλήξαμε μακριά, όπου άνθρωποι μας προμήθευσαν με όπλα.
Ξεκινήσαμε, εκ νέου την πορεία μας και καταλήξαμε εν τέλει στον Πρίνο (Άνω Ασίτες). Εκεί μας χώρισαν και έθεσαν σε κάθε ομάδα κι έναν επικεφαλή. Ο επικεφαλής της δικής μας ομάδας λεγόταν Γιάννης Ανδρεαδάκης και αποστολή μας ήταν η κοπή συρμάτων περίφραξης».
Ο Στέφανος Σημαντήρας επεμβαίνει και εξηγεί: «Η βασική αποστολή της κύριας ομάδας ήταν να χτυπήσουν τις δεξαμενές βενζίνης στην Αυγενική και οι υπόλοιποι ανέλαβαν γύρω-γύρω άλλους στόχους (π.χ. αν κινηθεί ο γερμανικός στρατός από Ηράκλειο αυτοί να τους εμποδίσουν να φτάσουν). Ο Γιώργης Τυράκης είπε πως δεν κινήθηκε κανένας Γερμανός από κανέναν καταυλισμό. Το σαμποτάζ τελικά πέτυχε. Κλειστήκαμε στο φυλάκιο και οι βενζίνες άρχισαν να καίγονται και κανένας Γερμανός δεν μπόρεσε να κουνηθεί από την θέση του». Ο ίδιος πρόσθεσε: Υποστηρικτές των αγγλικών στρατευμάτων είχαν πάρει σήμα από την Μέση Ανατολή να ενοχλήσουν τους Γερμανούς με σαμποτάζ. Καλοκαίρι του ΄44. Το βασικό και κύριο μέλημά τους ήταν να ενοχλήσουν τους Γερμανούς».

Στη μέση ο Γιώργος Τυράκης
Η ομάδα των ασυρματιστών
Ο Μανώλης Μαράκης θυμάται: «Είχαν τοποθετηθεί άτομα, τα οποία είχαν βασική υποχρέωση να μας κρατούν κάθε φορά ενήμερους για την θέση του γερμανικού στρατεύματος. Η βάση των ασυρματιστών ήταν απάνω στο βουνό, 2 ώρες περπάτημα. Ο ασύρματος κινούνταν για ασφάλεια και δεν είχε κάποια συγκεκριμένη βάση. Ο μάγειρας της ομάδας, αναλάμβανε να μαγειρεύει τρόφιμα που παραχωρούνταν κυρίως από τους κτηνοτρόφους των γύρω περιοχών.
Επίσης, οι κάτοικοι μας υποστήριζαν καλλιεργώντας, μαζεύοντας, αλέθοντας σιτηρά για μας και ζυμώνοντας ψωμί, το οποίο και μας έδιναν.
Κάποιες άλλες φορές κατεβαίναμε να φάμε στο χωριό, κρυφά όμως.
Μία φορά κρατούσα καραούλι μία ώρα και ανίχνευα το σημείο που ήμασταν αν ήταν «καθαρό» από Γερμανούς και είδα ένα φορτηγάκι. Ήταν ραδιογωνιόμετρο που ανίχνευε την ύπαρξη ασυρμάτου εκεί γύρω. Για κακή μας τύχη, ανίχνευσαν πράγματι την βάση των ασυρματιστών μας. Οι Γερμανοί χτύπησαν βάναυσα όσους βρήκαν και τους συλλάβανε.
Ο καθένας από την ομάδα είχε διαφορετικές αρμοδιότητες. Ο Ιπποκράτης Αντωνάκης, ο δάσκαλος, όφειλε να γνωρίζει ανά πάσα ώρα τον ερχομό των Γερμανών, ο Μανολιός Ντυσπιράκης ήταν εξωτερικός συνεργάτης – αγγελιοφόρος, πήγε να πάρει ή να κρύψει κάτι και τον συλλάβανε. Έπιασαν επίσης έναν Ελληνοαιγύπτιο, επικεφαλής της ομάδας.
Στο κρατητήριο είπαν πως θα τους αφήσουν ελεύθερους, μόνο αν προδώσουν τους συνεργάτες τους. Ο Μανολιός, προσφέρθηκε δήθεν, να τους οδηγήσει στο χωριό και να τους δείξει τους συνεργάτες του. Αυτοί τον πίστεψαν, τον εμπιστεύτηκαν κι αυτός τους ζήτησε να καβαλικέψει ένα γαϊδουράκι, αντί να μπει στο αμάξι μαζί τους. Έτσι, ενώ ήταν πάνω στο ζώο, έβγαλε όσο πιο πολλά ρούχα μπορούσε, πήδηξε κι άρχισε να τρέχει προς τα χωράφια. Έφτασε σε ένα σπίτι, όμως στάθηκε άτυχος, διότι τον αντιλήφθηκαν και τον σκότωσαν επιτόπου».

Οι δύο φίλοι συνεχίζουν να θυμούνται…
Ο Στέφανος Σημαντήρας συνεχίζει τη διήγησή του: «Εγώ ήμουν υπεύθυνος για τα μηνύματα που λαμβάναμε στον ασύρματο, καθώς επίσης και για τα γράμματα. Κάθε μέρα λαμβάναμε μηνύματα στον ασύρματο, τα οποία δεν γνώριζα τι έλεγαν, έρχονταν από την Μέση Ανατολή, το Κάιρο.
Αρχές Σεπτέμβρη του ΄44, μας χτύπησε την πόρτα ένας Μιχάλης που κρατούσε ένα γράμμα στα χέρια του και ζητούσε εμένα για να το στείλω, μιας και ήταν γνωστό πως εγώ ήμουν υπεύθυνος για την παραλαβή και αποστολή τους.
Μου είπε να βρω ασύρματο για να το στείλω στον προορισμό του, πήγα στις Αραβάνες για να το μεταβιβάσω. Στο δρόμο άκουσα περίεργα σούσουρα και κρύφτηκα για ασφάλεια πίσω από έναν θάμνο, όπου μπόρεσα να διακρίνω τρία άτομα που φορούσαν χακί, ο ένας ήταν λοχαγός και οι άλλοι δύο στρατιώτες. Εν τω μεταξύ, κάποιοι κάτοικοι που με είδαν να τριγυρνώ εκεί γύρω με συμβούλευσαν να ξαναγυρίσω πίσω, γιατί δύσκολα θα την έβγαζα καθαρή, αφού ήταν κομμουνιστές εκεί και δεν έπρεπε να μας αντιληφθούν Έτσι, λοιπόν, αποφασίσαμε να πάμε οπλισμένοι. Εγώ τότε είχα μία κάπα και την φόρεσα, κρύβοντάς τα πιστόλια και τα φυσίγγια από κάτω. Έτσι, λοιπόν, κινήσαμε για το χωριό, έχοντας πάρει τις απαραίτητες προφυλάξεις».
Ο Μανώλης Μαράκης πρόσθεσε: «Θυμάμαι μια φορά πήγαμε να πάρουμε νερό και κατά τις 2 τα ξημερώματα έρχεται αιφνίδια ο αγγελιοφόρος και μας λέει πως κατέβηκαν οι κομμουνιστές στην σχολή (Ασωμάτων) και τους συνέλαβαν οι Γερμανοί. Εμείς, όμως, φτιάξαμε μία ομάδα και κατεβήκαμε, προκειμένου να διαπιστώσουμε αν πράγματι ίσχυε κάτι τέτοιο. Όντως, οι Γερμανοί έλειπαν από τις καθιερωμένες θέσεις τους, όμως είχαν μείνει ελάχιστοι Ιταλοί, οι οποίοι φρουρούσαν ορισμένα σημεία. Κατά πάσα πιθανότητα οι κομμουνιστές μεταφέρθηκαν από τους Γερμανούς στα γραφεία τους, διότι αμέσως μετά επέστρεψαν στα γνωστά σημεία».
Κλείνοντας ο κ. Σημαντήρας ανέφερε: «Όταν πήγα στο σαμποτάζ, φορούσα ένα κοντό παντελονάκι, απ’ αυτά που ήταν για αντίσκηνο και ο καπετάν Εγγλέζος, μου είπε πως δεν ήταν το κατάλληλο ένδυμα για πόλεμο, γιατί η εικόνα μου έδειχνε απλό πολίτη κι έτσι αυτό να ήταν έγκλημα. Δεν έπρεπε να θεωρήσουν οι Γερμανοί ότι αυτά γίνονταν από πολίτες, γιατί θ ακολουθούσαν αντίποινα και θα την πλήρωναν αθώοι».
Σημείωση: Ο κ. Στέφανος Σημαντήρας γεννήθηκε στις 18/07/1924 και ο φίλος και συναγωνιστής του κ. Μανώλης Μαράκης στις 18/06/1924. Ανήκαν στην Οργάνωση Ε.Ο. Ψηλορείτης (ομάδα Πετρακογιώργη), που δημιουργήθηκε από τον Γ. Τυράκη σε συνεννόηση με αγγλικούς συνδέσμους για τη φύλαξη του ασυρμάτου στην περιοχή. Τον Ιούλιο που μας πέρασε μοιράστηκαν τις αναμνήσεις τους με την εφημερίδα μας.
ΑΘΗΝΑ ΠΕΤΡΑΚΑΚΗ





