Για να καταλάβεις τον κόσμο μύρισε
ίσα με 4 τριαντάφυλλα.
Από μικρή της άρεσαν τα παραμύθια: της άρεσε να ακούει για τις πριγκίπισσες με φουσκωτά φορέματα, για τις φτωχές υπηρέτριες που με την καλοσύνη τους και την ομορφιά τους, τις ερωτεύονταν οι γεμάτοι γοητεία, πρίγκιπες και τις παντρεύονταν. Οι καλές νεράιδες, τα μικρά ζωάκια με ανθρώπινη φωνή και τα στοιχειά, τα μεγάλα κάστρα και οι γιγάντιοι πύργοι, πρόσωπα που δεν βρίσκονταν πια στη ζωή και επικονωνούσαν με τους ήρωες και άλλες τέτοιες μεταφυσικές μορφές, της χάριζαν λίγη από τη μαγεία τους. Έτσι και εκείνη, η Ελένη, το ξανθό μικροκαμωμένο πιτσιρίκι, κλεινόταν μέσα στο δωμάτιό της και ταξίδευε σε τέτοιους κόσμους, όλο το χρόνο αλλά, κυρίως το καλοκαίρι που δεν πήγαινε σχολειό. Και δεν την ένοιαζε που άκουγε τα άλλα κορίτσια της ηλικίας της να παίζουν κουτσό και κρυφτοκυνηγητό, να δοκιμάζουν τα πρώτα τους καλλυντικά, να φωνάζουν και να γελάνε με αστεία ανέκδοτα, έξω στις αλάνες. Εκείνη έβρισκε το ενδιαφέρον της σε αυτές τις χώρες, όλο φαντασία και χρώματα και λιγότερο στο να παίζεις μέσα στον ήλιο και να νιώθεις το δέρμα σου να κοκκινίζει.
Εντάξει, δεν έμενε και συνέχεια στο σπίτι. Πήγαινε καμιά βόλτα στη θεία της, που είχε μαγαζί με τουριστικά είδη και σφουγγάρια από την Κάλυμνο στο κέντρο του χωριού, πήγαινε ακόμα και στη γιαγιά της που συνήθιζε να της φτιάχνει χορτόπιτες με τσουκνίδια, καυκαλίθρες, αγριομάραθα και πικραλίδες, μαζεμένα από την ίδια από το βουνό, κολοκυθόπιτες με δικές της κολοκύθες από τον μπακτσέ, μελιτζανόπιτες -με μια γέμιση από μελιτζάνες της γιαγιάς, κόλαση!- γαλατόπιτες με φρέσκο γάλα από τις αγελάδες τους, με χειροποίητο φύλλο : κάθε πίτα και με διαφορετική γεύση και μυρωδιά. Μοσχοβολούσε όλος ο μαχαλάς και το χωριό. Δεν ήταν δα και κανένα μεγάλο. Είχε και θάλασσα όμως και ο Ψηλορείτης φαινόταν πολύ κοντά. Καταλάβαινες ότι ερχόταν καλοκαίρι όταν έλιωναν τα χιόνα και παρέμεναν ελάχιστα στις κορφές του, τα οποία είχαν από μακριά το μέγεθος και τη θαμπάδα μικρών, ακάθαρτων μαργαριταριών. Το χωριό της Ελένης είχε ίσα με τρεις χιλιάδες μόνιμους κατοίκους, αλλά το καλοκαίρι στην Κρήτη, το νησί γέμιζε τουρισμό: το χωριό της Ελένης γέμιζε ζωή.
Η Ελένη δεν είχε πατήσει ακόμη τα 13 και της άρεσε να παρακολουθεί τη ζωή, μέσα από το σπίτι το χειμώνα, ανάμεσα στα βιβλία της με τα κάστρα, τα ξωτικά, τις νεράιδες και δράκους. Φρόντιζε να ξυπνάει σχεδόν πάντα νωρίς το πρωί, το χειμώνα. Πριν πάει σχολείο, έπαιρνε ένα από τα βιβλία της, το άνοιγε και το διάβαζε, όσο καθόταν στο παράθυρο του σαλονιού, που βρισκόταν αντίκρυ του κρητικού πελάγους ενώ έβλεπε την θάλασσα να φουσκώνει και να ξεφουσκώνει σα μανιασμένη. Μερικές φορές μέσα από τα κύμματα ξέφευγαν αλμυρές σταγόνες από την αφιονισμένη θάλασσα και έφταναν μέχρι το τζάμι του παραθύρου. Ίσα με 10 βήματα χώριζε το σπίτι τους από τη θάλασσα. Ένα πέτρινο σπίτι στο χρώμα της άμμου, με μια τεράστια ξύλινη πόρτα. Πάνω στην ξύλινη πόρτα, σχεδόν στη μέση υπήρχε ένα στρογγυλό τζάμι που μπορούσες να δεις ποιος είναι από πίσω: ματάκι το έλεγαν οι γονείς της.
Έμοιαζε με ματάκι στ' αλήθεια, αλλά δεν είχε ούτε ασπράδι ματιού ούτε την άλλη την μπίλια. Με το που ξυπνούσε, το καλοκαίρι, έτρεχε στην εξώπορτα και έριχνε μια ματιά στον κόσμο μέσα από αυτό το στρογγυλό γυαλί για να εντοπίσει ένα σκιερό μέρος, που θα διάβαζε. Είχε πλάκα, ήταν λες και έβλεπε τηλεόραση, με όλα αυτά τα καρέ που περνούσαν από μπροστά της. Όταν εντόπιζε το μέρος που θα διάβαζε, η Ελένη έπαιρνε τα αγαπημένα της βιβλία και καθόταν εκεί ή όταν είχε πολλή ζέστη καθόταν στην πλακόστρωτη αυλή τους ενώ ένιωθε τις πατούσες της να βράζουν, από νωρίς κιόλας το πρωί, μέχρι να φτάσει στο μέρος που της άρεσε να διαβάζει: στη σιδερένια κούνια που είχε φέρει ο παππούς από το σπίτι της γιαγιάς.

Η θάλασσα της κρατούσε συντροφιά όλο τον χρόνο, αν και την φοβόταν. Δεν ήξερε ακόμη καλό κολύμπι, της άρεσε όμως να πηγαίνει να ρίχνει μια ματιά μέσα από το σπίτι, να βγαίνει διστακτικά από την ξύλινη πόρτα, να πλησιάζει τη θάλασσα, να κάθεται ανακούρκουδα και να διαβάζει εκεί, παρέα με τις νότες των κυμμάτων. Άλλες φορές πήγαινε το μεσημέρι χωρίς παντόφλες, περνούσε πρώτη από την κουζίνα, έτρωγε 2-3 πιρουνιές από τα καλοκαιρινά φαγητά της γιαγιάς και της μαμάς – γεμιστά που ήταν πλημμυρισμένα στον άνηθο, κολοκυθοανθούς γεμιστούς με ρύζι, χορτόπιτα με σπιτικό φύλλο της γιαγιάς- έκανε ότι είχε χορτάσει, έβαζε ένα ψάθινο καπέλο της γιαγιάς και έβρισκε ένα μέρος κάτω από κάτι άχρηστες ψάθες στην παραλία. Καθόταν εκεί. Δεν της άρεσε καθόλου να την βλέπει ο ήλιος. Από τη σκιά παρατηρούσε τον κόσμο στην παραλία που γελούσε, πρόσεχε τις αντιδράσεις των ανθρώπων οι οποίοι είχαν μείνει ώρα πολλή στον ήλιο και βουτούσαν μετά, δειλά, στη θάλασσα, τις αντιδράσεις εκείνων των τολμηρών που διέσχιζαν την άμμο τρέχοντας χωρίς παντόφλες. Η Ελένη μια φορά είχε προσπαθήσει να διασχίσει την άμμο μέχρι τη θάλασσα. Το αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας ήταν δύο μεγάλες φουσκάλες γεμάτες με φυστικί υγρό.
Την φοβόταν την θάλασσα, αν και όλα της τα χρόνια την είχε ακριβώς δίπλα της. Σα να την μεγάλωσε εκείνη. Την φοβόταν την θάλασσα, όταν έβρεχε και σήκωνε βοριά, τόσο δυνατό που ξερίζωνε οποιαδήποτε χλωρίδα στην ακτή. Θαύμαζε πάντα τους ανθρώπους που κολυμπούσαν μέχρι μέσα- μέσα, στα βαθιά, αυτούς που άντεχαν να διανύσουν μεγάλη απόσταση χωρίς να πάρουν αέρα, τους ναυτικούς και εκείνους που ταξίδευαν πάνω σε σανίδες, σχεδίες, καίκια, σκάφη, κρουαζιερόπλοια, σε κάποιον ωκεανό. Όταν ο ήλιος έπεφτε, πήγαινε στην αυλή τους, έπαιρνε μια γαβάθα με καρπούζι, άρπαζε το αγαπημένο της πιρούνι από το συρτάρι, που από μικρή έτρωγε μόνο με το συγκεκριμένο και καθόταν στον περιφραγμένο τοίχο της αυλής της, ώστε να βλέπει τη θάλασσα μέχρι μέσα τον ορίζοντα, πόσες βάρκες επέπλεαν εκείνη την ώρα, όσο ο χυμός από το καρπούζι ενοχλούσε ευχάριστα την θερμοκρασία του σώματός της. Της άρεσε της Ελένης να λερώνει τη μπλούζα της με το γλυκό ζουμί από το καρπούζι.
Λίγα μέτρα πιο κάτω υπήρχε ένα μικρό λιμανάκι με δεμένα μερικά μικρούτσικα καίκια. Στην Ελένη άρεσε να πηγαίνει εκεί και να χαζεύει τις μικρές άσπρες βαρκούλες, οι οποίες είχαν ξεφτίσει από τον ήλιο. Εκεί συναντούσε και τον αγαπημένο της παραμυθά. Ο κυρ- Γιάννης ήταν ένας -γύρω στα 60- παλιός ναυτικός που είχε ταξιδέψει, σχεδόν σε όλον τον κόσμο, είχε χάσει τη γυναίκα του πριν χρόνια, τα δύο παιδιά του ήταν κάπου στο εξωτερικό και τώρα έμενε μόνος του σε ένα παλιό μικρό σπιτάκι, όμοιο με καλύβι στο κρητικό χωριό. Κάθε πρωί πήγαινε να φροντίσει το καίκι του, έβγαζε πετονιά και ψάρευε, άλλες μέρες έπαιρνε το καίκι του και έβγαινε με το καλάμι του στ' ανοιχτά. Η Ελένη τον ήξερε από τότε που θυμάται τις πρώτες της αναμνήσεις, δε θυμόταν πως γνωρίστηκαν. Όταν τον έβλεπε ενθουσιαζόταν, γιατί σίγουρα θα της έλεγε κάποια ιστορία από αυτές που είχε ακούσει στις περιοχές του κόσμου που είχε ταξιδέψει.
“ Η νεράιδα τι κάνει σήμερα; Έφαγε το πρωινό της;” συνήθιζε να της λέει και η Ελένη χαιρόταν τόσο πολύ που κάθε φορά συναντούσε αυτόν το ναυτικό , ο οποίος είχε κάνει τόσα ταξίδια και τον θαύμαζε τόσο πολύ. Τα μαλλιά του ήταν άσπρα, οι ρυτίδες είχαν περικυκλώσει τα μάτια του, ενώ πάνω στη μύτη του είχε μερικούς καφέ χρωματισμούς, σαν ελιές. Κάτω από την μύτη είχε ένα παχύ στρώμα άσπρων τριχών που σχημάτιζαν μια καμπύλη: το μουστάκι του ήταν πάντα περιποιημένο, ενώ οι τρίχες του έλαμπαν. Η Ελένη πάντα ήθελε να τον ρωτήσει τι ήταν αυτές οι ελιές στη μύτη του, αλλά στο τέλος ντρεπόταν και δε ρωτούσε τίποτα. “Πότε θα μου μάθεις να ψαρεύω παππούλη;” απαντούσε εκείνη.
Η σχέση τους όσο περνούσαν τα χρόνια και η αμοιβαία αγάπη, είχε ριζώσει, όπως μιας εγγονής και ενός παππού. Η Ελένη είχε χάσει τον δικό της τον παππού όταν ήταν πέντε και πλέον δεν είχε πολλές αναμνήσεις από εκείνον. Η μητέρα της και ο πατέρας της που ήταν γιατροί, της έλεγαν εκτός από το να προσέχει τον ήλιο, να μην το ζαλίζει τον κακόμοιρο τον άνθρωπο γιατί ήθελε να κάνει τη δουλειά του και η Ελένη συνεχώς μπλεκόταν μέσα στα πόδια του. “ Μα δεν τον ενοχλώ!” έλεγε συνέχεια στη μητέρα της.
Έτσι κάθε πρωί η Ελένη ξυπνούσε διάλεγε τα αγαπημένα της βιβλία κοιτούσε από το ματάκι της εξώπορτας που έβλεπε όλη την ακτή κι όταν έβλεπε τον κυρ- Γιάννη στο μικρό λιμανάκι, ενθουσιαζόταν, δεν έψαχνε να βρει δικό της μέρος, δεν έβαζε ούτε τα παππούτσια της, δεν έτρωγε ούτε πρωινό, δεν πότιζε ούτε τις γλάστρες στην αυλή, όπως της είχε πει να κάνει η μητέρα της κάθε πρωί που έφευγε για δουλειά, αλλά έτρεχε δίπλα του. “ Η νεράιδα πως είναι σήμερα; Τι έφαγε για πρωινό;” “ Δεν έφαγα τίποτα παππούλη γιατί θέλω να ακούσω μια ιστορία, εγώ και τα βιβλία μου.” απαντούσε εκείνη. Τότε εκείνος έπιασε ένα άσπρο κουβά με νερό μέσα και έβγαλε μερικά όστρακα. Τα άνοιγε με το μαχαίρι έβαζε λίγο λεμόνι και της προσέφερε. Η Ελένη ξετρελαινόταν για όστρακα. Ακόμη και για πρωινό. Πρέπει να ήταν πολύ φρέσκα γιατί με το που τα έβαλε στο στόμα της, εκείνο γέμισε γεύση θάλασσα και κάτι από λεμόνι.
“Πως θα γίνεις κολυμβήτρια εάν δεν τρως καλό πρωινό;” της έλεγε εκείνος. Αλλά την Ελένη δε την ένοιαζε το κολύμπι, της άρεσε απλώς να αγναντεύει τη θάλασσα από μακριά. Της άρεσε να μπαίνει μέσα μέχρι τα γόνατα, όχι όμως παραπάνω. Εκείνη προτιμούσε να κάνει βουτιές στα παραμύθια των βιβλίων της και στις ιστορίες του κυρ- Γιάννη. Εκείνος μόλις είχε βγάλει την πετονιά του και περνούσε από κάθε αγκύστρι ένα μικρό κομμάτι από σκουλήκι, το οποίο το είχε κόψει πρώτα με ένα ψαλιδάκι. Η Ελένη καθώς το κοιτούσε ήταν λες και μπορούσε να ακούσει το σκουλήκι να φωνάζει από τον πόνο.

“Έχεις καιρό να μου πεις ιστορία παππούλη”, έλεγε εκείνη όλο νάζι, ώστε να καταφέρει ο κυρ- Γιάννης να σκεφτεί μια καλή ιστορία από αυτές, που είχε ακούσει και να της την πει. Δεν χρειαζόνταν μεγάλη προσπάθεια και έτσι εκείνος, ενώ έκανε μερικούς μορφασμούς ώστε να θυμηθεί μερικές λεπτομέρειες ιστορίας , καθάριζε λίγο το λαιμό του, έπαιρνε κάθε φορά που της έλεγε μια ιστορία την κρητική προφορά και ξεκινούσε: “Μια φορά κι έναν καιρό σε έναν από τσι πρόποδες του Ψηλορείτη, γεννήθηκε μια μικρή νεράιγδα πυρόξανθη με γαλανά τα μάτια, έμενε όμως συνέχεια εκειά στο βουνό γιατί ήτονε η μοναδική που δεν είχε φτερούγες να πετάξει. Δεν έβλεπε συχνά του ήλιου το φως επειδή γινόταν κουζουλή σαν έβλεπε τις άλλες νεράιγδες να πετούνε ενώ εκείνη όχι. Εκειά στο σκοτάδι της άρεσε να φαντάζεται τον κόσμο από ψηλά. Ήτη την ονόμασανε. Μια μέρα λοιπόν η Ήτη, σαν έβλεπε όλες τσι μικιές νεράιγδες να πετούν σα κουζουλές ψηλά, πήρε δύο φύλλα από μια κληματαριά τα έπλεξε στην πλάτη της και πήγε να πετάξει. Δεν κατάφερε όμως πράμα και έπεσε στο χώμα πολύ στενοχωρημένη. Ήντα να κάμει η καψερή! Ίσα που σηκώθηκε μερικά εκατοστά από το έδαφος και έπεσε πάλι. Δε θα μπορούσε να πετάξει ποτές της. Όταν η μάνα της, η αρχη-νεράιγδα την πλησίασε και την ρώτηξε, εκείνη της είπε το πρόβλημά της. Η μητέρα της την καθησύχασε, λέγοντάς τσι ότι σε μερικές νεράιγδες οι φτερούγες δε μεγαλώνουν γρήγορα και ότι θα έπρεπε να κάνει λίγη υπομονή. Μια νεράιγδα, φίλη μελαχρινή και μπλαβιά στην όψη, μαθαίνοντας το πρόβλημά της , τσ' είπε για την νεραιγδόσκονη που κρατάει φυλαγμένη η μάνα της γι' αυτές τις περιπτώσεις. Φτάνει μόνο να ανοίξεις το μπουκάλι να βάλεις τη σκόνη στην πλάτη και να κράξεις εκειά 3 φορές σαν το κοράκι.” Ο κυρ- Γιάννης έκανε μια παύση και κοίταξε την Ελένη που τον παρακολουθούσε όλο αφοσίωση έχοντας ακουμπήσει τις παλάμες της στο σαγόνι.
“ Νεράιδα πήγαινε τώρα σπίτι σου να φας καλό πρωινό και να προστατευτείς από τον ήλιο. Ο ήλιος είναι επικίνδυνο πράγμα. Έλα πάλι αύριο να μάθεις την συνέχεια, πρέπει να κατεβώ στην πόλη”, της είπε εκείνος. Η Ελένη ήθελε να διαμαρτυρηθεί, αλλά θυμήθηκε τη μητέρα της και όσα της είχε πει ώστε να μην επεμένει και να τον ενοχλεί. “Εντάξει καλέ μου παππούλη! Έχω αγωνία να δω τι έγινε με τη νεράιδα που δεν είχε φτερά. Μια ερώτηση μόνο. Που την άκουσες αυτή την ιστορία; Σε κάποιο από τα ταξίδια σου;” Εκείνος παρέμεινε λίγο σκεπτικός. “ Ναι μάλλον, δε θυμάμαι για να πω την αλήθεια. Τόσες που έχω ακούσει...” απάντησε. Μετά μάζεψε τα πράγματά του και αφού δεν είχε πιάσει κανένα ψάρι, κατευθύνθηκε προς το σπίτι του.
Η Ελένη πήρε τα βιβλία της και πήγε προς το σπίτι. Αφού πότισε τις γλάστρες της μητέρας της και τις μοκαμβίλιες και τις μολόχες και τις τριανταφυλλιές κάθισε στην κούνια, ενώ σκεφτόταν τη νεράιδα της ιστορίας που άκουσε. Αμέσως πήγε στο δωμάτιό της και έψαξε σ' όλα τα βιβλία της γιατί αυτή η ιστορία που της είχε πει ο παππούς Γιάννης κάτι της έλεγε. Ένιωθε σα να την είχε ξανακούσει. Βρήκε ιστορίες για καλές νεράιδες για κακιές νεράιδες, για νεράιδες που να μεταμορφώνονται σε γοργόνες και σε γυναίκες, αλλά δεν βρήκε καμιά ιστορία για νεράιδα χωρίς φτερά. Πως είναι δυνατόν να υπάρχει έστω και στην ιστορία ένα τέτοιο πλάσμα χωρίς το βασικό χαρακτηριστικό, τα φτερά;
Το πρωί της επομένης πότισε πρώτα τις γλάστρες της μαμάς, γιατί εκείνη της είχε κάνει παράπονα ότι δήθεν ξεράθηκαν οι τριανταφυλλιές της, πήγε πάλι στο ματάκι της εξώπορτας, τέντωσε τα πόδια της για να φτάσει το ύψος του, ευθυγράμμισε το μάτι στο φως, όσο η κόρη του συστελλόταν απ' την μεγάλη πηγή φωτός και αντρίκρισε όλη την θάλασσα, μέσα από το στρογγυλό γυαλί, όλη την ακτή με την αμμουδιά που είχε αρχίσει σιγά-σιγά να γεμίζει ζωή. Δεν ήταν λίγες οι φορές που σκεφτόταν, ότι μόλις κοιτούσε μέσα στην γυάλινη τρύπα, θα μεταφερόταν στον κόσμο των παραμυθιών και θα την περίμενε κάποια άμαξα, ή ακόμη καλύτερα ένας πρίγκιπας σε ένα άλογο. Με την περιφερειακή της όραση έριξε μια ματιά στο λιμανάκι. Ο κυρ- Γιάννης δεν είχε πάει ακόμη εκεί. Περίεργο σκέφτηκε εκείνη. Θα περίμενε λίγο μέσα στο σπίτι γιατί εκείνη την ημέρα έκανε ακόμη πιο πολλή ζέστη σε σχέση με τις προηγούμενες μέρες και θα ερχόταν στο ματάκι ξανά σε λίγο.
Κατά τη διάρκεια της ημέρας πήγαινε στο ματάκι και κοιτούσε τη θάλασσα, αλλά έλειπε κάτι. Ο παππούλης δεν ήταν πουθενά, έτσι το απόγευμα αποφάσισε να πάει μια βόλτα προς το σπίτι του. Το μικρό σπίτι του, που είχε αποκτήσει ένα κίτρινο χρώμα λόγω του ήλιου, δεν ήταν περιποιημένο, στην αυλή τα κίτρινα ξεραμένα χόρτα είχαν φτάσει μέχρι το τσιμέντο. Ο παππούλης καθόταν κάτω από τη σκιά σε μια καρέκλα, είχε ανοιχτό το ραδιόφωνο που έπαιζε κρητικά τραγούδια, ενώ η κρητική λύρα συναγωνιζόταν σε ντεσιμπέλ τον ήχο των τζιτζικιών. Τα μάτια του ήταν μισάνοιχτα, όπως και το στόμα του.
“Η νεράιδα δε με βρήκε σήμερα στο μέρος μου και ήρθε να με επισκεφτεί”, είπε εκείνος και μια κίνηση χαμήλωσε την ένταση του ραδιοφώνου. “Ανησύχησα λίγο παππούλη. Μην ξεχνάς ότι πρέπει να μου συνεχίσεις την ιστορία με την νεράιδα που δεν είχε φτερά”, είπε η Ελένη ξανά όλο νάζι. “Έχεις δίκιο, μικρή μου. Είχε πολλή ζέστη σήμερα γι' αυτό δεν κατέβηκα. Νομίζω ότι μεγάλωσα πια, δεν έχω τις αντοχές με τον ήλιο, που είχα. Ελπίζω να μου το συγχωρέσει αυτό η μικρή μου νεράιδα” είπε εκείνος ενώ η Ελένη παρατήρησε ότι η φωνή του έβγαινε με το ζόρι και το βλέμμα του έδειχνε θλιμμένο. Αλλά εκείνη ήθελε τόσο πολύ να μάθει τη συνέχεια της ιστορίας. Τότε ο παππούς Γιάννης καθάρισε πάλι τη φωνή του και συνέχισε: “ Η μικρή νεράιδα λοιπόν ήταν στενοχωρημένη πολύ. Πως ήταν δυνατόν η μάνα της να μπορούσε να δώσει λύση στο πρόβλημά της και να μην έκανε πράμα; Απογοητεύτηκε. Έκλαψε πολύ εκείνη την ημέρα. Οι μέρες περνούσαν εκειά και η νεράιγδα δεν έβλεπε τις φτερούγες τσι να μεγαλώνουν διόλου. Δε κάτεε να το αντέξει όμως. Έβλεπε όλες τσι νεράιδες τριγύρω, ολόχαρες να γεμίζουν τραγούδια τον αέρα γύρω από τον Ψηλορείτη. Αποφάσισε να πάρει κρυφά απ' τσι μάνα της λίγη από την σκόνη κια να την απλώσει στην πλάτη της να φυτρώσουνε, όπως έπρεπε οι φτερούγες. Μια νύχτα σηκώθηκε και σαν το πούπουλο κατευθύνθηκε στη σπηλιά τσι μάνα της. Άρπαξε με το χέρι το κολιέ με το γυάλινο φιαλίδιο και έφυγε. Η νεραιγδόσκονη έλαμπε σαν θρυμματισμένο χρυσάφι. Άνοιξε το μπουκάλι και έβαλε λίγη από τη σκόνη στην πλάτη της. Κρ-κρ-κρ.”
Ο ήλιος πια είχε πέσει και ένα πορτοκαλί χρώμα είχε απλωθεί κατά μήκος σε όλο τον ουρανό. Τα σύννεφα είχαν πάρει κι εκείνα μια πορτοκαλί- ροζ απόχρωση, ένα χρώμα που συνήθιζε να βλέπει η Ελένη στις τελευταίες σελίδες των παραμυθιών που διάβαζε, ενώ τα τζιτζίκια συνέχιζαν το τραγούδι τους. Ο παππούς Γιάννης συνέχιζε: “Απέ ούρλιαξε γιατί ένιωσε σουβλιές και πόνους να τσι σκίζουνε την πλάτη. Και επιτέλους έβλεπε τις φτερούγες τσι. Ήντα ωραίες φτερούγες που είχε! Μα γιατί τόσο καιρό η μητέρα δεν της είχε πει ότι υπάρχει και αυτός ο τρόπος να μεγαλώσουν; Επιτέλους θα έβλεπε τον κόσμο από ψηλά. Από τις φωνές και τα ουρλιαχτά όμως ξύπνησε όλη η νεραιγδούπολη στους πρόποδες του Ψηλορείτη. Επειδή όμως η μικρή νεράιγδα χάρηκε που μεγάλωσαν οι φτερούγες τσι έβαλε και άλλη σκόνη και άλλη και άλλη μέχρι που το φιαλίδιο άδειασε.”
Η Ελένη άκουγε την ιστορία προσεκτικά λέξη προς λέξη. “Άντε νεράιδα μου τώρα σπίτι σου, νύχτωσε και η μητέρα σου θα ανησυχεί που δεν είσαι εκεί.” είπε ο παππούλης. Είχε δίκιο, είχε περάσει η ώρα, είχε σκοτεινιάσει και η μητέρα της δεν ήξερε που ήταν , σίγουρα θα ανησυχούσε. “Έχει πολύ ακόμα η ιστορία παππού;”, ρώτησε εκείνη. “ Μμμ, όχι πολύ μικιό μου. Σε λίγο η ιστορία τελειώνει” είπε εκείνος. Αφού τον καληνύχτισε με ένα φιλί στο μάγουλο η Ελένη πήγε προς το σπίτι της. Στα αυτιά της αντηχούσαν ακόμη τα τελευταία λόγια του σε λίγο η ιστορία τελειώνει. Τι ευτυχία!
Ήταν λίγο παράξενος ο παππούλης εκείνη την ημέρα. Μπορεί να σκεφτόταν τη γυναίκα του, ή και τα παιδιά του που ήταν μακριά στο εξωτερικό. Ναι, αλλά τώρα είχε εκείνη δίπλα του. Ήταν εκείνη σαν παιδί του και εγγονή μαζί. Γιατί ήταν στενοχωρημένος; Όταν γύρισε σπίτι της η μητέρα της την αγκάλιασε και της είπε πόσο είχε ανησυχήσει που είχε σκοτεινιάσει και δεν είχε επιστρέψει. Ίσα που σκάλισε μια πιπεριά από τα γεμιστά της προηγούμενης ημέρας, ήπιε χυμό ρόδι της γιαγιάς και πήγε στο δωμάτιό της προβληματισμένη και για τον παππούλη αλλά και για τα φτερά της νεράιδας που τελικά φύτρωσαν. Σε λίγο η ιστορία θα τελείωνε όμως εκείνη ήθελε να ακούσει λίγο ακόμη, λίγο ακόμη, λίγο ακόμη...
Η Ελένη εκείνο το ζεστό βράδυ του Αυγούστου κοιμήθηκε ελάχιστες ώρες κυρίως γιατί σκεφτόταν και τον παππούλη, αλλά και την συνέχεια της ιστορίας. Μπορεί αυτή η νεράιδα να είχε ευτυχισμένο τέλος; Τότε η Ελένη συλλογίστηκε για πρώτη φορά ότι σε όλα τα παραμύθια που τις εξιστορούσε ο παππούλης της, κανένα δεν είχε ευτυχισμένο τέλος, σε αντίθεση με όλα εκείνα τα βιβλία που είχε σπίτι της. Δεν είχε ακούσει ούτε μια φορά τον παππούλη να λέει : κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
Το επόμενο πρωί σηκώθηκε από το κρεβάτι, έφαγε μια φέτα ψωμί με σπιτική μαρμελάδα μούρων της γιαγιάς, πότισε τις γλάστρες γρήγορα- γρήγορα και πήγε στο ματάκι. Ο παππούλης της ήταν εκεί και ψάρευε με την πετονιά! Τι ευτυχία! Μπήκε γρήγορα στο σπίτι , πήρε ένα καλάθι και το γέμισε με ένα κομμάτι χορτόπιτα, ένα πλαστικο μπουκάλι χυμό ρόδι, ένα μικρό βάζο μαρμελάδα μούρο και 2 φέτες από το ζυμωτό ψωμί της γιαγιάς. Η Ελένη γέλασε γιατί σίγουρα χορηγός αυτού του καλαθιού θα μπορούσε να ήταν σίγουρα η γιαγιά της. Επίσης αναρωτήθηκε αν θα έπρεπε να γνωρίσει τον παππούλη της στη γιαγιά της και γιατί όχι να έκαναν και παρέα.
“ Η νεράιδα σήμερα είναι πολύ χαρούμενη, γιατί;” είπε εκείνος με φωνή που ίσα καθάριζες τι άρθρωνε. “Είμαι χαρούμενη και ευτυχισμένη γιατί σε βλέπω στη θέση σου παππούλη μου! Σε βλέπω στο θρόνο σου. Είσαι σα βασιλιάς σε αυτό το βράχο κι όλη η θάλασσα το βασίλειό σου.” είπε εκείνη χαρούμενη και του έδωσε το καλάθι. “ Τι όμορφα λόγια είναι αυτά που έρχονται από αυτό το μικροσκοπικό ξανθό πλασματάκι; Μου έφερε και πρωινό το νεραιδάκι! Σε ευχαριστώ. Θες να ακούσεις τη συνέχεια της ιστορίας, σωστά;”. Δεν χρειάστηκε να περιμένει απάντηση από την Ελένη. Και μόνο με ένα βλέμμα της ο κυρ- Γιάννης κατάλαβε πόσο πολύ ήθελε να ακούσει τη συνέχεια.
Η Ελένη όσο έλεγε την ιστορία τον παρατηρούσε. Πρέπει να είχε πολλή ζέστη γιατί ζοριζόταν αρκετά η φωνή του. Ο λαιμός σήμερα ήταν κάπως διαφορετικός, σαν φουσκωμένος, σα να πήγε να καταπιεί ένα ολόκληρο χταπόδι και το χταπόδι να πιάστηκε με τα πλοκάμια του και να έμεινε εκεί: “Είχαμε μείνει στο σημείο όπου η νεράιδα άπλωσε τη σκόνη στην πλάτη της, έβγαλε φτερά και άπλωνε σκόνη κι άλλο κι άλλο. Όφου! Μέχρι που το φιαλίδιο άδειασε.Η μάνα ήρθε κοντά της τρομοκρατημένη. Γιάντα φαίνεσαι στενοχωρημένη μάνα; Σήμερα επιτέλους θα πετάξω κι εγώ, της είπε. Τούτη η σκόνη είναι ούλη για τον πόλεμο που 'ρχεται νεράιγδά μου, είπε η μητέρα τσι. Οι φτερούγες όμως και μεγάλωναν και μεγάλωναν και μεγάλωναν μέχρι που έφτασαν σε ύψος τα δέντρα στους πρόποδες του Ψηλορείτη.Τι να έκανε το καημένο το νεραιγδιώ;”
Ο ηλικιωμένος κύριος που η Ελένη αποκαλούσε παππούλη, σταματούσε αποτόμα, έπαιρνε κρυφά βαθιές ανάσες, όσο έκανε ότι χάζευε τη θάλασσα, γιατί δεν ήθελε να δείξει στο κορίτσι ότι πλέον λαχάνιαζε, ενώ ρυάκια ιδρώτα έκαναν την εμφάνισή τους στο πρόσωπο του και αγκάλιασαν όλα τα χαρακτηριστικά του. “Παππούλη, χρειάζεσαι ξεκούραση και σκιά μου φαίνεται. Έχει καύσωνα σήμερα και δεν έχει μελτέμι.” είπε ανήσυχη η Ελένη. “Ναι μικρή μου νεράιδα, θα μαζέψω τα πράγματα και θα πάω να ξεκουραστώ. Αύριο θα έχεις μάθει το τέλος της ιστορίας, μην ανησυχείς!” είπε και ξεκίνησε να μαζεύει τα πράγματά του. Το μικρό ξανθό κορίτσι τον βοήθησε ενώ τον προέτρεψε να φάει από την μαρμελάδα που του είχε πάει το προηγούμενο βράδυ για να γίνει καλά. Τον βοήθησε να πάει στο σπίτι.
Τα τζιτζίκια έστελναν συνεχώς το τραγούδι τους προς κάθε μόριο αέρα, η θάλασσα ήταν ήρεμη και η ατμόσφαιρα μύριζε αντηλιακό. Η Ελένη πήγε σπίτι της. Σωριάστηκε στην κούνια στην αυλή της ενώ τα πόδια της, ξυπόλητα και κατάμαυρα έκαναν βόλτα κρεμασμένα. Πώς θα τελείωνε η ιστορία της νεράιδας που δεν είχε φτερά; Γιατί ο παππούλης δεν κατάφερνε να τελειώσει την ιστορία της; Μήπως δεν ήξερε το τέλος της, επειδή την έβγαζε από το μυαλό του και ντρεπόταν να το πει; Λίγες φορές της έδινε την εντύπωση ότι δεν ήξερε τις ιστορίες, που της έλεγε και ότι της σκεφτόταν εκείνη τη στιγμή.
Όλη την ημέρα η Ελένη την πέρασε μέσα στο σπίτι με τα βιβλία της διαβάζοντας ξανά και ξανά τις αγαπημένες της ιστορίες. Τα αγαπούσε πολύ τα βιβλία της. Μερικές φορές τα βράδια τα έπαιρνε αγκαλιά. Τα περισσότερα ήταν δώρα του μπαμπά, της μαμάς, της γιαγιάς. Πολύ τα αγαπούσε τα βιβλία της και δε τα άφηνε να τσαλακωθούν ούτε λιγάκι. Την επόμενη ημέρα σίγουρα θα μάθαινε επιτέλους το τέλος της ιστορίας της μικρής νεράιδας. Στο βραδινό γεύμα τσίμπησε μόνο μερικά κομμάτια καρπούζι, ενώ ήταν τόσο σκεπτική που κατάπινε όλα τα κουκούτσια άθελά της. Ήταν πολύ γλυκό το καρπούζι. Ο μπαμπάς της πάντα διάλεγε να της δώσει την καρδιά του καρπουζιού: το πιο γλυκό κομμάτι. Μετά ήπιε μια πορτοκαλάδα με ανθρακικό που της άρεσε να πίνει μια στο τόσο, λόγω της μητέρας της, η οποία της έλεγε συνεχώς ότι δε της κάνει καθόλου καλό. Αλλά της άρεσε πολύ πως το ανθρακικό γαργαλούσε τόσο ευχάριστα το λαιμό της. Ύστερα τα μάτια δάκρυζαν και έβγαζε από το στόμα κάτι απαίσιους ήχους, οι οποίοι της θύμιζαν τα αγόρια της τάξης της.
Η νεράιδα θα βρει τον δικό της νεράιδο και μετά θα' ναι ευτυχισμένη. Και θα κάνουν και πολλά παιδιά και θα μπορεί να πετάει όπως καμιά άλλη. Και θα πετάει πολύ ψηλά. Και θα δει τον κόσμο από πάνω. Και θα ναι ευτυχισμένη η μικρή νεράιδα και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα...Με αυτές τις σκέψεις την πήρε ο ύπνος στην αυλή, στην αγαπημένη της γωνία, πάνω στην κούνια. Ο πατέρας της ίσα που πήγε να την σκεπάσει, γιατί το βράδυ σήκωνε συχνά μελτέμια, την φίλησε στο μάγουλο και μπήκε στο σπίτι.
O ουρανός ήταν πεντακάθαρος, τα αστέρια φωσφώριζαν στο σκοτάδι. Η θάλασσα συνέχιζε να είναι ήρεμη, ενώ μερικά μικρά κυμματάκια έκαναν την εμφάνισή τους και όταν έσκαγαν δημιουργούσαν μια απαλή μουσική, ένα μουσικό όργανο που θα ζήλευε ακόμη και ο πιο ταλαντούχος μουσικός. Αυτές οι νότες της θάλασσας, εξαφάνισαν όλους τους θορύβους της στεριάς. Όλη η κρητική γη σε πλήρη αρμονία. Τα μελτεμάκια που σηκώθηκαν χάιδεψαν απαλά όλα τα πλάσματα σε εκείνη την ακτή. Ζωντανά και μη.
Το επόμενο πρωί η Ελένη ξύπνησε γιατί το φως το ήλιου άγγιξε χωρίς άδεια το πρόσωπό της, ενώ φωνές ανθρώπων, ξένων και μη, γέμιζαν την πρωινή ατμόσφαιρα που είχε κάτι από μυρωδιά τριαντάφυλλο. Η Ελένη κοίταξε τις τριανταφυλλιές της μητέρας της. Όλα τα μπουμπούκια είχαν ανοίξει. Άσπρα, ρόζ, κόκκινα, πορτοκαλί. Πλησίασε και τα μύρισε ένα- ένα. Κάθε μπουμπούκι τελικά είχε τη δική του μυρωδιά όσο κι αν θεωρούν ορισμένοι ότι όλα τα τριαντάφυλλα έχουν την ίδια μυρωδιά. Μύρισε και τα κόκκινα, πιο κατευρή μυρωδιά, τα ρόζ πιο γλυκιά,τα πορτοκαλί πιο έντονη και τα άσπρα πιο πικρή. Μυρωδιά και ανάσα. Ο κόσμος, οι γεύσεις του, οι στιγμές του σαν τα τριαντάφυλλα.
Αμέσως σκέφτηκε τον παππούλη και πήγε στο ματάκι της εξώπορτα. Έλεγξε όλη την ακτή. Ο παππούλης δεν ήταν στο μέρος του. Ο θρόνος του ήταν άδειος. Απογοητεύτηκε. Αποφάσισε να πάει σπίτι του. Όσο προχωρούσε την προσοχή της τράβηξε μια μικρή αφίσα. Μια μικρή αφίσα με τη φωτογραφία του παππούλη πάνω σε έναν στύλο. Μια τετράγωνη μικρή φωτογραφία του παππούλη και πολλά γράμματα. Ήξερε γράμματα, ήθελε να την διαβάσει! Μήπως ο παππούλης οργάνωνε βραδιά ιστοριών στο χωριό και δεν της είχε πει τίποτα; Μήπως θα της έκανε έκπληξη; Ήταν η αφίσα πολύ ψηλά και δεν έφτανε να διαβάσει. Προσπάθησε να την τραβήξει προς το μέρος της: την έσκισε. Πήρε ένα μικρό κομμάτι. Η αφίσα έλεγε για κάτι εγγόνια και παιδιά. Δίπλωσε το χαρτί και το έβαλε στην τσέπη της, θα ρωτούσε τον ίδιο.
Καθώς πλησίαζε άκουσε φασαρία. Κόσμος μαζεμένος ήταν στην αυλή του παππούλη. Για μια στιγμή η Ελένη νόμιζε ότι είδε τη μαμά της. Όχι, δεν έκανε λάθος ήταν η μαμά της εκεί! Μα τι γίνεται; Η Ελένη πλησίασε κι άλλο κι όταν είδε ένα ξύλινο ανοιχτό καπάκι με έναν ανάγλυφο σταυρό στο κέντρο. Βούρκωσε. Έτρεξε με όλη της τη δύναμη στο σπίτι. Όχι στο δικό της σπίτι. Ήθελε να δει τον παππούλη της.
Ένιωσε στιγμιαία μια μάζα από μαυροντυμένα άτομα να προσπαθούν να την ακινητοποιήσουν , να τεντώνουν τα χέρια τους και να προσπαθούν, να την φρενάρουν με το σώμα τους, μέσα σ' αυτά τα άτομα μαζί και η μητέρα της. Δε τα κατάφεραν. Σταμάτησε τις γρήγορες κινήσεις όταν πια έφτασε σε ένα χώρο, που όλοι στέκονταν προσοχή. Μύριζε παντού λιβάνι. Γύρω δεν κουνιόταν τίποτα. Μόνο ο υγρός αλμυρός πόνος, που έσταζε από τα πρόσωπα είχε κίνηση και τα ματόκλαδα που ανοιγόκλειναν. Μύριζε και μαύρο χρώμα. Γύρω υπήρχαν 6 κεριά αναμμένα. Το ξύλο του κρεβατιού είχε χρώμα σκούρο κεραμιδί. Υπήρχαν πολλά τριαντάφυλλα. Άσπρα τριαντάφυλλα. Περικύκλωναν τον παππούλη. Ο παππούλης μέσα σε αυτό το κρεβάτι με ανέκφραστο πρόσωπο, ήταν μπλαβής: έμοιαζε με γιγάντια, λιαστή, παραφουσκωμένη μελιτζάνα με επίσημα ρούχα και άσπρες τρίχες. Το σφηνωμένο χταπόδι ήταν ακόμη εκεί, στο λαιμό. Ήταν πια μακριά από το βασίλειό του. Ήταν αλήθεια, δεν της έλεγαν ψέματα. Βαρέθηκε! Πότε θα σηκωνόταν πια και θα τους έλεγε ότι όλο αυτό ήταν μια πλάκα; Ένιωσε το χέρι της μητέρας της να την αγγίζει. Ήθελε να πάει σπίτι.
Κλείστηκε στο δωμάτιό της, όταν έφτασε σπίτι ενώ ένιωθε την καρδιά της να χτυπά δυνατά. Πολύ δυνατά, τόσο δυνατά που νόμιζες ότι θα χορεύει κάποιο τραγούδι. Η πόρτα χτύπησε. Μπήκε η μαμά της. Τρόμαξε που την είδε να τρέχει έτσι. Έπεσε η μία στην αγκαλιά της άλλης. “ Πες μου αλήθεια, πόνεσε ο παππούλης; Πόνεσε;” είπε το κορίτσι με δάκρυα στα μάτια. “Όχι, έφυγε στον ύπνο του.” είπε εκείνη. Τώρα έσφιγγε η μία την άλλη ακόμη πιο πολύ. Η Ελένη κοίταξε το ημερολόγιο στον τοίχο της. 28 Αυγούστου. Σήμερα ο παππούλης έφυγε από κάτι που λένε ότι είναι και ζώδιο. Ένα, σα χταπόδι, σφηνωμένο στο λαιμό του. Το ήξερε καιρό, αλλά δεν έλεγε τίποτα. 28 Αυγούστου. Η μέρα που ο παππούλης δεν κατάφερε να ολοκληρώσει την ιστορία που τόσο της άρεσε, γιατί ήξερε καταβάθος ότι η πυρόξανθη νεράιδα της ιστορίας της έμοιαζε πολύ. Η μητέρα της γονάτισε την κοίταξε και της έδωσε ένα κομμάτι χαρτί που έγραφε “ Για την μικρή νεράιδα”.
Εκείνη άρπαξε το χαρτί σχεδόν σκίζοντάς το, το άνοιξε και διάβασε. Κάνοντας αυτό που έγραφε το χαρτί, πήγε στο γραφείο της βρήκε ένα πρόχειρο μπλε τετράδιο, πήρε ένα μολύβι και έγραψε κάτι για πρώτη φορά: Το κορμάκι της Ήτης, που ήθελε να πετάξει δεν άντεξε και διαλύθηκε στον αερά. Εκειά ψηλά, ίσα που πρόλαβε και κοίταξε μια φορά τον κόσμο από κει πάνω. Χρυσόσκονη απλώθηκε σε όλιο τον αέρα και όταν ακούμπησε στη θάλασσα έγινε χρυσαφί ξηρά γη. Η μάνα της Ήτης έμεινε κλεισμένη μέσα στην σπηλιά σε κάποιους από τους πρόποδες του Ψηλορείτη και δίπλα στη θάλασσα και κλαίει ακόμα για το χαμό της κόρης της. Φήμες λένε ότι ακόμα γροικάς το μοιρολόι της , αν περάσεις από εκειά. Προς τιμήν της Ήτης, χάρισαν το όνομά της στη νέα γη που δημιουργήθηκε από 'κείνη, σε συνδυασμό με τσι κραυγές που την οδήγησαν στο θάνατο και έτσι η γη ονομάστηκε Κρήτη. Τέλος.
Βγήκε στην αυλή. Πλησίασε την εξώπορτα, πήγε κοντά στο ματάκι. Κοίταξε μέσα. Είδε τη θάλασσα από τη μία άκρη έως την άλλη: όλη την ακτή. Ο θρόνος όμως άδειος, το βασίλειο ήταν ακυβέρνητο. Έκοψε ένα λευκό τριαντάφυλλο, το μύρισε : πικρή μυρωδιά. Τόσο λευκό, αλλά πικρό, σκέφτηκε και άφησε να της ξεφύγει μια μπλε νότα αναστεναγμού. Πλησίασε το θρόνο και άφησε εκεί το τριαντάφυλλο. Φαντάστηκε τον παππούλη της, σα την νεράιγδα της ιστορίας την τελευταία στιγμή, να κοιτά τον κόσμο από κει πάνω. Τα άσπρα τριαντάφυλλα τα μύρισε νωρίς, τώρα τις απέμεναν τα κόκκινα, τα ροζ και τα πορτοκαλί. Ο θρόνος περίμενε εκεί άδειος και βουβός. Ποιος βασιλιάς θα ερχόταν τώρα; Τι θα απέγινε το βασίλειο; Η θάλασσα πενθούσε μαζί με την Ελένη για το χαμένο βασιλιά με την πιο μελαγχολική μουσική της. Όσα κύμματα κι αν έρχονταν ξανά, κανένα δε θα άκουγε την χαρούμενη φωνή της.
20 χρόνια μετά...
ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ
Ο εκδοτικός οίκος Φορτέτζα σας προσκαλεί στην παρουσίαση του πρώτου
βιβλίου της Ελένης Τριανταφυλλάκη μιας νέας, ανερχόμενης, πολλά υποσχόμενης συγγραφέως, με
τίτλο
“Μια Νεράιδα χωρίς φτερά και άλλες ιστορίες”.
Σας περιμένουμε στο βιβλιοπωλείο ...... την Παρασκευή 28 Αυγούστου στις 12.00


