Γράφει η Ζαμπετάκη Ευγενία
Σάββατο του Λαζάρου – Κυριακή των Βαΐων
-Ξαδέρφη… ε, ξαδέρφη Αργυρένια, που το λέεις μπρε; Κοίτεσαι μωρή ακόμη γη εκουφάθηκες σιοντιμπιντούς;(1)
-Καλώς τη Ζαχαρένια! Είντα καιρός σ’ έβγαλενε οθενέ παέ αξημε΄ρωτα; Εγώ αχεροτάϊζα στο κατώι τα έχνη και δινα τω γ-κουνελιώ ξερά χόρτα γιατί μετ α χλωρά τσιλιούνται(2) κι αρχινήξανε τα παντέρμα και ψοφούνε. Ε!... έμπα λωδά να κάτσεις, να ξεκουραστείς μια ουλιά να πιούμενε ένα γ-κρασί με δυο ελές κι ένα ψιχάλι ψωμί, γιατί ‘ναι Παρασκή σήμερο και νηστεύγομε το λάδι.
-Γειά σου μπρε και σώπα, στη γ-κοιλιά μου θάχω δα το νου μου, ανάπισα απόντε ν-οψάργας και θα ζυμώσω σήμερο ένα Λαζαρόψωμο να το πάω αύριο το πρωί στη ν-εκκλησία απ’ ‘ναι το Σάββατο του Λαζάρου. Δε ν-αναστοράσαι τα Ισούλια(3) του τόπου μας. Όποιος έχει φρεσκοθαμμένο νεκρό απού δεν έχει χρονιάσει ακόμη, κάνει ένα νεκρόψωμο με τη μορφή ν-του και το πάει στην εκκλησία να συχωρεθεί η ψυχή ν-του.
Θέλω να ‘ρθει η Ζαμπιά, η κοπελιά σου, να μου το ξομπλιάσει(4), γιατί τρέμουνε τα παντέρμα μου χέρια απού τα βάσανα και δε ν-είμαι άξια για ‘τσα δουλειά.
-Άμε(5) Ζαχαρένια μου να βάλεις ομπρός το ζυμωτό κι εγώ θα τη ξυπνήσω και θα ‘ρθει γιαμιάς(6).
-Ε! θειαδάκι, που το λέεις, ήρθα, ετοίμασες τη ζύμη;
-Έτοιμη τη ν- έχω Ζαμπιά μου, άγγιξέ τση να δεις α ν-είναι καλή.
-Καλή ‘ναι, σφιχτή – σφιχτή, απαντιδερή για ξόμπλια. Φέρε ένα μεγάλο δίσκο να θέσω το ζυμαρένιο κορμί του μπάρμπα Σήφη, με τα ζυμαρένια στιβάνια, θα του βάλω και στα χέρια μια ζυμαρένια μπαστούνα γιατί ‘τανε βοσκός και γύρου γύρου θα στολίσω το δίσκο με ζυμαρένια λουλουδάκια. Καλά τα λέω θεια;
-Άντε παιδί μου αρχίνηξε, κάνε ότι καταλαβαίνεις κι εγώ θα πλύνω τη σκάφη και τα χρειασίδια(7).
Σα ν-έκαμενε το πλύσιμο η Ζαχαρένια εκοντοσίμωσενε οθέ ν-το δίσκο και ξάνοιξενε τη ζυμαρένια μορφή του άντρα τζη.
-Ηγούγια μου Ζαμπιά μου, μα ο Σήφης μου ήτανε κοπελιάρης(8)… αναμάζωξέ του μια ουλιά(9) τη μπούκα(10) ν-του, βάλε του κοπελιά στη γ-κεφαλή ένα ζυμαρένιο κρουσάτο μαντήλι να φανεί μόνο, μόνο η γι-ομορφιά ν-του…
Έβαλενε τα δυνατά τζη η ξομπλιάστρα, ευχαριστήθηκενε η θειά τζη και τση ‘πενε:
-Γεια στα χέρια σου, μα το καλύτερο Λαζαρόψωμο θα ‘ναι το δικό μου. Δε ν-επρόλαβενε να φύγει η Ζαμπιά και μπήκανε στο σπίτι, τα πρώτα Λαζαράκια τα δυο εγγονάκια τζη, το Σηφαλιώ του Γιώργη και ο Λευτέρης τση Μαρίας, εκρατούσανε ένα μακρέ καλάμι και ετοιμάζανε το Λάζαρο. Στη ν-απάνω μεριά εβάλανε ένα ν-άσπρο κρίνο πιο χαμηλά επεράσανε στο καλάμι ένα στεφάνι με άγρια τσιτσέκια(11) και το φυλάξανε οπίσω απού τη μ-πόρτα.
-Γιαγιά αύριο θα κρατούμε το Λάζαρο, θα μας σε δώσεις κι ένα καλάθι για τ’ αποχερίδια και θα γυρίζομενε το χωριό να λέμε τα Λαζαροκάλαντρα.
-Εμάθετέ τα απ’ όξω σας, να τα λέτε όμορφα να μη κνουκνουκάτε(12) να σας σε κάνει ο κόσμος σεΐρι(13).
-Αφού γιαγιά μας τα ‘πες και τα γράψανε, ούλη μέρα οψές(14) τα μαθαίναμενε
-Γιαγιά τα κάλατρα λένε πως ήτανε ο Λάζαρος τέσσερις ημέρες αποθαμένος μέσα στο μνήμα, πως δε ν-έκαμενε σκουλήκους;
-Ποιος λέει πως δε ν-έκαμενε, μόλις το ν-έσειρενε ο Χριστός όξω και πάτησενε στη Γης, επέσανε μερικοί σκουλήκοι και τσι πιασενε ένας άθρωπος και τ’ ακούμπησενε σε μια μουρνέ απού ‘τανε εκειά κοντά. Οι σκουλήκοι ετρώγανε μουρνόφυλλα, επλέξανε κουκούλια, από τα κουκούλια εβγάλανε το μετάξι. Από τότεσάς αρχινήξανε οι γι’ άθρωποι να θρέφουνε τσι μεταξοσκώληκες και να βγάνουνε το μετάξι.
-Γιαγιά, τη ν-αναρώτανε κι ο Λευτέρης, τα κάλαντρα λένε:
-«Πε μας Λάζαρε τι είδες εις τον Άδη απού πήγες;»
-«Είδα φόβους, είδα τρόμους, είδα βάσανα και πόνους
Δώστε μου λίγο νεράκι να ξεπλύνω το φαρμάκι…»
-Δε γατέω(15) παιδιά μου είντα ‘δενε στο ν-άλλο κόσμο, έχω ακουστά πως ποτές του δε ν-εξαλαγέλαξενε, παρά μόνο όντε ν-είδενε ένα ν-άθρωπο να κλέφτει μια πήλινη στάμνα. Τοτεσάς ε΄πενε: «Το ένα χώμα κλέφτει το άλλο χώμα» και γέλα ξένε!
-Γιαγιά είντ’ απογίνηκενε ο Λάζαρος, εξαναπόθανενε; ερώτηξενε το Σηφαλιώ.
-Δε γ-κατέω κοπέλι μου, λένε πως εμπήκενε σ’ ένα πλοίο και πήγαινε σ’ ένα νησί, στη γ-Κύπρο, έζησενε εκειδά τριάντα χρόνους ακόμη.
-Ελάστε κοπελάκια να σας αγκαλιάσω, θωρώ κι απογαλανίσετε σα ντο ποθαμένο Λάζαρο, μη φοβάστε! Όπως τραγουδείτε και στα Λαζαροκάλαντρα, ο Χριστός είπενε «Δεύρο έξω Λάζαρέ μου, φίλε και αγαπητέ μου…» Οι γραφές το λένε ξεκάθαρα… ο Χριστός κατανίκησε το ν-Άδη, κι άφησε παράθυρο για να περάσει η ελπίδα. Αύριο θα πάρετε το στολισμένο καλάμι, το ν-αστημένο Λάζαρο να γυρίζετε τσι δρόμους, να χτυπήσετε τσι πόρτες τω ν-αθρώπω και να διαλαλείσετε τη ν-Ανάσταση.
Εξετέλεψενε η Ζαχαρένια τσι δουλειές, εφούρνισενε και το νεκρόψωμο, επλύθηκενε εφουντάλλαξενε και τ’ αποβασιλέματα του ήλιου έγκαψενε οθέ τη ν-εκκλησία να βοηθήσει να πλέξουνε τα βάγια. Τη μ-παράλλη μέρα ήτανε η Κυριακή των Βαΐων. Με κλαδιά Βαΐων, ελιάς, δάφνης και άλλων δέντρων γίνεται δεκτός ο Χριστός στα Ιεροσόλυμα, για ν’ αρχίσει αμέσως μετά η σκληρή περίοδος του πάθους. Εδώ και δυο τρεις μέρες τα φύλλα του φοίνικα ήτανε σ’ ένα μεγάλο καζάνι με νερό, να μαλακώσουνε για να μπορούνε να πλέκουνται σε σχήμα σταυρού.
Οι καλές ξομπλιάστρες πλέκουνε όμορφα μεγάλα βάγια και μ’ αυτά στολίζουνε τσι πολυέλαιους τσ’ εικόνες, χαρίζουνε τσι παπάδες, τσ’ άρχοντες και τσ’ ευεργέτες τσ’ εκκλησίας, Στη μέση του σταυρού βάνουνε εν’ ανθισμένο κλαδάκι ελιάς γη ένα λουλουδάκι. Ούλες οι χωριανές πρεμαζώνουνται καθ’ αργά τη μΠαρασκευή και το Σάββατο και πλέκουνε κι αναθιβάνουνε(16) τα παλιά ισούλια.
-Μα γιάντα δα πρέπει τα βάγια να πλέκουνται από φύλλα Φοίνικα; ερώτηξενε η Φραγκιαδοφωτεινή.
-Γιατί με κλαδιά Φοίνικα υποδεχτήκανε οι γι-Οβραίοι το Χριστό, τσ’ απηλοήθηκενε η Παπαδιά.
-Δεν υποδεχτήκανε το Χριστό μόνο με κλαδιά Φοίνικα, αλλά και με κλαδιά άλλων δέντρων, το έθιμο είναι από τα παλιά χρόνια, οι ιερές πομπές ετελούντο με κλαδιά από διάφορα δέντρα. Η πομπή προς τα Ελευσίνια μυστήρια και η πομπή προς τα Παναθήναια γινόταν κρατώντας οι μύστες κλάδους δέντρων.
Τα κλαδιά των Φοινικόδεντρων είναι πανάρχαιο σύμβολο νίκης και γονιμότητας είπενε η δασκάλα του χωριού, η κυρία Φανή.
-Ετούτανά τα βαρέ ελληνικά απού μας σε λέεις δε ν-τα πολυκαταλαβαίνομενε κερά δασκάλα, τση πενε η Δρακοκωστίνα εκείνο να απού κατέω πως εκάνανε παλιότερα στο χωριό μας, μα εδώ το παραιτήσανε σα κι ούλα τ’ άλλα εφέρνανε τω Βαγιώ στη ν-εκκλησία ένα μεγάλο κλαδί ελιάς. Στο τέλος της λειτουργίας εκόβγανε ένα κλαδάκι αντί για βαγί. Το κλαδί μετά τοπερνενε κάθα χρόνο ένας χωριανός και το φύγευγενε. Αυτό ερίζωνε και εγίνουντανε μια ελιά που τη θεωρούσανε τυχερή.
-Εγώ ζάβαλε παίρνω το βαγί. Έλεγενε η Καμπουρογιώργενα, το πάω στο σπίτι και γητεύω τα μυαρά(17) τωνε λέω «Μέσα μπαίνει το βαγί, όξω ψύλλοι και κοργιοί» κι ανάθεμα το ‘να π’ απομένει.
-Εγώ, είπενε η Κατεργιά του Σήφακα, το βαγί το βάνω οπίσω από τη οξώπορτα του σπιθιού, για να μη μπορεί να περάσει μέσα ο δαίμονας. Άλλες είπανε ότι το κρεμούνε στο σταύλο να μη μ-πειράξει ο ξορκισμένος τα ζωντανά, κι άλλες το κρεμούνε στα δέντρα να καρποφορήσουν.
-Εγώ μωρέ θα σας σε πω μια ν-ιστορία είπενε η Μαλαματένια απού την έχω ακουστά απού τη λαλά μου, ο Θεός να τση συχωρέσει σα ν-εφέραμενε τη γ-κουβέντα τζη να γελάξομενε μια ουλιά(18) είπενε η Αντρικομαρία.
Ήτανε επαδά στο χωριό μας ένα ν-αντρόϋνο, η Βαγγελίτσα και ο Γεράσιμος. Αυτή τανε κάθα Κυριακή στη ν-εκκλησία. Ο άντρας έβγανενε τα έχνη(19) στα χωράφια κάθα πρωί και δε ν-επάτιενε στη ν-εκκλησία. Το καμενε η κακή ώρα και τη ν-ημέρω τω βαγιώ εβρέθηκενε ψοφισμένη η ματζιέτα στο στάβλο. Τούτηνα δα τη ν-αφορμή του βριχνε η γυναίκα η Βαγγελίτσα και το ν-αποσκυλάκανε(20) «Νάχα ν-έρθεις στη ν-εκκλησία θελά ‘χες παρμένο ένα βαγί να το ‘χες κρεμασμένο στη μ-πόρτα του κατωγιού να μη μπορεί ο ξορκισμένος να μπει ν’ αποθάνει τη ν-αελέ.
-Είντα γιάντα μπρε δεν έβαλες το βαγί απού πήρες του λόγου σου;
-Εγώ το βαλα στην απάνω πόρτα και τονε μπόδισενε να μη μ-ποθάνει εσένα.
-Βαλάι –μπιλάι(21) έχεις δίκιο.
Την ερχόμενη χρονιά τω Βαγιώ πάει ο Γεράσιμος στη ν-εκκλησία να πάρει ένα βαγί να προστατέψει τα έχνη ν-του. Όντε ν-εκοντοσίμωνε θωρεί και βάνανε μια δραχμή στο δίσκο και παίρνανε ένα βαγί. «Όι μωρέ πολλά ‘κριβό τόχνουνε» απογυρίζει και φεύγει.
Θωρεί στη ν-άκρα τσ’ εκκλησίας κάτι φύλλα πού χανε περισσέψει, σκύφτει αναμαζώνει μια φουρφουλέ, κάνει ένα βαγί και λέει:
-Δε μ-πιστεύω δα ο διάολος να το καταλάβει πως δε ν-το πήρα απού τη χέρα του Παπά και δε τόχω πλερωμένο…
-Εγώ θα σας σε πω ένα τραγουδάκι κι απόης θα φύγω είπενε και το Κατινιώ η καντηλανάφτισσα:
Τω Βαγιώ, Βαγιώ, Βαγιώ/ τρώνε ψάρι και κολιό
και την άλλη Κυριακή. Τρώνε το ψητό τ’ αρνί
Την άλλη μέρα τω Βαγιώ/τρώνε ψάρι και κολιό
και την άλλη Κυριακή/καλιτσούνι και ρακή
Τω Βαγιώ, Βαγιώ, Βαγιώ/ τρώνε ψάρι και κολιό
και απάνω στις οκτώ/τρώνε κόκκινο αυγό.
Βάγια, Βάγια των Βαγιώ/τρώμε ψάρι και κολιό
και την άλλη Κυριακή/του καλιτσουνιού τ’ αυτί.
-Έκαμα μερικά βαγιά, είπα σας και τη ν-ιστορία του τσιφούτη(22) θα πάω δα στο σπίτι μου ν’ αναπιάσω προζύμι γιατί κάθα χρόνο το Σάββατο του Λαζάρου ζυμώνω τσ’ αυγοκουλούρες.
-Εμένα στο χωριό μου τσι λένε κουκνίσκους*, είπενε η Βασιλική η γυναίκα του Φακιδομανώλη απού τανε απ’ αλάργα μέρη, τα ζυμώνομενε τη Μεγαλοβδομάδα για να ‘ναι φρέσκα τη Λαμπρή.
-Μπρεσύ Βασιλική είντα βάνετε σεις, εκειά κάτω οθε τζι τόπου σας, στη ζύμη;
-Εμείς Βλαβία τα ζυμώνομενε με αθόγαλο, αυγά, ζάχαρη και αλεύρι για μυρωδιά ψιλοξυσμένη φλούδα λεμονιού. Πλάθομενε με τη ζύμη αυγομαντόνες, κουτσούνες αυγοκουλούρες, πολλές φορές ζώα ψαράκια πουλιά κι ούλα τουτανά τα λέμενε κουκνίκους.
Εσηκώθηκε κι η Ζαμπιά και είπενε:
-Να σας σε καληνυχτίσω και ‘γω, πάω στο σπίτι μου να βάλω μπακαλιάρο στο νερό, γιατί τω Βαγιώ τρώνε ψάρι, μα που θα βρεθεί φρέσκο ψάρι στο χωριό;
Ας είναι και παστό, «Χρόνια πολλά».
*κουκνίσκοι: τα μικρά ποικιλόσχημα αρτίδια έχουν τις ρίζες τους στην αρχαιότητα. Οι πρώτες ενδείξεις προέρχονται από αιγυπτιακά ευρήματα. Σε τοιχογραφία των χρόνων 1200 – 1168 π.Χ. (επί Ραμσή του 3ου) εικονίζονται πάνω σε τραπέζι αρτοποιείου ζωομορφικά ψωμιά (από το βιβλίο του Νίκου Ψιλάκι «Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη», σελίδα 155)
«Άρχοντες καλημέρα σας αν είναι ορισμός σας
δια να ιστορήσομε εις το αρχοντικό σας
Σήμερο πήγε ο Χριστός εις πόλιν Βηθανίαν
εις Προϋπάντησαν αυτού εξήλθεν η Μαρία.
Τους πόδας επροσκύνησε με δάκρυα τους βρέχει
κι έλεγε στο διδάσκαλο πως αδερφό δεν έχει.
Διδάσκαλε, του έλεγε, ω λυτρωτά του κόσμου,
αν ήσουν δω δεν πέθαινε Λάζαρος αδελφός μου.
Της απεκρίθη ο Χριστός: Μαρία, τι μου λέγεις;
ο Λάζαρος ου τέθνηκε και παύσε πια να κλαίγεις.
Εις Βηθανίαν άγομεν τον τάφον να γνωρίσω,
όπως αυτόν από νεκρών εγώ να ανστήσω.
Κι αφού στον τάφο έφτασαν τότε ο Χριστός δακρύζει
ο Κύριος του Σύμπαντος τον Άδη φοβερίζει
Φωνή μεγάλη ανέκραξε: Λάζαρε δεύρο έξω
κι ευθύς εβγήκε ο Λάζαρος από το μνήμα έξω.
Τέσσερις μέρες ήκαμε νεκρός στον Άδη κάτω
μα ο Κύριος τον ξύπνησε καθώς να εκοιμάτο.
Έπαυσ’ ο θρήνος πάραυτα της Μάρθας και της Μαρίας
έχαιρε δε και ο λαός όλης της Βηθανίας.
Τρεις μέρες θρήνησαν πικρά τον μόνον τους προστάτη
αλλ’ επαρηγορήθησαν τη μέρα την Τετάρτη.
Πάντες με μιαν εύνοιαν τον Ύψιστον δοξάζουν
και εις τον Άδη Λάζαρος τι είδε εξετάζουν.
Δεόμεθα στον Ύψιστον έτη πολλά να ζείτε
και τας ευχάς του να ‘χετε δια να ευτυχείτε.
Ούτος, ο Θείος Λάζαρος να ‘ναι βοήθειά σας
κι η Παναγιά κι ο Χριστός να βλέπει τα παιδιά σας.
Του χρόνου πάλι να ‘ρθομε μ’ υγεία να σας βρούμε
στον οίκο σας χαρούμενοι όλοι να τραγουδούμε».
Τα νεότερα λαζαροκάλαντα:
«Σήμερον έρχετ’ ο Χριστός,
ο επουράνιος Θεός,
εν τη πόλει Βηθανία,
με κλάδους, με βαΐα.
Ελάτε σας παρακαλούμε,
για να σας διηγηθούμε,
για να μάθετε τι εγίνη
σήμερο στην Παλαιστίνη.
Εις την πόλη Βηθανία
Μάρθα κλαίει και Μαρία
Λάζαρον τον αδελφό τους
τον γλυκύ και γκαρδιακό τους,
τον μοιρολογούν και κλαίνε,
τον μοιρολογούν και λένε.
Τρεις ημέρας τον θρηνούσαν
και τον εμοιρολογούσαν.
Την ημέραν την τετάρτην
κίνησ’ ο Χριστός για να ‘ρθει
και εβγήκεν η Μαρία
έξω από τη Βηθανία
και εμπρός του γόνη κλίνει
και τους πόδας του φιλεί.
-Αν εδώ ήσουν, Χριστέ μου,
δε θα πέθαιν’ ο αδελφός μου
μα και τώρα εγώ πιστεύω
και καλότατα ηξεύρω
ότι δύνασ’ αν θελήσεις
και νεκρούς να αναστήσει.
-Πίστευε, Μαρία
άγωμεν εις τα μνημεία.
Τότε ο Χριστός δακρύζει
και τον Άδη φοβερίζει.
-Άδη, Τάρταρε και Χάρο
Λάζαρ’ ήρθα να σε πάρω.
Δεύρο έξω Λάζαρέ μου,
φίλε και αγπαητέ μου.
Και ευθύς από τον Άδη
ως εξαίσιο σημάδι
Λάζαρος απελυτρώθη
ανεστήθη κι εσηκώθη
ζωντανός, σαβανωμένος
και με το κερί ζωσμένος.
Τότ’ η Μάρθα κι η Μαρία,
Τότε όλ’ η Βηθανία,
Μαθηταί και Αποστόλοι,
Τότε ευρεθήκαν όλοι.
Δόξα τω Θεώ φωνάζουν,
Και το Λάζαρο ξετάζουν.
-Λάζαρε, πες μας τι είδες
εις τον Άδη απού επήγες;
-Είδα φόβους είδα τρόμους,
είδα βάσανα και πόνους.
Δώστε μου νερό λιγάκι
α ξεπλύνω το φαρμάκι
της καρδίας, των χειλέων
και μη μ’ ερωτάτε πλέον.
Του χρόνου πάλι να ‘ρθομε
μ’ υγεία να σας βρούμε,
στους οίκους σας χαρούμενοι
κι ούλοι να τραγουδούμε».
Λέξεις
(1) σιοντιμπιντούς = ολότελα
(2) τσιλιούνται = έχουν διάρροια
(3) ισούλια = έθιμα
(4) ξομπλιάζω = στολίζω
(5) άμε = πήγαινε
(6) γιαμιάς = αμέσως
(7) χρειασίδια = κουζινικά σκεύη
(8) κοπελιάρης = όμορφος, γόης
(9) μια ουλιά = λίγο
(10) μπούκα = στόμα
(11) τσιτσέκια = λουλούδι
(12) κνουκνουκάτε = να μην κομπιάζετε
(13) σεΐρι = χάρι
(14) οψές = εχθές
(15) κατέω = γνωρίζω
(16) αναθιβάνουνε = θυμούνται
(17) μυαρά = μαμούνια
(18) ουλιά = μια στάλα, λίγο
(19) έχνη = ζώα
(20) αποσκυλάκανε = εμάλωνε
(21) βαλάι – μπιλάι (τούρκικη φράση) = ναι, μα το Θεό
(22) τσιφούτης = τσιγκούνης
