Tου Χάρη Στρατιδάκη
Δάσκαλος-Σχολικός Σύμβουλος
Την Τρίτη 18 Μαρτίου άφησε τον κόσμο αυτό μετά από 92 χρόνια παρουσίας (κατ’ άλλους 94) ο Βασίλης Γαλλιός, που έγινε ευρύτερα γνωστός με πολλά παρωνύμια. Όλα τους παρουσιάζουν το ενδιαφέρον τους. Το πρώτο ήταν το Γαλλιοβασίλης. Η γενιά ήταν εκείνη των Γαλλίδων, τη γενεαλογία της οποίας ερεύνησε παλιότερα ο Κωστής Ξεξάκης, του οποίου η μητέρα ανήκε σ’ αυτήν. Έγραψε, μεταξύ άλλων, ο αείμνηστος:
«…Ένας πλούσιος Τούρκος μπέης είχε βοσκό στα κοπάδια του [πάνω από τα Κυνηγιανά Μυλοποτάμου] ένα Γιακουμή Ρουσάκη. Επειδή αυτός καταγόταν από του Γάλλου Ρεθύμνου, τον έλεγαν, και έτσι ήταν ακουστός, Γαλλιογιακουμή. Σε κάποια απογραφή που έκαμαν οι Τούρκοι, ρωτώντας ένα δυο προεστούς πώς λένε τους χωριανούς των, αυτοί τους είπαν και τον έγραψαν Γιακουμή Γαλλιό. Σε κάποια επανάσταση, ίσως του 1821, εσκότωσαν τον Τούρκο και ελεηλάτησαν τα υπάρχοντά του. Ο Γαλλιογιακουμής εκράτησε για δικά του όσα γιδοπρόβατα εμπόρεσε, αγόρασε και μια έκταση πιο πάνω από το χωριό, εκεί έχτισε ένα σπίτι κι έζησε εκεί όλη τη ζωή του. Η σύζυγός του ήτο το γένος Ουρανού και απόχτησαν οκτώ παιδιά….»

Ένα από τα παιδιά αυτά, ο Κωστής εγκαταστάθηκε στον Κάτω Τριπόδο και απέκτησε τρία παιδιά, μεταξύ των οποίων τον πατέρα τού Γαλλιοβασίλη. Ο νεότερος απόγονος κληρονόμησε από τον πατέρα του το δικό του παρωνύμιο «Μυρωδιάς» και εξ αυτού αποκλήθηκε «Μυρωδοβασίλης». Στον μακρύ του βίο δικαιολόγησε και το παρωνύμιό του αυτό, με τον τρόπο ακριβώς που το κάνει το δημοτικό ριζίτικο τραγούδι:
Μυρίζουν οι βασιλικοί, μυρίζουν οι βαρσάμοι
μα σα μυρίζει ο φρόνιμος βαρσάμοι δε μυρίζου…
Ο φρόνιμος, ο σοφός, ο Μπαρμπα-Βασίλης, όπως επικράτησε να προσφωνείται τα τελευταία χρόνια, έφυγε πλήρης ημερών, αφού μάλιστα είχε καταφέρει να ξεφύγει από τα χέρια των Γερμανών κατακτητών πριν από ακριβώς 60 χρόνια, τον Μάρτιο του 1944. Την περιπέτεια εκείνη και τη σωτηρία τελικά των Μαργαριτών διηγούνταν συχνά στους νεότερους, αποτίοντας φόρο τιμής σε όσους έσωσαν το χωριό από τη βέβαιη καταστροφή.
Στο πέρασμά του από τον κόσμο έζησε λύπες αλλά και μεγάλες χαρές. Έχασε νωρίς την πρώτη του γυναίκα και χρειάστηκε για πολλά χρόνια να περιθάλπτει την δεύτερη, την Αργυρή ή «κοπέλι του», όπως την αποκαλούσε με απέραντη τρυφερότητα. Είχε ακόμη την ατυχία να χάσει σε μικρή ηλικία το ένα του μάτι και μπόρεσε να διασώσει το άλλο χάρη στη μεγάλη του πίστη, ιδιαίτερα στη μάνα του Χριστού, στη χάρη της οποίας ξανάστησε μαζί με την αδελφή του το ιστορικό εικονοστάσι του Κάτω Τριπόδου. Η Αθηνούλα του, η άξια σε όλα αδελφή του, μετά τον θάνατο της γυναίκας του άφησε τη Γερμανία και την οικογένεια της κόρης της, με την οποία ζούσε, για να απαλύνει τον πόνο του και να μην τον αισθάνεται μόνο. Αφιέρωσε στον αδελφό της οκτώ χρόνια από τη ζωή της και δεν εγκαταλείπει το πατρικό τους πριν περάσουν οι απαραίτητες ημέρες που η ψυχή του κυκλοφορεί και που το καντήλι δεν κάνει να σβήσει.

Ο Γαλλιοβασίλης έζησε όμως και μεγάλες χαρές: τη γέννηση και την αποκατάσταση της μονάκριβής του Ζωής με τον Γιάννη, ένα καλό παλικάρι από το Ροδάκινο, και τη γέννηση δύο αξιαγάπητων εγγονακιών. Έζησε σε ένα δύσκολο περιβάλλον, με τα αδέρφια του, σε συνθήκες στέρησης. Δεν καταδέχτηκε και ούτε πέρασε ποτέ από το μυαλό του να πειράξει οποιονδήποτε και οτιδήποτε δεν του ανήκε και βοήθησε αλλεπάλληλες φορές σε «σασμούς», ως πρόσωπο ευρείας αποδοχής που ήταν μέχρι και τα τελευταία του. Αντίστοιχα, σχεδόν κανένας δεν τον πείραξε κι όσοι το επεχείρησαν αναγκάστηκαν από την τοπική κοινωνία να επανορθώσουν. Εξαίρεση αποτέλεσαν πριν από τρία χρόνια κάποια καλόπαιδα της ευρύτερης περιοχής, που δεν δίσταζαν να χτυπάνε απροστάτευτους ανθρώπους για να τους αποσπάσουν τις οικονομίες τους. Το παράπονο του Μπαρμπα-Βασίλη ήταν διπλό: που δεν ήταν νεότερος να τους αντιμετωπίσει όπως έπρεπε και που θα έπρεπε να ξέρουν ότι στο σπίτι του δεν μπορούσαν να υπάρχουν χρήματα, αφού τα όσα περνούσαν καταναλώνονταν για την περιποίηση των χιλιάδων κυριολεκτικά ανθρώπων που φιλοξενούνταν σ’ αυτό κάθε χρόνο. Γιατί το σπίτι του στον Κάτω Τριπόδο, όπως και παλιότερο στον μικροοικισμό Σταυρωμένος, αποτελούσε το άντρο της κρητικής φιλοξενίας. Η τσικουδιά, το κρασί, τα τσιγάρα και οι μεζέδες που καταναλώθηκαν εκεί για την φιλοξενία «εδικών και ξένων», σε κανένα ίσως άλλο σπίτι αλλά και σε ελάχιστα καφενεία του νησιού έχουν το όμοιό τους. Και δεν υπάρχει έστω ένας γυρολόγος που να πέρασε οποτεδήποτε από εκεί που να μπορεί να παραπονεθεί ότι ο Μυρωδοβασίλης δεν τον προτίμησε, αγοράζοντας όχι μόνο τα απαραίτητα αλλά και τα περισσευούμενα, για να μην «παραπονεθεί πως δεν τον προτίμησε»!
Η ηρεμία, η σοφία και η πείρα του τον έκαναν δάσκαλο για μια σειρά νέων ανθρώπων, που μαζεύονταν δίπλα του για να πάρουν τη γνώμη του και να τον ακούσουν να διηγείται παραστατικά τις εμπειρίες μιας πολυκύμαντης ζωής: τις περιπέτειές του μετά την απόδραση από τους Γερμανούς, τις περιηγήσεις του ανά την Κρήτη ως τζαμπάζης, τις κατά καιρούς άλλες εργασίες που έκανε, τις οικογενειακές του περιπέτειες και τα σοφά του ύστερα.

Στο τέλος κάθε εβδομάδας και καθημερινά τα καλοκαίρια τον επισκέπτονταν σειρές παιδιών και νέων από τη γύρω περιοχή (Λαγκά, Τριπόδος, Βεργιανά, Σταυρωμένος, Πλευριανά, Μαργαρίτες), για να τον ακούσουν, με όσο σεβασμό δεν άκουγαν τους ίδιους τους παππούδες τους, να τον ρωτήσουν για διάφορα και να τον συμβουλευτούν. Η αυλή του παρουσίαζε εικόνα «Κρυφού Σχολείου», με χαμηλό φωτισμό, σε ένα έρημο κατά τα άλλα χωριό, με ένα κράμα ανθρώπων, παιδιών, εφήβων, νέων και γέρων, αλλά και τουριστών, που όλοι στο πρόσωπό του έβλεπαν τον εκπρόσωπο της Κρήτης των αξιών.
Δεν είναι λίγοι οι επισκέπτες της Κρήτης, από την υπόλοιπη Ελλάδα και αλλοδαποί, που επαναλάμβαναν κάθε τόσο την επίσκεψή τους σ’ αυτή προκειμένου να έχουν την χαρά να απολαύσουν τη φιλοξενία και την ξενάγησή του στην μνημειακή ελιά του Κάτω Τριπόδου. Μερικοί από αυτούς είναι ευγνώμονες που τους επέτρεψε να τον συνοδεύουν κατά καιρούς στην βοσκή των «αρνακιών» του, που τα είχε όλα ονοματοδοτήσει και τους φέρονταν σαν σε παιδιά του. Δεν είναι λίγοι επίσης εκείνοι που έχουν κοσμήσει τα σπίτια τους με μία από τις «κατσούνες» με τις οποίες τους φιλοδωρούσε, χωρίς ποτέ να δεχτεί το παραμικρό τίμημα, πέραν της φιλίας τους.
Έζησε την αναγνώριση όχι μόνο από την κοινωνία, που συνόδευσε σε κοσμοπλημμύρα την εκφορά του, αλλά και από τα μέσα ενημέρωσης, με εκπομπές αφιερωμένες σ’ αυτόν, από το κρατικό και τα κρητικά κανάλια. Η τότε υπεύθυνη Ελλάδας του πρακτορείου Ρόιτερς, που τον επισκέπτονταν κάθε καλοκαίρι, μίλησε για τον Γαλλιοβασίλη στο προσωπικό του μεγαλύτερου ειδησεογραφικού πρακτορείου, με τον χαρακτηρισμό «Ο τελευταίος Κρητικός». Όσοι τον γνώρισαν, το ίδιο έχουν να πουν: ήταν ο Κρητικός του Παντελή Πρεβελάκη, ήταν ο Καπετάν Μιχάλης του Νίκου Καζαντζάκη. Υπήρξε ο «Τελευταίος Κρητικός», όχι μόνο ως φορέας της παράδοσης, με το κρουσάτο μαντίλι, τις κιλότες και τα στιβάνια του, αλλά και ως φορέας των αξιών της παλιότερης Κρήτης: της αλληλεγγύης, της υποστήριξης στον αδύνατο, της απέραντης και χωρίς ανταλλάγματα φιλοξενίας, της ανυστεροβουλίας και της χωρίς όρια προσφοράς.

Ο Γαλλιοβασίλης έζησε και πέθανε όπως το απαιτούσε η κρητική παράδοση και η θρησκευτική του πίστη: αρνούμενος τη νοσοκομειακή περίθαλψη, μέσα στο σπίτι που γεννήθηκε, ανάμεσα στους δικούς του ανθρώπους, αξιοπρεπής μέχρι το τέλος. Πέθανε ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά. Λίγο πριν πεθάνει χάρισε σε κάποιο νέο της περιοχής τα καινούρια στιβάνια που είχε παραγγείλει και που σκόπευε να φορά στο τελευταίο του ταξίδι. Τελευταία του επιθυμία ήταν να συνεχίσει να υπάρχει και μετά τον θάνατό του στο τραπέζι της αυλής ένα μπουκάλι τσικουδιά για τους περαστικούς.
Ο Κάτω Τριπόδος πέθανε, μαζί με τον «ερημίτη» του, όπως αποκλήθηκε από τους δημοσιογράφους. Κι ολόκληρος ο Μυλοπόταμος και η Κρήτη των αξιών θρηνεί έναν άνθρωπο που ενσάρκωνε την πρεπειά της. Τάφηκε στον μοναχικό ναό του Αγίου Αντρέα, που είναι κτισμένος πάνω στα ερείπια παλαιοχριστιανικής βασιλικής, στ’ αγνάντια του λόφου της αρχαίας Ελεύθερνας, στον ίδιο τάφο με την ακριβή του Αργυρή, στη μνήμη της οποίας είχε προλάβει να φυτέψει ένα κυπαρίσσι. Κατά πάσα πιθανότητα είναι οι τελευταίοι ταφέντες στο εκεί κοιμητήριο, που μετρά ιστορία ούτε λίγο ούτε πολύ δεκατεσσάρων αιώνων.
Ας είναι αιώνια η μνήμη και το παράδειγμα του Μυρωδοβασίλη και το άρωμά του, του γνωστικού, του φρόνιμου, ας αρωματίζει και τον άλλο κόσμο στον οποίο πέρασε πριν από λίγες μέρες.




