ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

"Πυλαμπίδες" Διήγημα του Γιάννη Μπλέτα

0

Δεν κρυώνεις, Σκύλε; Πόσο σε προστατεύει αυτή η γούνα; Δεν παγώνει η γλώσσα σου, που είναι συνέχεια έξω; Δεν καίγονται από τον ξυραφένιο, κρύο αέρα τα κόκαλά σου; Σου δίνουν τροφή; Σε ταΐζουν πιο πολύ, τώρα που έχει κρύο; Φροντίζει κάποιος τις χαραμάδες στη γούνα σου; Δεν έχω ούτε ένα ευρώ να σου αφήσω... “Οι άνθρωποι στα σκουπίδια πετάνε τα πιο χρήσιμα πράγματα”, μου απάντησε με ανθρώπινη λαλιά.   

Σκοτάδι κι εγώ χάνομαι. Δε θυμάμαι το όνομά μου. Δε θυμάμαι τι προηγήθηκε, δε μαντεύω τι θα ακολουθήσει. Χάος. Μια κουκουβάγια κανελί μόλις πέρασε από μπροστά μου. Ήταν βιαστική. Τις άλλες φορές ερχόταν προς το μέρος μου, έκρωζε. Μια κουκουβάγια κανελί είχε έρθει στον ώμο μου. Σήμερα δεν ήρθε.

Ξύπνησα μέσα στον ιδρώτα. Κοίταξα τους δείκτες του ρολογιού, που κρέμονταν από τον τοίχο. 04.35. Πάλι νωρίς ξύπνησα, σκέφτηκα. Έκανα μια προσπάθεια να κοιμηθώ ξανά , αλλά τίποτα. Σηκώθηκα, έβαλα τις παντόφλες μου και πήγα στην κουζίνα. Έβγαλα από το βαζάκι μια τούφα χαμομήλι και την στρίμωξα σε ένα μεταλλικό μπρίκι. Περίμενα λίγη ώρα μέχρι που άρχιζε να κοχλάζει. Όταν άρχισε να βγάζει λεμονί αφρό, έκλεισα το μάτι και σήκωσα το ασημένιο μπρίκι από την σιδερένια εστία. Πήρα το χαμομήλι και κάθισα στον καναπέ μου. Άχνιζε σαν πηγή μικρής φωτιάς. Ήπια την πρώτη γουλιά και ανατρίχιασα, καθώς ένιωθα το αφέψημα να ζεσταίνει και να χαλαρώνει τα πάντα μέσα μου.

Βολεύτηκα πρόχειρα στον κόκκινο καναπέ. Άνοιξα την τηλεόραση και αφού είδα μόνο διαφημίσεις telemarketing, την έκλεισα, ξάπλωσα ανάσκελα και έκλεισα τα μάτια μου. Η μορφή της κανελί κουκουβάγιας ,με κυνήγησε πάλι. Δε θυμόμουν τίποτα. Αν με ρωτούσε κανείς το όνομά μου, θα το έλεγα; Ή δε θα το έλεγα, γιατί πραγματικά δε το θυμόμουν. Κι όμως ένιωθα μια ευτυχία.  Μια ευτυχία  για μια στιγμή, γιατί είχα ξεχάσει τα πάντα. Τα άφησα πίσω μου, όλα!

Αλλά αυτό δεν κράτησε για πολύ. Είχε ξημερώσει. Άκουσα το κινητό μου να χτυπάει. Είχα βάλει ξυπνητήρι. Γιατί όμως να είχα βάλει ξυπνητήρι; Τι δεν έπρεπε να ξεχάσω; Μήπως έπρεπε να πληρώσω κάτι γρήγορα;  Μήπως θα χτυπούσε η πόρτα και θα ερχόταν κάποιος για τα κοινόχρηστα, ή για ξεχασμένα ρούχα σε καθαριστήριο; Ή μήπως έπρεπε να πληρώσω το νερό ας πούμε ή το ρεύμα; Δε θυμόμουν τίποτα.  Άνοιξα ξανά την τηλεόραση, όσο διαπίστωνα ότι μια κούπα σπασμένη βρισκόταν κάτω στο πάτωμα. Είχε γίνει κομμάτια. Η μπλε κούπα , που είχε στο κέντρο δύο κόκκινα μήλα, ήταν σαν παιχνίδι σπαζοκεφαλιάς, με σκοπό να συναρμολογηθεί ξανά. Μάζεψα προσεχτικά τα κομμάτια και τα πέταξα.

Έκλεισα πάλι την τηλεόραση και περπάτησα μέχρι το δωμάτιο χωρίς παντόφλες και ένιωθα τους καυτούς σωλήνες της τηλεθέρμανσης να χαϊδεύουν τις πατούσες. Έμεινα για κάμποση ώρα εκεί. Έκλεισα πάλι τα μάτια. Προσπάθησα να εντοπίσω και τον παραμικρό ήχο με τα αυτιά μου. Σα να διψούσαν τα αυτιά μου για την παραμικρή πηγή ντεσιμπέλ.

Δεν περίμενα πολύ μέχρι που χτύπησε το κινητό. Ένας μη αποθηκευμένος αριθμός ήθελε να συνομιλήσει μαζί μου. Απάντησα. Μια γυναικεία φωνή στην άλλη γραμμή- γύρω στα 50- που μου ευχόταν Χρόνια πολλά. “Ευχαριστώ, αλλά δε θυμάμαι να γιορτάζω”, της απάντησα. “ Για την ακρίβεια δε θυμάμαι αρκετά πράγματα σήμερα, μήπως θα μπορούσατε να μου θυμίσετε κάποιες βασικές πληροφορίες για εμένα;” Την άκουσα που γέλασε και μετά μου είπε ότι θα περνούσε αύριο από το σπίτι, για επίσκεψη. Την ευχαρίστησα και της είπα να φέρει μια τούρτα με λευκή σοκολάτα, μιας και ασυναίσθητα μου ήρθε πως ήταν η αγαπημένη μου. Πάτησα τερματισμό και κοίταξα το αρχείο των κλήσεων. Είδα αρκετούς αριθμούς, χωρίς να έχω αποθηκεύσει κάποιον από αυτούς.

Δε θυμάμαι τίποτα. Για να προσπαθήσω να θυμηθώ, τουλάχιστον το όνομά μου...Με λένε... Μάνο..Ναι, Μανόλη Μυλωνά. Ωραία, εφόσον θυμόμουν το όνομά μου σίγουρα δε θα μου ήταν και ιδιαίτερα δύσκολο να προσπαθήσω να ανακαλύψω, γιατί η κυρία στο τηλέφωνο, μου είπε χρόνια πολλά και τι σημαντικό ήταν αυτό, που έπρεπε να φέρω στο μυαλό και δε το κατάφερνα.

Έφερα στο πίσω μέρος του εγκεφάλου μου, τη μορφή της κουκουβάγιας και έτσι αποφάσισα να βρω στη μηχανή αναζήτησης στο διαδίκτυο, τι συμβολίζει η κουκουβάγια στον ονειροκρίτη. Οι πρώτες σειρές δεν έδειχναν κάτι καλό. Πιο κάτω ανέφερε ότι μεταφέρουν τις ψυχές, όσων έχουν απεβιώσει πρόσφατα. Σύμφωνα με μια φυλή της  Νότιας Αμερικής, η κουκουβάγια προμήνυε το θάνατο- ήταν αγγελιαφόρος θανάτου. Στην αρχή τρόμαξα. Ένιωσα ότι κάτι κακό θα συμβεί σε εμένα και στα αγαπημένα μου πρόσωπα. Μόνο που δε θυμόμουν ένα βασικό πράγμα: τα αγαπημένα μου πρόσωπα.

Προσπαθώντας να ηρεμήσω, τράβηξα τις κουρτίνες και κοίταξα τον ουρανό. Ήταν γκρι. Σα να έβλεπα τη ράχη ενός τεράστιου ελέφαντα. Μερικοί πίδακες άσπρου καπνού χρωμάτιζαν την ατμόσφαιρα και ήταν σα να χόρευαν στον ρυθμό του αέρα , που παρέσερνε απαλά ό,τι κυκλοφορούσε. Ήθελα να περπατήσω λίγο. Να απαγάγω λίγο οξυγόνο από τον γκρι ουρανό μέσα στα πνευμόνια μου.

Άνοιξα τη ντουλάπα μου, πήρα ένα πλεκτό ζαχαρί πουλόβερ, με καφέ κουμπιά, έβαλα ένα καφέ παντελόνι, το δερμάτινο μαύρο μπουφάν μου, έβαλα παπούτσια, ξαναβόλεψα το πουλόβερ -γιατί ήταν αρκετά χοντρό και το δερμάτινο με το ζόρι το συγκρατούσε από μέσα- έβαλα κασκόλ και βγήκα έξω.

Πρέπει να έβρεχε από νωρίς το βράδυ μέχρι και πριν από λίγο. Οι δρόμοι ξαναγέμιζαν σιγά- σιγά με κόσμο. Όλοι ντυμένοι χοντρά, με πουλόβερ, μακριά παλτό, σκουφιά, κόκκινα μάγουλα και χνώτα που εμφανίζονταν στο στόμα τους ρυθμικά. Τα χέρια στις τσέπες, το περπάτημα γρήγορα,το κεφάλι και τα μάτια καρφωμένα στα πεζοδρόμια και στους δρόμους, χωρίς καθόλου συναίσθημα. Οι οδηγοί μέσα στα αυτοκίνητα, σκεπτικοί βλαστημώντας και βρίζοντας τα κοντινά οχήματα. Και ήταν σα να έβλεπες το γκρι του ουρανού στα πρόσωπα όλων των ανθρώπων. Δε μιλούσε κανείς με κανέναν. Δεν αντάλλαζαν ούτε καν ένα βλέμμα. Δεν υπήρχε καμία ευχάριστη έκφραση. Άγχος. Καθημερινότητα. Ρουτίνα. Με την εικονική πραγματικότητα του μυαλού μου φαντάστηκα ένα ρομπότ και κοίταξα τον πρώτο περαστικό που συνάντησα. Γινόμαστε μηχανές γαμώτο μου και ούτε που το καταλαβαίνουμε!

Μόνο μια παχουλή κυρία που καταβρόχθιζε ένα μικρό σοκολατένιο κέικ, κοιτούσε τριγύρω της, ώστε να μπορεί να ανοίγει το στόμα πιο πολύ, όταν κανείς δεν την κοιτούσε. Γύρω από το στόμα της υπήρχαν πιτσιλιές σοκολάτας τις οποίες συνέλεγε με τη γλώσσα της, που τώρα είχε γίνει καφέ από το χρώμα της πραλίνας. Ένιωσα το σάλιο μου να πλημμυρίζει την περιοχή κάτω από την γλώσσα, σαν ολόσωστος χείμαρρος και προσπάθησα να βρω ένα μαγαζί, να αγοράσω κάτι σοκολατένιο.  Αυτό και έκανα.

Την προσοχή μου τράβηξε μια σειρά από χρυσαφί λαμπάκια σε μια διακοσμητική γλάστρα ενός καφέ. Λίγο πιο κάτω συνάντησα κάτι πύθωνες, με μπλε πυγολαμπίδες καρφωμένες στη ράχη ,που προσπαθούσαν να πνίξουν το δέντρο στα δεξιά μου, τυλίγοντάς το. Παρακάτω και άλλο δέντρο με χρυσαφί πυγολαμπίδες, πάλι είχαν περικυκλώσει ασφυκτικά ένα άλλο δέντρο. Όλη η γειτονιά, όλη η οδός ήταν γεμάτη με μπλε και χρυσαφί πυγολαμπίδες. Από πού ήρθαν; Πλησίασα έναν κύριο γύρω στα 40 με μια μουσταρδί καμπαρντίνα. “ Συγγνώμη , να σας κάνω μια ερώτ...” Πριν προλάβω να ολοκληρώσω, είχα κιόλας μαζί μου ένα “Άντε από εδώ ,ρε!”. Δε νομίζω όμως ότι έκανα κάτι κακό. Δε το έβαλα κάτω, όσο ο καιρός προειδοποιούσε για νέα καταιγίδα με μπουμπουνητά και αστραπές.

“ Συγγνώμη, μπορώ να σας κάνω μια ερώτηση;” πρόλαβα να πω σε μια άλλη κυρία, γύρω στα 50, αρκετά αδύνατη με λίγα γκρίζα μαλλιά και κόκκινο μακρύ παλτό. Με κοίταξε με ένα παγωμένο βλέμμα, τα μάτια της κάρφωσαν τα δικά μου. Στην αρχή φάνηκε ξαφνιασμένη όμως αργότερα το βλέμμα βούτηξε σε νερά απελπισίας.  Και ήταν σα να έβλεπα μπροστά μου ξανά το γκρι του ουρανού. Δε μου μίλησε. Σήκωσε μόνο το κεφάλι της προς τα πάνω με αρνητική διάθεση και συνέχισε να περπατάει.

Τελικά το να κάνει κάποιος μια ερώτηση δεν ήταν ένα εύκολο πράγμα. Εγώ όμως δε το έβαλα κάτω και αποφάσισα να σταματήσω τον περαστικό μέχρι να πάρω την απάντησή μου. Περίμενα λίγο μέχρι να έρθει ο επόμενος περαστικός. Μια ηλικιωμένη κυρία γύρω στα 80, πήγαινε βόλτα το λευκό σκύλο της , ενώ τον είχε ντύσει με μια ροζ κορδέλα και ένα ασορτί πουλοβεράκι.” Συγγνώμη για την ενόχληση...” με διέκοψε “Έδωσα πριν από λίγο στο φίλο σου πιο κάτω. Κρίμα στη μάνα σου, ολόκληρος λεβέντης ,να μπλέξεις τόσο μικρός” είπε απότομα, ενώ με το δείκτη μου έδειχνε απειλητικά το αστυνομικό τμήμα στο τέλος του τετραγώνου.

Ξαναλυπήθηκα. Δεν πρόλαβα καν να ολοκληρώσω. Και εκτός από αυτό ήταν μια παράξενη μέρα για 'μένα. Είχα δει ένα παράξενο όνειρο με μια κουκουβάγια που προμηνύει το θάνατο, σηκώθηκα ξημερώματα, δε θυμόμουν τι ήταν αυτό το σημαντικό που έπρεπε να κάνω, δεν αναγνώρισα την κυρία στο τηλέφωνο, που έλεγε ότι θα έρθει για επίσκεψη την επόμενη ημέρα, έβλεπα συνέχεια πυγολαμπίδες και δε μου απαντούσε κανείς. Τουλάχιστον αύριο αν έρθει η κυρία που με πήρε τηλέφωνο, ας μην ξεχάσει να μου φέρει την τούρτα με την λευκή σοκολάτα. Αυτή θα ήταν η παρηγοριά μου για όσα είχα τραβήξει εκείνη την ημέρα.

Ένιωσα σα φάντασμα. Σα να είχα στοιχειώσει την πόλη μου. Μπορεί η κουκουβάγια να σήμαινε τελικά ότι είχα πεθάνει. Ήμουν νεκρός και δε το ήξερα; Μα έτσι είναι οι νεκροί; Έτσι είναι στον παράδεισο; Εκτός από αυτό αν ήμουν φάντασμα, δε θα με άκουγε κανένας από τους περαστικούς. Μπορεί να μη με άφηναν να τους ρωτήσω αυτό που ήθελα , αλλά τουλάχιστον μου έδιναν λίγη σημασία. Ήμουν ζωντανός τελικά! Και η κουκουβάγια; Απλά να σήμαινε το θάνατο μεν, αλλά των σκέψεων, της μνήμης, των αναμνήσεων. Και είμαι σίγουρος πως στο σκληρό δίσκο του εγκεφάλου μου υπάρχουν καταγεγραμμένοι άνθρωποι που δεν έπρεπε να ξεχάσω. Κι όμως τους ξέχασα. Η κανελί κουκουβάγια τελικά συμβόλιζε το θάνατο των αναμνήσεων- δεν υπάρχει χειρότερος θάνατος. Δεν ήξερα ποιος ήμουν, χωρίς τις αναμνήσεις μου, δεν θυμόμουν τα λάθη του παρελθόντος, άρα θα μπορούσα να τα επαναλάβω. Με έπιασε φόβος. Τρόμαξα. Ανησύχησα. Πώς θα προχωρούσα παρακάτω, δίχως να μπορώ να αναλύσω τη δισκέτα του παρελθόντος μου;

Κάποιος από τα παλιά, νομίζω ,κάποτε, μου είχε πει ότι αναμνήσεις είναι οι παλιές ζωγραφιές, φτιαγμένες μόνο από ξυλομπογιές, που χάνουν το χρώμα τους όσο περνά ο καιρός, όμως το περίγραμμα της ζωγραφιάς, παραμένει το ίδιο και όλα αυτά στον καμβά του μυαλού. Έτσι κι εγώ προσπάθησα να ξεχάσω χρώματα και να θυμηθώ απλά τα σχήματα των ανθρώπων της ζωής μου. Δυσκολεύτηκα αρκετά, όμως πέρασαν κάποια καρέ μπροστά από το κινηματογραφικό μηχάνημα των ματιών μου.

Εκεί που στεκόμουν με πλησίασε ένας άλλος κύριος γύρω στα 70, με αργό βηματισμό περιστεριού, περιποιημένος,  κρατώντας ένα μικρό λευκό κουτάκι στο χέρι. Ένα μικρό κουτί με φάρμακα. “Παλικάρι, έχεις να μου δώσεις 50 λεπτά να πάρω αυτό το κουτί με τα φάρμακα;” Για να πω την αλήθεια, είχα μαζί μου μερικά κέρματα, αλλά δεν ήθελα να τα δώσω. Έγινα και εγώ για λίγο γκρι. “ Δυστυχώς δεν έχω τίποτα πάνω μου.” Έπιασα την τσέπη στο παντελόνι μου και έσφιξα τα κέρματα. “Μπορώ όμως να σου προσφέρω αυτό το σοκολατένιο βούτημα που απέκτησα πριν από λίγη ώρα.”

Αισθάνθηκα την αμηχανία του. Αισθάνθηκα και τη ντροπή που ένιωσε. Το σκέφτηκε και μετά από λίγη ώρα δέχτηκε. Άνοιξα το χαρτί με τους σοκολατένιους λουκουμάδες, πήρα μια χαρτοπετσέτα και τους έδωσα όλους, κι ας ήταν μόνο 2. Όταν τα πήρε με κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια μου και ήταν σα να έβλεπα ένα πεινασμένο κουταβάκι. “Ντρέπομαι, αλλά είδες που μας έφτασαν; Σήμερα είναι η χαρά των πλουσίων, σου εύχομαι τα καλύτερα” ,είπε και έφυγε, δυσκολεύοντας να πατήσει το αριστερό του πόδι.

Αχ, μακάρι να ερχόταν η αυριανή μέρα γρήγορα, ώστε έτσι να έρθει η κυρία μου με πήρε τηλέφωνο, για να τις κάνω ένα σορό ερωτήσεις. Φάνηκε να με γνώριζε. Μάλλον κι εγώ θα την γνώριζα καλά για να με πάρει να μου πει Χρόνια πολλά. Φτάνει μόνο να ερχόταν γρήγορα. Τίποτα άλλο δεν ήθελα.

“ Κυρία, γεια σας! Να σας κάνω μια ερώτηση;” είπα σε μια γοητευτική γυναίκα, γύρω στα 30 με κόκκινα καρέ μαλλιά και κιπαρισσί ταγιέρ με μια φούστα ίδιας απόχρωσης, που περνούσε πολύ γρήγορα από δίπλα μου. “Άνθρωπέ μου, βιάζομαι, τρελός είσαι; Όλοι οι ανώμαλοι, εδώ έχουν μαζευτεί;” Και αυτή μου η προσπάθεια πήγε τελικά χαμένη. Μπορεί να είμαι τρελός. Μπορεί να είμαι και ανώμαλος. Αλλά εγώ ένιωθα έξυπνος. Ήμουν ο έξυπνος τρελός και ανώμαλος; Όχι, ήμουν ένας απλός άνθρωπος, με μια ερώτηση. Απλώς ένας απλός.

Απογοητευμένος ξεκίνησα να διασχίζω το δρόμο της επιστροφής, όσο προσπαθούσα να διαγράψω το σύνθετο λαβύρινθο της σκέψης μου.  Κοίταξα το κινητό μου. Δε μου είχε τηλεφωνήσει κανείς. Και ένιωθα τόσο μεγάλη ανάγκη να μιλήσω σε κάποιον. Ήταν σα να είχα γενέθλια και να μη μου είχε τηλεφωνήσει κανείς. Ένιωθα μόνος. ΄Εκανα μια τελευταία προσπάθεια όταν συνάντησα μια ξανθιά κυρία, γύρω στα 60, με κακοβαμμένο μαλλί, ατημέλητο, αθλητικές μοβ- πράσινες γυαλιστερές φόρμες, με σχετικά μεγάλη περιφέρεια, όσο έκανε ασκήσεις αεροβικής στο πεζοδρόμιο. Έκανε τα σετ των ασκήσεων σα να ήταν μόνη της. Την πλησίασα. Εκείνη μου χαμογέλασε. “ Συγγνώμη για την ενόχληση. Δε θέλω λεφτά, ούτε να σας κλέψω, ούτε σας απαγάγω , ούτε είμαι τρελός και σας παρακαλώ μην αρχίσετε να τρέχετε! Μπορώ να σας κάνω μια ερώτηση; Μια ερώτηση μόνο!” της είπα και περίμενα να αρχίσει να τρέχει ή να γυρίσει το βλέμμα της ή τελοσπάτων να φωνάξει την αστυνομία. “Βεβαίως νεαρέ μου” απάντησε ευχάριστα. Παραξενεύτηκα αρκετά. Προσπαθούσα να κάνω μια ερώτηση εδώ και ώρα σε τόσα άτομα και κανείς δε μου έδινε σημασία. Δηλαδή και βοήθεια να χρειαζόμουν από κάποιον , αν είχα πρόβλημα υγείας, δύσκολα θα έβρισκα.“ Τι μέρα είναι;” συνέχισα την πρότασή μου.

Μάλλον δεν είχε προβλέψει τη συγκεκριμένη ερώτηση γιατί μόλις την άκουσε σταμάτησε, με κοίταξε περίεργα, χαμογέλασε και μου έδειξε ένα μαγαζί με εκατομμύρια- χιλιάδες πυγολαμπίδες σε όλα τα χρώματα. “ Χριστούγεννα , είναι Χριστούγεννα!”

      Υ.Γ. Την επόμενη φορά που κάποιος άγνωστος θα σε πλησιάσει, τουλάχιστον άκουσέ τον. Μπορεί να σε έχει ανάγκη.

 

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

"Πυλαμπίδες" Διήγημα του Γιάννη Μπλέτα

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ