ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο μπάρμπα Γιάννης

0

Γράφει η Κατερίνα Βοτζάκη

 

Tα ογδονταπέντε έπιασε ο μπάρμπα Γιάννης μα δεν είχε καταλάβει για ποιο λόγο είχε έρθει σε αυτή τη ζωή.

Μεγάλωσε σε δύσκολους καιρούς, γερμανοκατοχή, πείνα, βεντέτες, σκοτωμοί για ένα αρνί η ένα τυρί. Ζυμώθηκε μέσα σε όλα αυτά και έγινε σκληρός σαν τον ξεροτρόχαλο.

Μεγαλώνοντας, έφτιαξε τους δικούς του νόμους και έπρεπε όλοι να τους υπηρετούν. Παντρεύτηκε για να γίνει ''σιαμός'' και να κλείσουν οι φαγωμάρες με την άλλη οικογένεια, αλλά αντί αυτού τα πράγματα έγιναν χειρότερα. Μετά από πολλές φασαρίες δεν τον σήκωνε πλέον το χωριό του, πήρε τη γυναίκα και τα δύο παιδιά του και ξεσπιτώθηκε για άλλο τόπο και νομό.

Άλλες δυσκολίες εκεί, χωρίς σπίτι και ψωμί να πινούνε τα κοπέλια του και τα πρόβατα του,  η παράγκα που έμενε έβανε το νερό και γινόταν λίμνη και τότε έσκαβε ένα λάκκο στη μέση μέση στο χωμάτινο πάτωμα, μαζευόταν το νερό και το πέταγε με ένα κουβά στην αυλή. Πολλά προβλήματα και ο μπάρμπα Γιάννης γινόταν όλο και σκληρότερος. Η γυναίκα του πήγαινε μαζώχτρα για να πάρει δύο φράγκα η λιγάκι λάδι και δεν μπορούσε να σηκώσει κεφάλι και φέρει αντίρρηση σε τίποτα, όλη μέρα δουλειά, τα παιδιά εδώ κι' εκεί πεινασμένα και κατουρημένα, έπρεπε να τα αναμαζώξει να τα ταΐσει και να τα πλύνει, να μπουγαδιάσει και νερό δεν είχανε και ούτε φως και έπρεπε να σηκώσει τα ρούχα και να τα πάει στον ποταμό να τα πλύνει και άντε πάλι να τα φορτωθεί και να τα ανεβάσει

από τον κατσικόδρομο να τα πάει στο σπίτι. Και δε φτάναν όλα αυτά που χωρίς πνοή έπεφτε να κοιμηθεί, ο κύρης τση ήθελε και αγκαλιές. Όλη μέρα φωνές, βρισιές και προσβολές και το βράδυ τρίζανε οι σουμιέδες και έτσι ήρθε στη ζωή και το τρίτο παιδί, κόρη και αυτό όπως και το πρώτο. Διαολίστηκε και δεν πάτησε ούτε στο νοσοκομείο να δει τη γυναίκα και το μωρό.

-Τα θηλυκά κοπέλια πρέπει να τα κρούβουνε όντε γεννιούνται, είπε.

Και πως του έμοιαζε το μικιό, λες κι' έκοψες τη μούρη του και του την κόλλησες, ολόξανθο, πρασινομάτικο και ροδοκόκκινο σαν τον πατέρα του, τα πρώτα ήτανε μελαχρινά  μοιάζανε από τη μάνα.

Τα κοπέλια πεινούσανε στο σπίτι αλλά αυτός αγόραζε βοσκοτόπια και ελεώνες. Πρόκοψε, δούλεψε σκληρά με τη σκαλίδα ξεκλάδισε τα πλάγια, φύτεψε αμπέλια και ελιές. Τα κοπέλια κουβαλούσανε το νερό από τον ποταμό με το γάιδαρο και τα ποτίζανε. Τα φύτεψε έκαμε το χρέος του και αυτό ήτανε. 'Επρεπε να είναι όλοι η οικογένεια  (είχαν έρθει άλλα δύο αγόρια στη ζωή) επί ποδών όλη την ημέρα να βλέπουν τα πρόβατα για να μην τα φάνε και αυτός αραχτός κάτω από την κρεβατίνα και νααααα ξύλο, αν τα έχνη έμπαιναν στη ζημιά. Τα κακορίζικα τα κοπελάκια τον ετρέμανε και τρέχανε πάνω κάτω, σχεδόν ξυπόλυτα να κυνηγούνε τσι προβατίνες που λες και ήτανε συστημένες πηγαίνανε εκεί που δεν έπρεπε. Τα αγαπούσανε τα παιδιά τους με το δικό τους τρόπο αλλά δεν το έδειχνα ποτέ, σκληροί γονείς, σκληροί άνθρωποι.

Στο χωριό ζούσαν μόνο πρόσφυγες που είχαν έρθει από τη Σμύρνη,  ήσυχοι άνθρωποι, τον είχαν από κοντά όχι από σεβασμό αλλά από φόβο. Τον φοβόταν, γιατί πάντα οπλοφορούσε και δεν καθόταν μύγα στο σπαθί του και οι παρέες του ήταν μόνο φυγόδικοι και ''παλληκαράδες''. Άκουγαν τη γνώμη του, ήταν δίκαιος με τους ξένους, ποτέ όμως με κάποια από τα παιδιά του εδικά τις κόρες του, που τις θεωρούσε βάρος και ήθελε να τις παντρέψει μικρές μικρές και με αυτούς που ήθελε αυτός. Και ήρθε η σειρά της μεγάλης, 16 χρονώ ψιλή μελαχρινή, μια κούκλα, την πάντρεψε στα ξένα, με ένα άνθρωπο που η κοπελιά είχε δει μία φορά. Προξενιό εννοείται γιατί απαγορευόταν οι κόρες του να αγαπήσουν, να ζήσουν, να μορφωθούν. Στο σπίτι κλειδωμένες, μόνο για κέντημα και δουλειές στα χωράφια.

Έφυγε η μεγάλη στα ξένα και ηρέμησε ο πατέρας που έδιωξε το ένα ''γραμμάτιο'', αλλά είχε άλλο ένα και έπρεπε να το ξαποστείλει και αυτό. Δεν έψαξε και πολύ και έτσι ένα κακοποιό στοιχείο, ταίριαζε κατά τη γνώμη του για την άλλη κόρη. Μια χαρά της τακτοποίησε, γελούσανε και οι μουστάκες του για το κατόρθωμα του. Έδωσε και προίκα κάτι ψιλοστρεμμματάκια και όλα τα άλλα στον ένα γιο. Έτσι ήταν το έθιμο και έτσι έκανε

Ζούσε σαν αγάς ο γιος, ποτέ του δε δούλεψε και οι κόρες πέθαιναν κάθε μέρα στο μεροκάματο για να μεγαλώσουν τα παιδιά τους. Αυτό ήταν δικαιοσύνη κατά τη γνώμη του μα και της γυναίκας του που με τα χρόνια του έμοιασε λίγο πολύ. Όλα τα δάχτυλα δεν είναι το ίδιο ενός χεριού, αλλά για έναν γονέα θα έπρεπε να είναι, αλλά βάλτο στο κεφάλι ανθρώπων σκληρών και άδικων.

Στα ογδονταπέντε του χρόνια ακόμα ισχύουν οι νόμοι και οι εντολές του γραμμένες πάνω σε περγαμηνές μέσα στο μυαλό του που πάντα θεωρεί ότι είναι σωστές, δίκαιες και αλάνθαστες. Δεν το βάζει κάτω

και πάντα είναι ορεξάτος για να ρίξει ένα καυγά η να σχολιάσει τον ένα και τον άλλο. Έτσι θα φύγει από τη ζωή μια μέρα ο μπάρμπα Γιάννης και ο κάθε μπάρμπα Γιάννης, χωρίς να έχουν καταλάβει ότι αυτή η ζωή είναι μία και ότι αξίζει να τη ζούμε και να τη χαιρόμαστε, να κάνουμε καλό όταν μπορούμε και όχι να πληγώνουμε τους ανθρώπους...

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο μπάρμπα Γιάννης

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ