Την εκτίμηση ότι οι αμερικανικοί βομβαρδισμοί δεν αρκούν για να αναγκάσουν το Ιράν να υποχωρήσει στο ζήτημα των Στενών του Ορμούζ εξέφρασε ο πρώην υπουργός Άμυνας των Ηνωμένων Πολιτειών Μαρκ Έσπερ, υποστηρίζοντας ότι η Ουάσιγκτον θα πρέπει να ασκήσει συντριπτική οικονομική πίεση στην Τεχεράνη αντί να βασίζεται αποκλειστικά στη στρατιωτική ισχύ.
Ο Έσπερ, που υπηρέτησε ως υπουργός Άμυνας κατά την πρώτη προεδρική θητεία του Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε στους Financial Times ότι δεν πιστεύει πως η εντατικοποίηση των αεροπορικών επιδρομών θα αλλάξει ουσιαστικά τη στάση του Ιράν ή την επιθυμία του να διατηρήσει τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ.
«Δεν είμαι βέβαιος ότι αν επαναλαμβάναμε τους βομβαρδισμούς όπως πριν από μερικούς μήνες και τους συνεχίζαμε για μεγάλο χρονικό διάστημα, θα βλέπαμε σημαντική αλλαγή», ανέφερε.
«Στραγγαλισμός» της οικονομίας
Ο πρώην επικεφαλής του Πενταγώνου υποστήριξε ότι η αποτελεσματικότερη επιλογή είναι μια συνολική οικονομική πίεση κατά της Τεχεράνης. «Πώς τους πιέζεις; Η μία επιλογή είναι μια ολοκληρωτική στρατιωτική επίθεση. Η άλλη είναι να τους στραγγαλίσεις οικονομικά», δήλωσε.
Όπως εξήγησε, μια τέτοια στρατηγική απαιτεί χρόνο, υπομονή, πειθαρχία και ευρεία διεθνή στήριξη, ενώ προειδοποίησε ότι το τίμημα για τις Ηνωμένες Πολιτείες θα είναι υψηλότερες τιμές καυσίμων για ένα διάστημα.
Τα Στενά του Ορμούζ στο επίκεντρο
Η ένταση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ έχει αναζωπυρωθεί μετά την κατάρρευση της σύντομης εκεχειρίας μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης.
Ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι η συμφωνία έχει λήξει, κατηγορώντας το Ιράν ότι παραβίασε το μνημόνιο κατανόησης που προέβλεπε την ελεύθερη ναυσιπλοΐα στη στρατηγικής σημασίας θαλάσσια οδό κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων.
Πριν από την έναρξη των αμερικανοϊσραηλινών επιχειρήσεων κατά του Ιράν, περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου διέρχονταν από τα Στενά του Ορμούζ. Ωστόσο, μετά την ιρανική αντίδραση και τον περιορισμό της ναυσιπλοΐας, η εμπορική κίνηση παραμένει αισθητά μειωμένη.
Άνοδος στις τιμές του πετρελαίου
Η παρατεταμένη κρίση έχει ήδη αρχίσει να επηρεάζει τις διεθνείς αγορές ενέργειας.
Η τιμή του Brent έχει αυξηθεί κατά περίπου 16% από τις αρχές Ιουλίου, φθάνοντας κοντά στα 85 δολάρια το βαρέλι, ενώ στελέχη της πετρελαϊκής βιομηχανίας προειδοποιούν ότι μια μακροχρόνια διακοπή της ναυσιπλοΐας στο Ορμούζ θα μπορούσε να εκτοξεύσει τις τιμές ακόμη και πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι.
Την ίδια ώρα, τα τελευταία στοιχεία της αμερικανικής κυβέρνησης δείχνουν ότι τα αποθέματα αργού πετρελαίου στις ΗΠΑ υποχώρησαν στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1984, ενώ οι τιμές της βενζίνης καταγράφουν νέα άνοδο, εντείνοντας τις ανησυχίες για αναζωπύρωση του πληθωρισμού.
Ανησυχία για την Κίνα και τα αποθέματα πυρομαχικών
Ο Έσπερ προειδοποίησε επίσης για το κόστος που έχει ένας παρατεταμένος πόλεμος για τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις.
Όπως είπε, η Ουάσιγκτον έχει ήδη δαπανήσει δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια και σημαντικά αποθέματα πυρομαχικών, γεγονός που, κατά την άποψή του, επηρεάζει την επιχειρησιακή ετοιμότητα των ΗΠΑ απέναντι σε άλλες στρατηγικές απειλές.
«Το μεγάλο μου άγχος σε παγκόσμιο επίπεδο είναι η Κίνα», σημείωσε χαρακτηριστικά, διερωτώμενος ποιο είναι το πραγματικό κόστος του πολέμου σε όρους ετοιμότητας, αποθεμάτων και στρατιωτικών δυνατοτήτων.
Οι δύο προϋποθέσεις επιτυχίας
Ο πρώην υπουργός Άμυνας ανέφερε ότι θα αξιολογούσε την επιτυχία της αμερικανικής στρατηγικής με δύο βασικά κριτήρια.
Το πρώτο είναι η πλήρης αποκατάσταση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ και το δεύτερο η επίτευξη μιας νέας συμφωνίας για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, η οποία, όπως είπε, θα πρέπει να είναι τουλάχιστον ισάξια ή ακόμη αυστηρότερη από τη συμφωνία που είχε συνάψει η κυβέρνηση του Μπαράκ Ομπάμα και την οποία στη συνέχεια ακύρωσε ο Ντόναλντ Τραμπ.
Στο ίδιο πάνελ συμμετείχε και η πρώην υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Κοντολίζα Ράις, η οποία τάχθηκε επίσης υπέρ της συνέχισης της οικονομικής πίεσης προς την Τεχεράνη.
Η Ράις δήλωσε ότι δεν θα προχωρούσε σε νέα πυρηνική συμφωνία με το Ιράν, εκτιμώντας ότι η χώρα βρίσκεται ήδη σε ιδιαίτερα δύσκολη οικονομική κατάσταση, έχει χάσει μεγάλο μέρος των κορυφαίων πυρηνικών επιστημόνων της και αντιμετωπίζει σοβαρές εσωτερικές διαιρέσεις, γεγονός που, όπως υποστήριξε, καθιστά απίθανη την άμεση ανάπτυξη πυρηνικού όπλου.
protothema.gr
