ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΕΛΛΑΔΑ

Η βία και η παραβατικότητα των ανηλίκων ξεκινά από το σπίτι

0

 Νέα πανελλαδική έρευνα του Ινστιτούτου Friedrich-Ebert-Stiftung δείχνει ότι η ελληνική κοινωνία θεωρεί την οικογένεια τον βασικό παράγοντα πίσω από τη βία και την παραβατικότητα των παιδιών και των εφήβων, με τον ψηφιακό κόσμο να συμπληρώνει το πλαίσιο

Νέα πανελλαδική έρευνα του Ινστιτούτου Friedrich-Ebert-Stiftung αποτυπώνει, ίσως για πρώτη φορά με τόσο καθαρό τρόπο, μια μελανή εικόνα για τον ρόλο της οικογένειας ως ισχυρότερου αιτιώδους παράγοντα της βίας και της παραβατικότητας παιδιών και εφήβων, όπως αυτός αναδύεται στη συλλογική αντίληψη της ελληνικής κοινωνίας.

Σχεδόν 8 στους 10 πολίτες «δείχνουν» τη δυσλειτουργία του οικογενειακού θεσμού ως τη σημαντικότερη εξήγηση για το φαινόμενο, με τον ψηφιακό κόσμο, ιδίως τα κοινωνικά δίκτυα, να συμπληρώνει τη μεγάλη εικόνα.

Όπως αναφέρει στο «Βήμα» η συγγραφέας της μελέτης, δρ. Κατερίνα Ηλίου, κοινωνική ψυχολόγος και κύρια ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Πολιτικών Ερευνών του Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, «οι αιτιογενείς παράγοντες εντοπίζονται στις συνθήκες διαβίωσης και κοινωνικοποίησης των νέων. Κατά πρώτον, εκφράζεται προβληματισμός για το οικογενειακό περιβάλλον, όπου αναδεικνύονται οι δυσλειτουργικές σχέσεις μεταξύ των μελών (οικογενειακή βία, απουσία γονικής εποπτείας, επικοινωνία μεταξύ γενεών).

Κατά δεύτερον, δίνεται έμφαση στην επίδραση των ψηφιακών μέσων. Τόσο τα ευρήματα της μελέτης όσο και οι εμπειρογνώμονες που συνέβαλαν στη διατύπωση προτάσεων πολιτικής ενώνουν τη φωνή τους για την ανάγκη πρόληψης μέσα από τη στήριξη της οικογένειας. Ας κρατήσουμε αυτό το μήνυμα: κάθε μέλος της οικογένειας χρειάζεται υποστήριξη στον ρόλο του για να εξασφαλιστούν οι κατάλληλες συνθήκες ανατροφής των μελών».

Τι μετρά η έρευνα

Η μελέτη βασίστηκε σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε την τρίτη εβδομάδα του περασμένου Νοεμβρίου σε πανελλαδικό δείγμα 1000 ατόμων ηλικίας 17 ετών και άνω. Αυτό που καταγράφεται είναι οι «κοινωνικές αναπαραστάσεις»: πώς φανταζόμαστε το φαινόμενο, πού το αποδίδουμε, ποιον θεωρούμε υπεύθυνο, ποιες λύσεις θεωρούμε λογικές και αποδεκτές. Και αυτό έχει σημασία, διότι οι κοινωνικές αναπαραστάσεις δεν είναι απλή «γνώμη», αλλά το υλικό πάνω στο οποίο χτίζεται η κοινωνική συναίνεση για πολιτικές και παρεμβάσεις.

Σύμφωνα με την κ. Ηλίου, «η μελέτη επιχειρεί να αποτυπώσει τη συλλογική πρόσληψη του ελληνικού πληθυσμού για τα συμπεριφορικά φαινόμενα της βίας και της παραβατικότητας των παιδιών και των εφήβων. Οι συλλογικές αντιλήψεις περιλαμβάνουν έναν «πυρήνα αλήθειας». Έτσι, ανεξάρτητα από την εγκυρότητά τους, που μπορεί να ελεγχθεί σε αντιπαραβολή με διαθέσιμα δεδομένα, κομίζουν τα μηνύματα που επικρατούν».

Η αίσθηση κλιμάκωσης της ανήλικης βίας

Τα αποτελέσματα της μελέτης δείχνουν ότι σχεδόν οι μισοί (49,5%) πιστεύουν πως τα περιστατικά βίας και παραβατικότητας μεταξύ ανηλίκων είναι συχνότερα απ’ ό,τι παλαιότερα, ενώ ένα ακόμη μεγάλο τμήμα (35,7%) εκτιμά ότι απλώς ενημερωνόμαστε ευκολότερα σήμερα. Η άνοδος, με άλλα λόγια, δεν προσλαμβάνεται μόνο ως επικοινωνιακή υπερ-έκθεση, αλλά και ως κοινωνικό γεγονός.

Αναφορικά με τις εκφάνσεις και τα είδη ανήλικης βίας και παραβατικότητας, πρώτο κατατάσσεται αυτό στον ψηφιακό κόσμο (91,5%), ένδειξη ότι η καθημερινότητα των ανηλίκων «διαβάζεται» πλέον μέσα από τις οθόνες. Ακολουθούν με πολύ υψηλά ποσοστά η ψυχολογική και

συναισθηματική βία (84,4%), η φυσική βία (84,1%) και η λεκτική βία (81,7%), ενώ υψηλά καταγράφεται και η σεξουαλική βία (73,1%). Παράλληλα, στις μορφές παραβατικότητας κυριαρχεί η αίσθηση αύξησης της οργανωμένης και συλλογικής παραβατικότητας (συμμορίες/ομάδες παράνομης δράσης, 78,5%) και της «ψηφιακής παραβατικότητας» (76,5%).

Το ειδικό βάρος της κοινωνίας και η έμφυλη διάσταση

Ένα από τα πιο σταθερά ευρήματα της μελέτης είναι το πλαίσιο εξήγησης. Η βία των ανηλίκων αποδίδεται σχεδόν καθολικά σε κοινωνικούς παράγοντες (92,1%), ενώ οι γενετικοί/προκαθοριστικοί παράγοντες μένουν στο περιθώριο (6,9%).

Μέσα σε αυτό το κοινωνικό συγκείμενο, η οικογένεια αναδεικνύεται σε κεντρικό κόμβο ερμηνείας, πολύ μπροστά από άλλα περιβάλλοντα κοινωνικοποίησης, όπως το σχολείο (16,9%) ή οι παρέες συνομηλίκων (13,2%). Η έρευνα, ωστόσο, δεν «αθωώνει» το ευρύτερο πλαίσιο αφού σημαντικό μέρος των ερωτηθέντων υποδεικνύει και ευρύτερες κοινωνικές και θεσμικές δυσλειτουργίες ως επιδραστικούς παράγοντες, με τις κοινωνικές ανισότητες (57,8%) και την ανεργία/εργασιακή ανασφάλεια (55,2%) να εμφανίζονται ως ουσιαστικοί επιβαρυντές.

Η έρευνα φωτίζει και μια έμφυλη ασυμμετρία στην ίδια την αντίληψη του κινδύνου. Οι γυναίκες συμμετέχουσες αναφέρουν συχνότερα από τους άνδρες ότι αυξάνονται διαφορετικές μορφές βίας μεταξύ ανηλίκων, δίνουν μεγαλύτερο βάρος σε περιστατικά σεξουαλικής παρενόχλησης και εκμετάλλευσης και επισημαίνουν πιο συχνά τις παραστάσεις ενδοοικογενειακής βίας.

Η διαφοροποίηση αυτή μπορεί να αντανακλά όχι απλώς «διαφορετική ευαισθησία», αλλά έμφυλες εμπειρίες ευαλωτότητας. Σε πλήθος ερευνών καταγράφεται ότι οι γυναίκες είναι συχνότερα θύματα βίας και, γι’ αυτό, τείνουν να αναγνωρίζουν νωρίτερα και καθαρότερα τη διάχυση της έμφυλης βίας.

Η ελληνική οικογένεια στο κάδρο

Αποκαλυπτική είναι η εσωτερική «χαρτογράφηση» της οικογενειακής δυσλειτουργίας. Οι παραστάσεις ενδοοικογενειακής βίας (89%), η απουσία γονικής εποπτείας/ελέγχου (88,8%) και η προβληματική σχέση και επικοινωνία κηδεμόνων–παιδιών (86,1%) συγκροτούν, στη συλλογική αντίληψη, τον πυρήνα της αιτιότητας. Με άλλα λόγια, το «σπίτι» δεν περιγράφεται ως αφηρημένη αξία, αλλά ως πεδίο σχέσεων, ορίων και καθημερινής συμβίωσης.

Δευτερεύοντες αλλά όχι αμελητέοι παράγοντες οικογενειακής φύσης αποτελούν η οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού (52,2%) και η έλλειψη ελεύθερου χρόνου και δημιουργικών δραστηριοτήτων για τους ανηλίκους (49,9%), ενώ τα διαζύγια (40,4%) και η εμφάνιση διαφορετικών τύπων οικογένειας (34,4%) συμπληρώνουν την εικόνα.

Η ψηφιακή ζωή ως ο δεύτερος μεγάλος πόλος

Εκεί που η αφήγηση της οικογένειας συναντά την ψηφιακή πραγματικότητα, η έρευνα δείχνει μια κοινωνία που βλέπει τους ανηλίκους να κοινωνικοποιούνται ταυτόχρονα στο σπίτι και στο διαδίκτυο. Η χρήση και επίδραση των κοινωνικών δικτύων (80,9%) καταγράφεται ως κεντρικός παράγοντας, ενώ ακολουθεί η πρόσβαση παιδιών και εφήβων σε βιντεοπαιχνίδια με βίαιο περιεχόμενο (64,9%).

Η μελέτη παραπέμπει επίσης σε δεδομένα που υπογραμμίζουν το έλλειμμα γονικής επίγνωσης στο ψηφιακό πεδίο (π.χ. παιδιά που ανοίγουν λογαριασμούς χωρίς να το γνωρίζουν οι γονείς) και αξιοποιεί τη συζήτηση γύρω από τις επιπτώσεις της ζωής μπροστά στις οθόνες, όπως τις περιγράφει ο Jonathan Haidt στο βιβλίο του «Η γενιά του άγχους».

Τα ΜΜΕ ως μεγεθυντικός φακός

Ένα από τα πιο αιχμηρά σημεία της μελέτης αφορά τα ΜΜΕ. Σχεδόν οι μισοί συμμετέχοντες (51,1%) πιστεύουν ότι τα ΜΜΕ υπερβάλλουν ή διαστρεβλώνουν την έκταση του φαινομένου. Στο ίδιο «πακέτο» αντίληψης, πολλοί θεωρούν ότι τα ΜΜΕ προκρίνουν την οικογένεια ως υπαίτια (57,7%) και δίνουν έμφαση σε αυστηρούς νόμους και ποινές (52,1%).

Η μελέτη συνοψίζει αυτή τη λειτουργία με μια σκληρή μεταφορά: τα ΜΜΕ ως «μεγεθυντικός φακός» που ενισχύει την τιμωρητική προσέγγιση και ταυτόχρονα επιμένει να φωτίζει τις δυσλειτουργίες του οικογενειακού περιβάλλοντος. Η μελέτη προτείνει πιο στοχευμένη ενημέρωση, καλλιέργεια επαγγελματικών δεξιοτήτων και ευαισθητοποίηση των δημοσιογράφων, καθώς και συνεργασία φορέων με τα ΜΜΕ, ώστε η πληροφόρηση να λειτουργεί προστατευτικά για νέους και οικογένειες.

Τι ζητά η κοινωνία

Σύμφωνα με τα ευρήματα, το κοινωνικό αίτημα περιλαμβάνει δύο βασικές κατευθύνσεις: ισχυρή προτίμηση για πρόληψη/στήριξη και, ταυτόχρονα, μια αξιοσημείωτη τάση για «συμβολικά σκληρά» μέτρα, ιδίως σε ό,τι αφορά την ευθύνη των κηδεμόνων.

Στην πρώτη κατεύθυνση, το 89% στηρίζει την ενίσχυση ψυχολόγων και δομών ψυχικής υγείας, το 70,1% την απαγόρευση κινητών στα σχολεία, και το 63,1% την εφαρμογή και ενίσχυση προγραμμάτων πρόληψης και εκπαίδευσης. Στα μέτρα που αντανακλούν πιο τιμωρητική διάθεση περιλαμβάνεται η ποινή φυλάκισης για γονείς σε περιπτώσεις βαριάς παραβατικότητας των παιδιών τους (70,7%). Αξίζει να σημειωθεί ότι η μείωση του ορίου ηλικίας ποινικής ευθύνης (από τα 15 στα 14) καταγράφεται ως το λιγότερο δημοφιλές μέτρο (56,1%).

Προτάσεις πολιτικής

Η τελευταία ενότητα της μελέτης συνδέει τα ευρήματα με την «Εθνική Στρατηγική για την Πρόληψη της Βίας και την Αντιμετώπιση της Παραβατικότητας Ανηλίκων» και προτείνει μια δέσμη παρεμβάσεων με έμφαση στην ενίσχυση του ψηφιακού εγγραμματισμού και της διαγενεακής ψηφιακής εκπαίδευσης, μαζί με σαφές ρυθμιστικό πλαίσιο που υποχρεώνει τους παρόχους ψηφιακών μέσων να προστατεύουν τους ανηλίκους.

Έμφαση δίνεται επίσης στη στήριξη της οικογενειακής ζωής μέσω εργασιακών ρυθμίσεων, οικονομικής/στεγαστικής ενδυνάμωσης, στοχευμένης ενημέρωσης γονέων για δεξιότητες θετικής διαχείρισης και επικοινωνίας, καθώς και πρόσβασης σε εξειδικευμένη συμβουλευτική μέσω ισχυρών τοπικών υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Οι προτάσεις εστιάζουν και στην αναβάθμιση του ρόλου των ΜΜΕ με εκπαίδευση και ευαισθητοποίηση δημοσιογράφων για ορθή μετάδοση της πληροφορίας και συνεργασία φορέων για ενημέρωση νέων και οικογενειών.

Τέλος, προτάσσεται η πολυεπίπεδη συνεργασία κράτους, σχολείου, τοπικής αυτοδιοίκησης, αστυνομίας και αρμόδιων υπουργείων, με σημαντικό ρόλο για τον Συνήγορο του Παιδιού και ευρύτερα φορείς της κοινωνίας των πολιτών. Στόχος είναι η αντιμετώπιση να μετατοπιστεί από την αυστηροποίηση προς παρεμβάσεις πρόληψης και υποστήριξης σε επίπεδο κοινότητας, με παραδείγματα ψηφιακών εφαρμογών όπως το SAFE.YOUth και εκπαιδευτικών εργαλείων όπως το Cybertrap, υπό τη βασική προϋπόθεση ότι κάθε πολιτική θα σχεδιάζεται από την αρχή με την ενεργό συμμετοχή και τεκμηριωμένη οπτική των ίδιων των παιδιών και εφήβων.

tovima.gr

 

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΕΛΛΑΔΑ

Η βία και η παραβατικότητα των ανηλίκων ξεκινά από το σπίτι

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ