Σχέδιο για ψυχολογικά τεστ στους εκπαιδευτικούς και κατά την είσοδό τους στην εκπαίδευση και, υπό όρους, ανά τακτά διαστήματα επεξεργάζεται η ηγεσία του υπουργείου, με αφορμή το πρόσφατο περιστατικό σε γυμνάσιο των Σερρών, όπου εκπαιδευτικός έκλεισε το στόμα μαθητή με μονωτική ταινία και στη συνέχεια ζήτησε από συμμαθητή του να του δέσει τα χέρια. Σύμφωνα με υψηλόβαθμα στελέχη του υπουργείου Παιδείας, οι διοικητικές τοπικές υπηρεσίες έχουν καταγράψει περί τους 2.500 «αδυνατούντες» σε όλη τη χώρα. Την ίδια στιγμή, βεβαίως, πολλοί εκπαιδευτικοί αρνούνται να παραδεχθούν το πρόβλημά τους. Καθώς το θέμα είναι ευαίσθητο, οι διευθυντές των σχολείων δεν θέλουν να πάρουν την ευθύνη για να κινήσουν μια διαδικασία που μπορεί να θεωρηθεί από τον εμπλεκόμενο εκπαιδευτικό στιγματισμός.
Πρόληψη για τους «αδυνατούντες» στην τάξη
Του Απόστολου Λακασά
Στην εκπαίδευση υπάρχει ο όρος «αδυνατούντες»· αναφέρεται στους εκπαιδευτικούς που δεν πρέπει να ασκούν διδακτικό έργο, η μεγάλη πλειονότητα λόγω ψυχολογικών αιτιών – παθήσεων. Σύμφωνα με υψηλόβαθμα στελέχη του υπουργείου Παιδείας, οι διοικητικές τοπικές υπηρεσίες έχουν καταγράψει περί τους 2.500 «αδυνατούντες» σε όλη τη χώρα. Την ίδια στιγμή βεβαίως, πολλοί εκπαιδευτικοί αρνούνται να παραδεχθούν το πρόβλημά τους. Καθώς το θέμα είναι ευαίσθητο, οι διευθυντές των σχολείων δεν θέλουν να πάρουν την ευθύνη για να κινήσουν μια διαδικασία που μπορεί να θεωρηθεί από τον εμπλεκόμενο εκπαιδευτικό στιγματισμός. Ετσι, είτε περιμένουν να γίνει ένα ακραίο περιστατικό στο σχολείο από τον εκπαιδευτικό για να αναλάβει η Διεύθυνση Εκπαίδευσης ή βάζουν ακόμη και γονείς να κάνουν καταγγελία.
Σε πρόσφατο περιστατικό σε γυμνάσιο των Σερρών, εκπαιδευτικός έκλεισε το στόμα μαθητή με μονωτική ταινία και στη συνέχεια ζήτησε από συμμαθητή του να του δέσει τα χέρια. Μετά τη δημοσιοποίηση της υπόθεσης, ο διοικητικός μηχανισμός κινητοποιήθηκε και το θέμα έφτασε στη Δικαιοσύνη, ενώ οδήγησε την υπουργό Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη να ανασύρει, σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», ένα δικό της σχέδιο –από τότε που διετέλεσε υφυπουργός στο ίδιο υπουργείο, την περίοδο 2019-2021– για ψυχολογικά τεστ στους εκπαιδευτικούς και κατά την είσοδό τους στην εκπαίδευση και, υπό όρους, ανά τακτά διαστήματα.
Νομικό πλαίσιο
«Οι τυχόν “αδυνατούντες” γίνονται αντιληπτοί από τον διευθυντή του σχολείου, από τους άλλους εκπαιδευτικούς, από τους μαθητές. Γνωρίζουν… Το νομικό πλαίσιο για την αξιολόγηση τέτοιων περιστατικών υπάρχει. Αλλά σε αρκετές περιπτώσεις παρατηρείται η έλλειψη βούλησης από το σχολείο και τον τοπικό διοικητικό μηχανισμό να αντιμετωπίσουν ένα περιστατικό που είναι και ιδιαίτερα ευαίσθητο θέμα· ίσως επιδεικνύουν ανοχή, ίσως υπάρχει ο φόβος της ευθύνης», τονίζει μιλώντας στην «Κ» ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Παιδείας Ιωάννης Παπαδομαρκάκης. Η διάγνωση της ψυχικής νόσου και της αδυναμίας ένας εκπαιδευτικός να ασκήσει διδακτικό έργο γίνεται από υγειονομική επιτροπή του υπουργείου Υγείας με πρωτοβουλία του ίδιου του εκπαιδευτικού ή παρακίνηση του οικογενειακού του περιβάλλοντος. Με απόφαση των αρμόδιων διοικητικών υπηρεσιών του υπουργείου Παιδείας, ο εκπαιδευτικός που διαγιγνώσκεται ως «αδυνατών» αναλαμβάνει διοικητικό έργο, ακολουθώντας και τις ιατρικές συμβουλές για την αντιμετώπιση της ψυχικής του νόσου. Η εξέταση επαναλαμβάνεται ετησίως.
Σχέδιο αξιολόγησης διδασκόντων από επιτροπή ψυχολόγων ιατρών σε συνεργασία με το υπουργείο Υγείας, πριν από την πρόσληψη.
Καθώς μιλάμε για ψυχική ασθένεια, το θέμα είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο, οι νοσούντες συχνά δεν το παραδέχονται, οι εκπαιδευτικοί και οι διευθυντές των σχολείων δεν θέλουν να το αγγίξουν αφού απαιτείται ισχυρή τεκμηρίωση, με αποτέλεσμα οι πληροφορίες που φτάνουν στον κεντρικό και περιφερειακό διοικητικό μηχανισμό (π.χ. Διευθύνσεις Εκπαίδευσης) να είναι θολές. Για την αντιμετώπιση τέτοιων προβλημάτων, κεντρικό πρόσωπο είναι ο διευθυντής της σχολικής μονάδας. Πόσο μάλλον που τα στελέχη που θα κρίνουν ένα περιστατικό με εκπαιδευτικό, ο οποίος αδυνατεί λόγω ψυχικής νόσου να διδάξει σε τάξη, μπορεί να βρεθούν διωκόμενα στα δικαστήρια από τον ίδιο, όπως συνέβη, σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», στην Αττική.
«Στη Διεύθυνσή μου έχω 88 άτομα με διάγνωση από την Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή ότι αδυνατούν να ασκήσουν διδακτικό έργο. Πλέον κάνουν διοικητική δουλειά και είναι πολύ χρήσιμοι», παρατηρεί μιλώντας στην «Κ» ο Ιωάννης Κουμέντος, διευθυντής σε Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης στην Αττική. «Οι περισσότεροι θεωρούν ότι δεν έχουν κάποιο πρόβλημα· κατανοητό από την πλευρά τους, διότι μια τέτοια παραδοχή είναι δύσκολη, και η διάγνωση της ψυχικής νόσου θεωρείται από πολλούς στίγμα που το κουβαλούν όχι μόνο στη δουλειά τους, αλλά και στην προσωπική τους ζωή», προσθέτει ο ίδιος. Ετσι, η παρακίνηση προς τον εκπαιδευτικό να ζητήσει ιατρική βοήθεια είναι έμμεση. «Ο διευθυντής του σχολείου, εάν καταγράψει ακρότητες ενός εκπαιδευτικού κατά την άσκηση του διδακτικού έργου, εάν έχει έντονες και πολλές διαμαρτυρίες από μαθητές και γονείς, ενημερώνει την αρμόδια Διεύθυνση Εκπαίδευσης. Προφανώς ξεκινάμε από συστάσεις. Αλλά εάν το πρόβλημα οξυνθεί, συνήθως τα στελέχη προτρέπουν τον ίδιο και, σε περίπτωση που αρνηθεί, την οικογένειά του για να τον βοηθήσει να απευθυνθεί σε ιατρική υπηρεσία», αναφέρει ο κ. Κουμέντος. Ωστόσο, έμπειρο στέλεχος σε θέσεις του διοικητικού μηχανισμού, μιλώντας στην «Κ», περιέγραψε μια ακόμη πρακτική: «Ο σύλλογος διδασκόντων αφήνει την κατάσταση να φτάσει στα άκρα, να γίνει ένα περιστατικό και να διαταχθεί ΕΔΕ για τον εκπαιδευτικό. Η ΕΔΕ “επισπεύδει” την αποχώρηση από το σχολείο του εκπαιδευτικού, ο οποίος αναγκάζεται να ζητήσει ιατρική βοήθεια».
Αντιμετώπιση
Μέχρι τώρα, πάντως, μιλάμε για την αντιμετώπιση εκπαιδευτικών που έχουν δώσει αφορμές στη σχολική κοινότητα. Η υπουργός Παιδείας σκοπεύει να δημιουργήσει πλαίσιο αξιολόγησης των εκπαιδευτικών πριν από την πρόσληψή τους στη δημόσια εκπαίδευση. Συγκεκριμένα, ο σχεδιασμός προβλέπει αξιολόγηση από επιτροπή ψυχολόγων ιατρών σε συνεργασία με το υπουργείο Υγείας. Η αξιολόγηση θα επαναλαμβάνεται ανά τακτά διαστήματα, πιθανόν πενταετία. Τα ψυχομετρικά τεστ έχουν απορριφθεί, με εισήγηση των ειδικών. Επίσης, υπάρχει εισήγηση εάν «αδυνατών» εκπαιδευτικός για τρία χρόνια παραμένει στην ίδια κατάσταση, να μετατάσσεται μόνιμα σε διοικητική θέση.
Τέλος, η κ. Ζαχαράκη προσανατολίζεται να δημιουργηθεί νομικό τμήμα μέσα στις Διευθύνσεις Εκπαίδευσης –υπάρχει ήδη στις 13 Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης–, το οποίο θα αναλαμβάνει την υπεράσπιση των εκπαιδευτικών σε περίπτωση καταγγελιών εκπαιδευτικών κατά των διευθυντών Εκπαίδευσης που υπέγραψαν την αλλαγή εργασιακού περιβάλλοντος λόγω ψυχικής νόσου.
Οι Σέρρες ανέδειξαν το πρόβλημα κι έστειλαν μήνυμα για λύση
Της Βίκυς Κατεχάκη
H κατάσταση στο Γυμνάσιο του Νέου Σουλίου Σερρών ήταν λίγο πολύ γνωστή στους κατοίκους της περιοχής. Tα τελευταία περίπου τρία χρόνια το σχολείο βρισκόταν σε καθεστώς δυσλειτουργίας, με συχνές αποχωρήσεις καθηγητών, ελλιπές ωρολόγιο πρόγραμμα και περιστατικά που, σύμφωνα με μαρτυρίες, αναδείκνυαν σοβαρά προβλήματα στην καθημερινή ζωή της σχολικής κοινότητας· τις περισσότερες φορές, ωστόσο, έμεναν κλεισμένα στο συρτάρι. Η απόφαση της οικογένειας Ρακοβόλιου να προσφύγει στη Δικαιοσύνη για το περιστατικό που σημειώθηκε πριν από λίγες μέρες στην τάξη της Β΄ Γυμνασίου –όταν η διευθύντρια του σχολείου φίμωσε κατά τη διάρκεια του μαθήματος μαθητή με χαρτοταινία κι έβαλε συμμαθητή του να του δέσει τα χέρια, όπως η ίδια παραδέχθηκε– έφερε στο φως μια κατάσταση που από καιρό επιζητούσε λύση.
«Είναι γνωστό ότι στο σχολείο μας οι καθηγητές άλλαζαν σαν τα πουκάμισα», λέει στην «Κ» ο πατέρας του μαθητή, Φραγκίσκος Ρακοβόλιος, περιγράφοντας τη δυσκολία των εκπαιδευτικών να παραμείνουν στη μονάδα εξαιτίας των θεμάτων συμπεριφοράς της διευθύντριας. «Στις 11 Σεπτεμβρίου γινόταν ο αγιασμός, στις 12 είχαν ήδη υποβάλει το αίτημα για μετάθεση σε άλλη σχολική μονάδα», λέει χαρακτηριστικά.
Η Μάρθα Αβοκάτου, μητέρα του μαθητή, επισημαίνει στην «Κ» ότι μπορούσε να κατανοήσει την αντίδραση των εκπαιδευτικών που ήθελαν να απομακρυνθούν όσο το δυνατόν γρηγορότερα από το σχολείο τους. «Δεν πιστεύω ότι μια εκπαιδευτικός της οποίας το σπίτι βρίσκεται λίγα μέτρα πιο κάτω από το γυμνάσιο, θα έμπαινε στη διαδικασία να πάρει το αυτοκίνητό της για να πάει σε άλλο χωριό να διδάξει, αν δεν υπήρχε σοβαρός λόγος. Με όλες αυτές τις αποχωρήσεις, τα παιδιά είχαν φτάσει να κάνουν μόλις τρεις ώρες μάθημα τη μέρα», τονίζει.
Το ζήτημα της προβληματικής συμπεριφοράς της διευθύντριας, η οποία υπηρετούσε επί δέκα χρόνια στο συγκεκριμένο σχολείο, άρχισε να γίνεται αντιληπτό κυρίως τις τελευταίες τρεις σχολικές χρονιές, αφού, όπως λένε οι γονείς στην «Κ», όλο το προηγούμενο διάστημα η εκπαιδευτικός λειτουργούσε υποδειγματικά. «Παλαιότερα οι μαθητές μιλούσαν με τα καλύτερα λόγια για εκείνη. Είχαν να λένε για μια εξαιρετική φιλόλογο. Ωστόσο, ξαφνικά όλα άλλαξαν τα τελευταία τρία χρόνια», αναφέρει ο κ. Ρακοβόλιος. Επειτα από μια αδιέξοδη συνάντηση που έγινε το περασμένο φθινόπωρο ανάμεσα στον Σύλλογο Γονέων και Κηδεμόνων και στη διευθύντρια, σε συνέχεια ενός σοβαρού περιστατικού με μαθητές του σχολείου, αποφασίστηκε να αναζητηθεί λύση στις αρμόδιες υπηρεσίες.
Η Μάρθα Αβοκάτου, μητέρα μαθητή, επισημαίνει ότι κατανοούσε τους εκπαιδευτικούς που υπέβαλλαν αίτημα για μετάθεση σε άλλη σχολική μονάδα την επομένη του αγιασμού.
«Απευθυνθήκαμε στη Διεύθυνση της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του νομού Σερρών με έγγραφη καταγγελία κατά της διευθύντριας», αναφέρει στην «Κ» εκ μέρους του συλλόγου ο πρόεδρος Στέλιος Λίτσιος. «Η καταγγελία κατατέθηκε στα τέλη Νοεμβρίου και η ενημέρωση που είχαμε μέσα στον Ιανουάριο ήταν ότι το θέμα προχωρούσε. Ωστόσο, μας πρόλαβαν τα γεγονότα», προσθέτει ο ίδιος. Από τη Δευτέρα 26.1 η εκπαιδευτικός τέθηκε σε αναστολή άσκησης καθηκόντων, ενώ πρωτοδίκως κρίθηκε ένοχη για παράνομη βία και σωματική βλάβη κατά αδύναμων ατόμων, με ποινή φυλάκισης δύο ετών με αναστολή.
Το ζήτημα, από την πλευρά του υπουργείου Παιδείας, εξετάζεται ως σοβαρή διοικητική παράβλεψη στο πλαίσιο των προβλεπόμενων διαδικασιών και έχουν ζητηθεί τεκμηριωμένες εξηγήσεις αναφορικά με την έλλειψη έγκαιρης και θεσμικά προβλεπόμενης ενημέρωσης των αρμόδιων υπηρεσιών του υπουργείου, καθώς και της Περιφερειακής Διεύθυνσης Εκπαίδευσης. Παράλληλα, βρίσκεται σε εξέλιξη η διενέργεια Ενορκης Διοικητικής Εξέτασης για το σύνολο των εμπλεκομένων προσώπων και φορέων, με στόχο την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης.
Σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», τουλάχιστον ακόμη μία έγγραφη καταγγελία ακολούθησε αυτή του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων, αυτή τη φορά από γυναίκα εκπαιδευτικό. «Για το ότι φτάσαμε έως εδώ η ευθύνη ανήκει στη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, στην οποία έφταναν στοιχεία για την κατάσταση στο σχολείο μας, χωρίς να λαμβάνει μέτρα», σημειώνει ο Φραγκίσκος Ρακοβόλιος. «Για εμάς, το μικρότερο μερίδιο ευθύνης το έχει η εκπαιδευτικός, η συμπεριφορά της οποίας δηλώνει ότι έχει ανάγκη από υποστήριξη. Δεν θα θέλαμε να τη δούμε πίσω από τα κάγκελα, δεν θα κερδίσουμε κάτι. Απλώς νιώθουμε ικανοποίηση για το ότι θα αλλάξει η κατάσταση στο σχολείο», προσθέτει. Η «Κ» επικοινώνησε με τη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Σερρών ζητώντας την τοποθέτηση της αρμόδιας υπηρεσίας, δεν θέλησαν, ωστόσο, να κάνουν καμιά δήλωση επί του θέματος. Κάνοντας μια αποτίμηση των όσων συνέβησαν αυτές τις μέρες, η πολύτεκνη οικογένεια Ρακοβόλιου, που έχει τέσσερα παιδιά από 9 έως 13 ετών, αναγνωρίζει ως μοναδικό όφελος από αυτή την ιστορία το μήνυμα που πήραν τα παιδιά του σχολείου. «Πέρα από το ότι λύθηκε ένα πρόβλημα, αυτό που συνέβη ήταν ένα μάθημα ζωής στα παιδιά. Οτι ναι, μπορούν να μιλήσουν όταν τους συμβαίνει κάτι, ότι έχουν φωνή και ακούγονται», σημειώνει η κ. Αβοκάτου.
Η υπόθεση, που πλέον βρίσκεται σε εξέλιξη τόσο σε διοικητικό όσο και σε δικαστικό επίπεδο, ανοίγει τη συζήτηση για την ανάγκη έγκαιρης πρόληψης και ουσιαστικής υποστήριξης του συνόλου της εκπαιδευτικής κοινότητας. Η εκπαιδευτική ψυχολόγος Βίκη Παυλίδη τονίζει ότι μια τέτοια πράξη από εκπαιδευτικό εκφράζει αδυναμία οριοθέτησης και έλλειψη αυτοελέγχου, που οφείλεται σε συγκεκριμένες δυσκολίες. «Ο αυτοέλεγχος μπορεί εύκολα να χαθεί όταν υπάρχουν ουσιαστικές δυσκολίες στη διαχείριση των συναισθημάτων, στη λανθασμένη χρήση του ρόλου του εκπαιδευτικού μέσα στην τάξη –ως εξουσιαστή– αλλά και στην κούραση, στην ελλιπή εκπαίδευση και επιμόρφωση, όπως και στην αδυναμία δημιουργίας δεσμών μέσα στο σχολείο», αναφέρει στην «Κ». «Για να αποκτήσουμε σχολεία που ενισχύουν την ευημερία των μαθητών και προάγουν την εκπαιδευτική διαδικασία στο σύνολό της, είναι σημαντικό να εστιάσουμε στην πρωτογενή πρόληψη και στην υποστήριξη ολόκληρης της εκπαιδευτικής κοινότητας», καταλήγει.
kathimerini.gr
