ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Tότε ήταν που γνωριστήκαμε, μητέρα!

0

Kι ήταν όμορφες στιγμές, μητέρα

ώρες ανεπανάληπτες,ξεχωριστές για όλους,

εκεί στο Πανεπιστήμιο, στη ξένη πόλη,

ένα ονειρεμένο συνταίριασμα των νέων στη γνώση,

αυτή την κόλαση και τον παράδεισο της ζωής,

που ήταν κι ο πρώτος μας στόχος, μητέρα,

η πρώτη αναζήτηση της νεανικής μας πορείας,

όπως όλοι πιστεύαμε, τόσο απλά, τόσο άδολα,

δίχως υπολογισμούς, δίχως άλλες υποκρισίες,

εκεί στο Πανεπιστήμιο, στην ξένη πόλη,μητέρα.

 

Κι οι πρώτες μέρες κυλούσαν ήρεμα, μητέρα,

μια ζωή μέσα στα βιβλία, εκεί στα θρανία,

κοντά σε νέους ανθρώπους, άγνωστα πρόσωπα,

δειλά βήματα γνωριμίας, κλεφτές ματιές,

αθώες λέξεις, κινήσεις αδέξιες, φωνές...

 

Kαι μάκραινε ο χρόνος, μητέρα, έτρεχε...

κι η πλήξη κι αβεβαιότητα άρχισαν να φεύγουν

και το Πανεπιστήμιο γινόταν πιο γνώριμο,

όλο και πιο φιλόξενο, πιο ζεστό,

μια πολύβουη νεανική κυψέλη,

αγόρια και κορίτσια, διαφορετικά πρόσωπα,

κομένα ονόματα, λέξεις, μαλλιά, «τζιν»...

 

Tότε ήταν που γνωριστήκαμε, μητέρα,εκεί

σ αυτό   το χώρο της  όμορφης γνώσης

εκεί ενώθηκαν για πρώτη φορά οι ματιές μας !

Kι ήταν ψηλός, όμορφος, νέος, λίγα τα λόγια του,

κι ήρθε κοντά μου, δειλά, στο ίδιο θρανίο,

δίχως συστάσεις, μητέρα, πολύ ντροπαλά

και στο κλεφτό κοίταγμά του, για πρώτη φορά,

αλήθεια σου λέω μητέρα, όλοι το είδαν,

ένοιωσα την αγάπη, μικρό τιτίβισμα,

ένα ανάλαφρο χάδι στην καρδιά μου.

 

Ο Mίνως, μητέρα, ήταν η πρώτη γνωριμία,

ήταν η πρώτη αγάπη της κόρης σου,

ένας υπέροχος άνθρωπος που εγώ πλήγωσα,

όπως κι όλους εσάς, τον καλό μου πατέρα...

 

Aλήθεια, μητέρα, γιατί να χάνεται έτσι ο άνθρωπος,

γιατί να μικραίνει τόσο η λογική του

κι ύστερα, σαν έρχεται το λάθος, τότε,

τότε η συνείδηση σε κάνει να βλέπεις

και νοιώθεις ότι σκέπτεσαι, ότι μπορείς,

ότι έχεις τη δύναμη να παλέψεις,

ν’ αλλάξεις την πορεία σου, να ξαναρχίσεις.

 

Γλυκιά μου, μητέρα, εκείνες τις όμορφες μέρες,

τις ατέλειωτες ώρες κοντά στον Mίνω,

ένοιωθα ατίθαση, όλο ζωή ελεύθερη,

μια τρικυμισμένη θάλασσα στην άκρη του κόσμου

μια ελεύθερη ψυχή, γιομάτη θάρρος κι ελπίδα,

με τον Mίνω να ζεσταίνει το είναι μου, να μου μιλά,

να μιλά για τους ανθρώπους, για τον κόσμο του,

έναν κόσμο σαν το δικό του, όπως του πατέρα !

 

Kαι όλα ήταν τόσο γνωστά σε μένα, τα γνώριζα,

όλα τα ώριμα λόγια, τις νουθεσίες του σε μένα,

λες και γνώριζε τα μετέπειτα κι ήθελε,

κρατώντας το χέρι μου στη ζέστα των χεριών του,

επάνω στο στρογγυλό τραπεζάκι, δίπλα στη λεύκα

να με πείσει να δεχτώ τα λεγόμενά του !

 

Από το βιβλίο μου: Γράφοντας στη μητέρα!

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Tότε ήταν που γνωριστήκαμε, μητέρα!

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ