Η δραματική επιδείνωση της κατάστασης στις δημόσιες δομές υγείας και η συνεχής οικονομική επιβάρυνση των πολιτών για να έχουν μια στοιχειωδώς αξιοπρεπή ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, αποτελούν μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από κανένα. Ότι και να λέει , με τη γνωστή του θρασύτητα και τοξικότητα , ο Υπουργός Υγείας , όσες κορδέλες και να κόβει και όσες γελοιότητες και να εκστομίζει για « το καλύτερο ΕΣΥ όλων των εποχών» , οι άνθρωποι της υγείας και κυρίως οι πολίτες ξέρουν « από πρώτο χέρι» τι ακριβώς συμβαίνει . Ολοένα και περισσότεροι πολίτες συνειδητοποιούν αυτό τον καιρό ότι δεν έχουμε ένα ΕΣΥ με διαχρονικά προβλήματα , ελλείψεις και δυσκολίες , που σιγά-σιγά αντιμετωπίζονται . Η σκληρή αλήθεια είναι ότι πλέον έχουμε ένα αποδιοργανωμένο ΕΣΥ που έχει πλήρως «μεταλλαχθεί» , που έχει απωλέσει οριστικά την αρχική του φιλοσοφία της ισότιμης , καθολικής και δωρεάν κάλυψης των αναγκών υγείας των ανθρώπων , και που τώρα αδυνατεί να ανταποκριθεί στα στοιχειώδη : να εφημερεύουν με ασφάλεια τα νοσοκομεία της επαρχίας , να μπορείς να κλείσεις σε ανεκτό χρόνο ραντεβού στα τακτικά εξωτερικά ιατρεία , να μπορείς να χειρουργηθείς έγκαιρα για μια σοβαρή και απειλητική για τη ζωή πάθηση ( πχ καρκίνος ) . Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΚΕΤΕΚΝΥ , τα ογκολογικά περιστατικά κατευθύνονται στην πλειονότητα τους στον ιδιωτικό τομέα ( βλ. ΒΗΜΑ 22/3/2026 , αφιέρωμα στην Υγεία) . Αν αυτό δεν είναι οικτρή αποτυχία του δημόσιου συστήματος υγείας, τότε τι είναι ;
Ίσως όμως η πιο μεγάλη ήττα για το ΕΣΥ είναι η ραγδαία αύξηση των ιδιωτικών δαπανών υγείας και η έκρηξη των ακάλυπτων υγειονομικών αναγκών του πληθυσμού . Η ΕΛΣΤΑΤ στην πρόσφατη έκθεση της για την υγεία καταγράφει αύξηση της ιδιωτικής δαπάνης υγείας κατά 1,85 δισ ευρώ μεταξύ 2020 και 2024 . Από αυτές τις πληρωμές , το 1,5 δισ. είναι η επιπλέον συμμετοχή των ασθενών στο κόστος για φάρμακα , εξετάσεις , νοσηλεία , αποκατάσταση κλπ και τα 300 εκ. είναι η επιπλέον δαπάνη για ιδιωτική ασφάλιση υγείας . Κάθε χρόνο δηλαδή , οι πολίτες της χώρας πληρώνουν από την τσέπη τους σχεδόν 2 δισ. ευρώ παραπάνω ( συγκριτικά με 5 χρόνια πριν ) για την ιατροφαρμακευτική τους περίθαλψη. Τρομερή κυβερνητική επιτυχία ! Και μάλιστα σε μια συγκυρία αυξημένης χρηματοδότησης της υγείας από το Ταμείο Ανάκαμψης ( με πάνω από 1,7 δις ευρώ ) . Μπορεί όντως να έχουν αυξηθεί οι δημόσιες δαπάνες υγείας ( όπως σε όλο το κόσμο μετά την πανδημία ) , αλλά ο ρυθμός αύξησης των ιδιωτικών στη χώρα μας είναι σχεδόν διπλάσιος . Αυτός ακριβώς είναι ο ορισμός της ( έμμεσης) ιδιωτικοποίησης του συστήματος υγείας , η οποία ενισχύεται με κάθε κυβερνητικό μέτρο και που βεβαίως θα ολοκληρωθεί με παρεμβάσεις άμεσης ιδιωτικοποίησης , όπως η προσεχής εμπλοκή των ασφαλιστικών εταιρειών στη λειτουργία και στη διοίκηση των δημόσιων νοσοκομείων . Και, όπως πολύ καλά ξέρουμε , η ιδιωτικοποίηση στην υγεία αυξάνει τις υγειονομικές ανισότητες . Γι’ αυτό και είμαστε στις πρώτες θέσεις της Ευρώπης στους σχετικούς δείκτες . Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat το 13,4% του πληθυσμού και το 20,5% των φτωχών πολιτών της χώρας μας στερούνται αναγκαία ιατρική περίθαλψη , κυρίως λόγω οικονομικής αδυναμίας . Υπάρχει μελέτη του ΙΟΒΕ η οποία ανεβάζει τις ανεκπλήρωτες ανάγκες υγείας στο 32% των ατόμων που ανήκουν στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο . Αυτό εξηγεί και γιατί , σύμφωνα με το Ευρωβαρόμετρο , η προσβασιμότητα και η ποιότητα του συστήματος υγείας απασχολεί το 49% των Ελλήνων . Ενώ , σύμφωνα με πρόσφατη μέτρηση της PRORATA , οι πολίτες θεωρούν ως τρίτο σε σημασία πρόβλημα της χώρας ( μετά την ακρίβεια και τη διαφθορά) την κατάσταση στο ΕΣΥ .
Σήμερα λοιπόν από το «υγεία για όλους» του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας οδεύουμε ολοταχώς στην κοινωνική βαρβαρότητα του «υγεία για όσους έχουν λεφτά» ! Αυτό δεν έτυχε , πέτυχε ! Είναι πολιτικό σχέδιο μιας σκληρά νεοφιλελεύθερης κυβέρνησης , που έχει «δυσανεξία» στις δημόσιες δομές και ομνύει στην υπεροχή του ιδιωτικού τομέα υγείας . Μιας κυβέρνησης που δεν έμαθε τίποτα από την πανδημία και αγνοεί επιδεικτικά τη -διεθνώς αποδεκτή- ανάγκη γενναίας επένδυσης σε ισχυρά και αξιόπιστα δημόσια συστήματα υγείας , που σέβονται και ανταμείβουν αξιοπρεπώς το ανθρώπινο δυναμικό τους .
Η προσωπική μου αίσθηση είναι ότι βρισκόμαστε πλέον ένα κομβικό σημείο , όπου η αποδιοργάνωση της δημόσιας περίθαλψης , αρχίζει να γίνεται μη αναστρέψιμη . Και το μείζον πρόβλημα δεν είναι οι υποδομές , ο εξοπλισμός και η ψηφιοποίηση του συστήματος , αλλά η «κατάρρευση ηθικού» των ανθρώπων του ΕΣΥ . Γιατί το κουρασμένο , εξουθενωμένο και απογοητευμένο προσωπικό δεν βλέπει καμιά προοπτική βελτίωσης των σημερινών απαράδεκτων εργασιακών και μισθολογικών συνθηκών . Η πρόσφατη απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Χανίων ότι η γιατρός Ελένη Ιωαννίδου εξαναγκάστησε σε παραίτηση από το νοσοκομείο Ρεθύμνου , πιστοποιεί την πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης για το κύμα φυγής των γιατρών από το ΕΣΥ . Τώρα και με τη «βούλα» της Δικαιοσύνης τεκμηριώνεται ότι πίσω από την πρωτόγνωρη κρίση στελέχωσης των δημόσιων νοσοκομείων υπάρχει η εξάντληση των ψυχοσωματικών αντοχών των υγειονομικών και το «σύνδρομο burn out» των ανθρώπων της πρώτης γραμμής .
Πως αλλάζει λοιπόν αυτή η διαλυτική συνθήκη ; Εδώ οφείλουμε να είμαστε πολύ ξεκάθαροι. Για την Αριστερά , το στοίχημα για την επιβίωση του ΕΣΥ είναι η απο-ιδιωτικοποίηση του και η γενναία επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό του . Η διαχωριστική γραμμή δεν είναι διαφθορά ή εντιμότητα, όπως ισχυρίζονται κάποιοι. Το δίλημμα για μια προοδευτική πολιτική υγείας είναι πολύ απλό : στρατηγική μείωσης των ιδιωτικών δαπανών υγείας και ριζικής αναδιοργάνωσης του δημόσιου συστήματος υγείας ή απλώς «νοικοκύρεμα» και έντιμη διαχείριση , έστω με αναβάθμιση των αποδοχών των υγειονομικών ; Επιπλέον πόροι ( προσωπικό, χρηματοδότηση , νέες δομές και υπηρεσίες ) που θα εξασφαλίσουν την επάρκεια και ποιότητα της δημόσιας περίθαλψης ή απλώς «ηθική επανάσταση» στο σύστημα ; Παρότι προφανώς η ηθικοποίηση και η θεσμική θωράκιση του συστήματος υγείας πρέπει να είναι διαρκής στόχος , χωρίς συνολικό σχέδιο ανάκτησης του δημόσιου χαρακτήρα του ΕΣΥ , χωρίς δραστική «ένεση» υγειονομικού προσωπικού όλων των κατηγοριών , χωρίς σοβαρή αναβάθμιση των συνθηκών εργασίας, αμοιβής και επιστημονικής εξέλιξης των επαγγελματιών υγείας και , κυρίως, χωρίς διπλασιασμό των καθαρών αποδοχών των γιατρών του ΕΣΥ , δεν υπάρχει σωτηρία .
Μόνο με εντιμότητα δεν μπορεί να υπάρξει σύγκλιση με την Ευρώπη στις δημόσιες δαπάνες υγείας ως ποσοστό του ΑΕΠ , ούτε αισθητή μείωση των οικονομικών επιβαρύνσεων των πολιτών . Είναι «ζήτημα ζωής και θανάτου» η επιστροφή του ΕΣΥ στις ιδρυτικές αξίες της ισότητας και της καθολικότητας , είναι θεμελιώδης προτεραιότητα να ξαναγίνει πραγματικά δημόσιο και αξιόπιστο και φυσικά να είναι προσβάσιμο σε όλους χωρίς οικονομική επιβάρυνση την ώρα της ανάγκης . Αυτό πρακτικά σημαίνει την ακύρωση όλων των ρυθμίσεων που ενισχύουν την ιδιωτικοποίηση του συστήματος (ιδιωτικό ιατρείο των γιατρών ΕΣΥ και των πανεπιστημιακών , απασχόληση τους σε ιδιωτικές κλινικές , αλλαγή νομικού καθεστώτος νοσοκομείων από ΝΠΔΔ σε ΝΠΙΔ , ιδιωτικά συνεργεία ) . Το βασικό στοίχημα όμως για μια αριστερή πολιτική υγείας είναι να μπορέσει το ΕΣΥ να καλύψει με επάρκεια και ποιότητα επιπλέον ανάγκες , οι οποίες σήμερα είναι ιδιωτική - και συνήθως ακριβή- υπόθεση ( πχ ΠΦΥ , υπηρεσίες ψυχικής υγείας , φυσικοθεραπεία-αποκατάσταση , οδοντιατρική περίθαλψη, κατ’ οίκον φροντίδα , δομές για αναπηρία, άνοια, αυτισμό, ψυχική νόσο, φροντίδα τελικού σταδίου , γηριατρική φροντίδα κλπ ).
Και για να υλοποιηθούν όλα τα παραπάνω, χρειάζεται προφανώς η βιώσιμη χρηματοδότηση του συστήματος υγείας , με «μοχλό» τη δίκαιη φορολόγηση του πλούτου και την αναδιανομή πόρων υπέρ του Κοινωνικού Κράτους , αλλά και τη δραστική περικοπή των εξοπλιστικών δαπανών που έχουν φτάσει στο θηριώδες 3,75% του ΑΕΠ .
Ξανθός Ανδρέας, γιατρός του νοσοκομείου Ρεθύμνου
