ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Φιλοσοφική Νουβέλα του Μανόλη Σκαρσούλη

0

Πρώτη συνομιλία Πήτερ Ουσπένσκυ με τον διάβολο.

Ο Διάβολος παρουσιάστηκε τυλιγμένος στο μαύρο μανδύα του. Κάθισε στο βάθρο του ελέφαντα κι ακούμπησε την πλάτη του σ’ ένα απ’ τα μπροστινά πόδια.

«Θα επαναλάβω αυτό που ξαναείπα», είπε ο Διάβολος. «Ενδιαφέρεσαι για τη φύση του σατανικού κόσμου και για τη σχέση μας με σας τους ανθρώπους.

Οι άνθρωποι κάνουν μεγάλο λάθος όταν πιστεύουν ότι εμείς τους προκαλούμε βλάβη και κακό. Αυτό είναι ολότελα λάθος. Λυπούμαστε πάρα πολύ όταν οι άνθρωποι δεν κατανοούν τι κάνουμε εμείς γι’ αυτούς. Δεν ξέρουν και μάλιστα ούτε φαντάζονται ότι ολόκληρη η ζωή μας είναι μια αδιάκοπη θυσία για λογαριασμό της ανθρώπινης φυλής που αγαπάμε, που υπηρετούμε και χωρίς την οποία δεν μπορούμε να ζήσουμε».

Μιλώντας γενικά, εσείς οι άνθρωποι δυσκολεύεστε να μας κατανοήσετε, κι αυτό είναι δύσκολο πρώτα απ’ όλα επειδή, ακόμα κι όταν μας αναγνωρίζετε, μας θεωρείτε πλάσματα κάποιων άλλων κόσμων. Χα, χα χα! Αν ξέρατε μόνο πόσο ανόητο ακούγεται αυτό! Εμείς είμαστε η ίδια η πεμπτουσία αυτού του κόσμου, της γης, της ύλης! Καταλαβαίνεις; Εμείς αποτελούμε το δεσμό, θα έλεγα, ανάμεσα σε σας και τη γη. Κι εμείς φροντίζουμε να μη σπάσει αυτός ο δεσμός».

Εμείς είμαστε πνεύματα της ύλης. Ό,τι εσείς ονομάζετε κακό, απ’ τη δική μας άποψη είναι η αλήθεια. Πολύ συχνά αυτό είναι χρήσιμο σαν προκαταρκτικό μέτρο, για να σας δέσουμε στη γη και να σας εμποδίσουμε να φύγετε απ’ αυτήν. Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι καθόλου σωστό να μας ονομάζετε πνεύματα του κακού. Πράγματι, υπάρχουν πνεύματα του κακού ανάμεσά μας, κάποια σαν εμένα για παράδειγμα. Ωστόσο, αυτά τα πνεύματα είναι η εξαίρεση.

Εγώ δεν παράγω το κακό. Μόνο το συγκεντρώνω, θα μπορούσα να πω. Δεν είμαι επαγγελματίας, απλώς ερασιτέχνης, συλλέκτης. Να, λοιπόν. Πιθανότατα οι κλίσεις μου να είναι κάπως διεστραμμένες. Μου αρέσει φοβερά, έχω πάθος να παρατηρώ τον τρόπο που οι άνθρωποι πραγματοποιούν τις βρόμικες πράξεις τους.

Πολύ συχνά εσείς οι άνθρωποι έχετε παράξενους τρόπους, γι’ αυτό επαναλαμβάνω, εγώ είμαι μία εξαίρεση. Η μεγάλη πλειοψηφία της αδελφότητας μας είναι πέρα για πέρα δεμένη με τους ανθρώπους. Αλλά εσείς δεν κατανοείτε τα όσα κάνουμε για σας. Αν δεν ήμασταν εμείς, θα είχατε χαθεί χωρίς ν’ αφήσετε ούτε ένα ίχνος πολύ καιρό τώρα».

«Θα είχατε εξαφανιστεί, θα είχατε ολότελα εκμηδενιστεί και διασκορπιστεί «ακριβώς όπως εξαφανίζεστε όταν… όταν δίνεστε σε διάφορες ανόητες φαντασιώσεις». «Ακριβώς όπως εκείνο που είναι γνωστό σαν «μεταφορά της συνείδησης στον άλλο κόσμο». Εγώ δεν έχω την παραμικρή πίστη σ’ άλλους κόσμους. Τους θεωρώ επινοήματα της φαντασίας. Επομένως, δεν μπορώ να σου δώσω καμία πληροφορία γι’ αυτούς. Εγώ ξέρω μόνο εκείνες τις περιοχές με τις οποίες έχω άμεση επαφή και όσο γι’ αυτές με τις οποίες δεν έχω καμία επαφή, δεν παραδέχομαι την ύπαρξή τους.

Εμείς κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε για να σας κρατάμε πάνω στη γη. Αν εμείς δε φροντίζαμε για σας, θα είχατε πάψει να υπάρχετε. Όσο για το πού θα ήσασταν – πώς να ξέρω; Για το δικό μου τρόπο σκέψης πουθενά, γιατί για εμένα δεν υπάρχει τίποτα έξω απ’ αυτό τον κόσμο. Μόνο εμείς σας κρατάμε εδώ, στην όμορφη γη, σας δίνουμε την ευκαιρία να θαυμάζετε το ηλιοβασίλεμα ή το φεγγάρι που βγαίνει, ν’ ακούτε τα αηδόνια, να ερωτεύεστε, να δοκιμάζετε τη χαρά. Χωρίς εμάς δε θα είχε μείνει τίποτε από σας».

Όλες σας οι απολαύσεις είναι υλικές, τα σώματά σας είναι ύλη και χωρίς υλικό σώμα δεν μπορείτε να νιώσετε οποιαδήποτε αίσθηση! Αυτός που είναι χωρίς αισθήσεις δεν έχει ύπαρξη.

Είναι πραγματικά δυνατό να πιστεύει κανείς σ’ όλα αυτά τα παραληρήματα για κάποιον κόσμο πέρα από δω; Εμείς ξέρουμε πολύ καλά τι συμβαίνει σ’ ένα ανθρώπινο πλάσμα όταν πεθαίνει. Και ξέρουμε επίσης πολύ καλά ότι δεν έχει μέσα του τίποτ’ άλλο εκτός απ’ αυτό που μπήκε μέσα του από εξωτερικές εντυπώσεις. Παραδέχομαι μόνο την αρχή του σύμπαντος σύμφωνα με την οποία δημιουργήθηκες ένας ορατός, ένας απτός κόσμος. Έξω απ’ αυτό τον κόσμο δεν υπάρχει τίποτα.

Οι άνθρωποι δε θέλουν να πεθάνουν. Η σκέψη του θανάτου τούς τρομάζει: τρομάζουν που δε θα ξαναδούν τον ήλιο. Στην ουσία τρομάζουν από τις λέξεις «ποτέ ξανά». Κι έτσι επινοούν διάφορες παρηγοριές για λογαριασμό τους. Το πιο σπουδαίο στο νου τους είναι η επιθυμία να μένει κάτι μετά το θάνατο. Αλλά εμείς δεν εξαπατούμε τον εαυτό μας. Δεν το χρειαζόμαστε. Εμείς δεν εξαρτώμαστε από το χρόνο. Εμείς ζούμε όσο υπάρχει η ύλη και το βασίλειο της ύλης είναι αιώνιο!»

Οι άνθρωποι συχνά καταφεύγουν σε παράξενες φαντασιώσεις. Ανάμεσα στα άλλα, οι φαντασιώσεις αυτές συχνά εμποδίζουν τους ανθρώπους να ζουν και να απασχολούνται με τα ζητήματά τους. Κι έτσι, για να τους απελευθερώνουμε από αυτές ή, τουλάχιστον, να τις κάνουμε αβλαβείς, ακολουθούμε μια τακτική ή, αν θέλω να είμαι πιο ακριβολόγος, μια παιδαγωγική μέθοδο δράσης. Δηλαδή, παράλληλα με τις βλαβερές και αποστασιοποιητικές φαντασιώσεις, εμείς δημιουργούμε άλλες που τους μοιάζουν, αλλά είναι αβλαβείς.

Οι φαντασιώσεις σχετικά με τη μη πραγματικότητα αυτού του κόσμου, για τον άλλο κόσμο, για την αδιάκοπη ζωή, για την αιωνιότητα – σ’ όλα αυτά υπάρχει κάτι που αδυνατίζει, που στερεί τους ανθρώπους απ’ την επιμονή την απαραίτητη για τη ζωή. Το άτομο που καταλήγει να πιστεύει στην αιωνιότητα της ζωής αρχίζει να βλέπει την τωρινή ζωή με κάποια περιφρόνηση. Αρχίζει να μη δίνει και μεγάλη αξία στα καλά πράγματα της ζωής, δεν είναι τόσο πρόθυμο να αγωνιστεί γι’ αυτά και πολύ συχνά ούτε καν λαχταρά να πάρει πίσω ό,τι του έχουν πάρει. Γενικά αρχίζει να συμπεριφέρεται παράξενα, ξοδεύει πάρα πολύ χρόνο στην ονειροπόληση, νιώθει μυστικιστικές, λεπτές αισθήσεις και, τελικά, απαρνιέται τη ζωή ολότελα.

Γι’ αυτό κι εμείς λυπόμαστε τους ανθρώπους και, χρησιμοποιώντας κάποιο δεκτικό νου, κατασκευάζουμε τη δική μας θεωρία για τον άλλο κόσμο, για μια ζωή πέρα απ’ το μνήμα, για την αιώνια ζωή –ονόμασέ το όπως θέλεις- μια απλή, συνεπή, λογική θεωρία, όσο ψεύτικη κι αν είναι. Αναμφίβολα υπάρχουν θεωρίες με κάποια δυσάρεστη μυστικιστική ή θρησκευτική γεύση. Τέτοιες θεωρίες, αν δεν οδηγούν τους ανθρώπους σε μια θρησκευτική μονομανία, σίγουρα τους διαφθείρουν.

»Σε σύγκριση μ’ αυτές τις επιβλαβείς σκέψεις, οι δικές μας θεωρίες είναι –μεταξύ μας, τώρα- απλώς και μόνο ένα μικρό κατασκεύασμα. Δεν υπάρχει τίποτα το σκοτεινό, τίποτα το μυστικιστικό σ’ αυτές. Βασίζονται όλες στα πιο ρεαλιστικά γήινα γεγονότα: απλώς δεν υπήρξαν ποτέ, δεν είναι και δεν μπορεί να είναι αληθινές.

»Κατά συνέπεια, ο δικός μας πέραν του τάφου κόσμος δεν είναι με κανένα τρόπο διαφορετικός από τη γη. Είναι απλώς και μόνο, για να το πω έτσι, η γη αναποδογυρισμένη. Αντιλαμβάνεσαι ότι οι τόποι που έχουν πολλά κοινά, ακόμα κι αν τους δεις αναποδογυρισμένους, δεν είναι επικίνδυνοι.

 

Δεύτερη συνομιλία Πήτερ Ουσπένσκυ με τον διάβολο

»Σ’ εκείνο το παλιό βιβλίο σας είναι γραμμένη η ιστορία του Αδάμ και της Εύας. Λοιπόν, αυτή η ιστορία δεν είναι σωστή, σχετικά με την καταγωγή του ανθρώπου, που βοηθάει να συνεχίζονται όλες οι επακόλουθες απόψεις γι’ αυτόν. Όσο για τη νέα θεωρία της καταγωγής του ανθρώπου από το πρωτόπλασμα, είναι πολύ έξυπνη. Την παραδέχομαι. Αλλά κι αυτή είναι ακόμα πιο μακριά απ’ την αλήθεια. Και τώρα, θα προσπαθήσω να σου πω τι πραγματικά συνέβη.

»Αδάμ και Εύα είναι τα ονόματα εκείνων που προέρχονται από το Μεγάλο Ον. Έτσι λένε. Δεν ξέρω πόσο αλήθεια είναι, αλλά, αν δεν είναι, τότε δεν ξέρω πόσο σίγουροι μπορούμε να είμαστε για οτιδήποτε. Λένε όμως ότι υπήρχε το Μεγάλο Ον, που ονομαζόταν Φορέας του Φωτός, που πάλεψε και μάλωσε όχι με τον ουρανό αλλά με τη γη, με την ύλη, με την απάτη, και τη νίκησε.

Από τους απογόνους προήλθαν ο Αδάμ και η Εύα. Ακόμα κι αν είχα την πιο καλή θέληση του κόσμου, δεν μπορώ να πω αυτή την ιστορία καλύτερα απ’ ότι την είπα. Βλέπεις, αγγίζει ζητήματα που εγώ δεν κατανοώ. Κι ό,τι δεν κατανοώ δεν υπάρχει.

Ο Αδάμ και η Εύα, σύμφωνα με το αρχαίο σας βιβλίο, ζούσαν στον παράδεισο. Αυτό είναι το πρώτο λάθος: ζούσαν στη γη. Απλά, πώς να το εκφράσω; Απλώς έπαιζαν ότι ζούσαν στη γη – σαν τα παιδιά! Και με τα εννέα δέκατα του είναι τους ζούσαν σ’ εκείνο το κενό, που εμείς τόσο πολύ σιχαινόμαστε και που είναι εχθρικό στη ζωή. Ονόμαζαν αυτό το κενό κόσμο, του θαυμαστού. Για το δικό μου τρόπο σκέψης, δεν ήταν στα καλά τους και σίγουρα υπέφεραν από παραισθήσεις, οπτικές και ακουστικές. Σκέψου ότι λένε γι’ αυτούς πως είδαν το Θεό και μίλησαν μαζί Του. Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό, αλλά είναι σίγουρα κάτι τρομερό».

«Φυσικά, εγώ δεν πιστεύω στο Θεό. Κάτι τέτοιο θα ήταν γελοίο». «Αλλά σου μεταφέρω το θρύλο όπως υπάρχει. Λένε ότι εμείς επαναστατήσαμε ενάντια στο Θεό: αυτό είναι τελείως παράλογο. Ποτέ δεν επαναστατήσαμε ενάντια στο Θεό, γιατί εμείς δεν πιστεύαμε, δεν πιστεύαμε και δεν μπορούμε ποτέ να πιστέψουμε σ’ Αυτόν.

»Τα όσα λέγονται στη συνέχεια για τον Αδάμ και την Εύα στο βιβλίο σας είναι πάλι λάθος: γράφουν εκεί ότι αυτοί ήθελαν να είναι σα θεοί κι ήθελαν να γνωρίζουν τι είναι το καλό και τι είναι το κακό. Πρόκειται για λάθος, γιατί εκείνοι ήταν σα θεοί κι ήξεραν τι είναι καλό και τι είναι κακό. Για μας αυτό ήταν το πιο δυσάρεστο και το πιο τρομακτικό».

«Ήταν σαν πιο δυνατοί από μας», συνέχισε. «Φυσικά, όλα αυτά ήταν φαντασία. Αλλά εμείς ήμασταν για εκείνους στο επίπεδο των ζώων. Μπορούσαν να μας βλέπουν μόνο σα ζώα και μας έδωσαν μάλιστα ονόματα που αντιστοιχούσαν στις ιδιότητές μας».

«Πρέπει ακόμα να σου πω», συνέχισε, «ότι δεν ήταν μόνοι πάνω στη γη. Η γη κατοικούνταν επίσης από μια άλλη φυλή ανθρώπων, που προερχόταν απ’ τα ζώα, αν και στο βιβλίο σας δεν αναφέρεται τίποτα γι’ αυτή την άλλη φυλή. Οι ‘’άλλοι’’ ήταν ολότελα κάτω από την εξουσία μας και δεν μπορούσαν να ξεφύγουν από μας. Αλλά εμείς θέλαμε, πάνω απ’ όλα, να υποτάξουμε τον Αδάμ και την Εύα. Η παρουσία τους μας στενοχωρούσε. Δεν μπορούσαμε να είμαστε για τίποτα σίγουροι μ’ αυτούς.

»Έτσι άρχισε ο αγώνας. Το πρόβλημα ήταν ν’ απαλλάξουμε αυτούς τους δύο από τις περίεργες ιδέες τους, να τους πείσουμε ότι ο κόσμος υπάρχει πραγματικά, ότι η ζωή δεν είναι ένα παιχνίδι, αλλά ένα πολύ σοβαρό, δύσκολο μάλιστα και γεμάτο βάσανα πράγμα κι ότι οι απόψεις περί καλού και κακού είναι μόνο σχετικές και μεταβαλλόμενες. Για να τους πείσουμε, θα έπρεπε να τους πετάξουμε έξω απ’ τον παράδεισο.

»Το πράγμα έφτασε στο σημείο που το παράδειγμά τους άρχισε να έχει κακή επίδραση στην άλλη φυλή, τους απογόνους των ζώων.

«Έμενε μόνο ένας τρόπος για να νικήσουμε τον Αδάμ και την Εύα: να βάλουμε στη ζωή τους τη δυστυχία και να τους εξαναγκάσουμε να πιστέψουν στην πραγματικότητα της ύλης.

»Ανάμεσα στις συνήθειες των απογόνων των ζώων ήταν και μία που μας διασκέδαζε ιδιαίτερα – απ’ όλες τις συμπεριφορές τους αυτή μας φαινόταν η πιο ηλίθια. Ήταν η συνήθειά τους να τρώνε κάθε μέρα και σε μεγάλες ποσότητες το φρούτο κάποιου δέντρου. Εμείς καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι, αν μπορούσαμε να κάνουμε τον Αδάμ και την Εύα να φάνε εκείνο το φρούτο, ίσως καταφέρναμε να τους κάνουμε να αντιληφθούν την κοινή λογική.

»Γι’ αυτό, ένας από το πλήθος μας πήγε στην Εύα και της πρόσφερε ένα απ’ αυτά τα φρούτα να το δοκιμάσει. Όπως είπα, εμείς μπορούσαμε να παρουσιαστούμε μπροστά τους μόνο με τη μορφή ζώων, έτσι ο συνάδελφός μου αναγκάστηκε να πάρει το παρουσιαστικό ενός φιδιού.

»Όταν το φίδι έφερε στην Εύα λίγα απ’ αυτά τα φρούτα και της εξήγησε ότι ήταν φαγώσιμα, η Εύα έφαγε ένα κι έδωσε λίγο στον Αδάμ. Έφαγε κι εκείνος κι άρχισαν κι οι δυο τους να απολαμβάνουν αυτή τη νέα διασκέδαση. Από εκείνη τη μέρα και μετά, το φίδι έφερνε τακτικά το φρούτο. Το έτρωγαν το πρωί, το μεσημέρι και το βράδυ.

»Οι συνέπειες δεν άργησαν να φανούν.

»Χωρίς να το συνειδητοποιήσουν, απέκτησαν τη συνήθεια να τρώνε πιο πολύ φρούτο απ’ όσο ήταν αναγκαίο. Και πραγματικά, σύντομα άρχισαν να υποφέρουν όταν δεν είχαν φρούτο ή όταν νόμιζαν ότι δεν ήταν αρκετό. Και κάθε φορά που συνέβαινε αυτό, δυσκολεύονταν να μιλούν στην πραγματικότητα των πραγμάτων, γιατί η πραγματικότητα του φρούτου μιλούσε για λογαριασμό του.

»Σύντομα αντιλήφθηκαν ότι τους έλειπαν πολλά πράγματα που χρειάζονταν. Επιθυμούσαν πράγματα που δεν υπήρχαν εκεί κι οργίζονταν όταν αυτά δεν υλοποιούνταν. Η δυσαρέσκεια με τον κόσμο σιγά-σιγά επεκτάθηκε. Η δυστυχία άρχισε να μπαίνει όλο και πιο πολύ στη ζωή τους. Κι ήταν ακριβώς τότε που η γελοία, παράλογη χαρά που ένιωθαν για τα μικροπράγματα –ένα λουλούδι ή μια πεταλούδα, τη λιακάδα, τη βροχή, τον άνεμο, τα σύννεφα, τη θύελλα με τους κεραυνούς και ποιος ξέρει τι άλλα- και που εμάς μας αηδίαζε τόσο πολύ, άρχισε μα ξεθωριάζει και τελικά εξαφανίστηκε ολότελα. Τώρα ο ήλιος τους έκαιγε, η βροχή τούς μούσκευε, οι αστραπές κι οι βροντές τούς τρόμαζαν, ο άνεμος τους έκανε να κρυώνουν… και συνέχεια.

Τώρα πια δεν υπήρχε καμία αρμονία στη ζωή τους. Αν η Εύα ήθελε να πάει σε μια επίσκεψη, ο Αδάμ έλεγε ότι είχε να μαζέψει φρούτα. Αν η Εύα ήθελε να μείνει ο Αδάμ σπίτι, αυτός αποφάσιζε ότι είχε να πάει κάπου.

»Πολύ καιρό αργότερα συμφιλιώθηκαν. Αλλά πρέπει να καταλάβεις ότι τα πράγματα δεν ήταν πια ίδια. Δεν υπήρχε καμιά μαγεία στη ζωή τους. Η Εύα κατηγορούσε τον Αδάμ γι’ αυτό. Ο Αδάμ πίστευε ότι το φταίξιμο το είχε η Εύα.

»Μετά απ’ αυτό ήταν κ οι δυο τους δικοί μας. Ο Αδάμ άρχισε να κερδίζει το ψωμί του με τον ιδρώτα του προσώπου του, αλλά, όποτε μπορούσε, ακολουθούσε το παράδειγμα των απογόνων των ζώνω και προτιμούσε όχι να δουλέψει για το ψωμί του, αλλά να τ’ αρπάζει από τους άλλους ή να τους αναγκάζει να δουλεύουν γι’ αυτόν.

 

Πηγή: «Συνομιλίες με τον διάβολο»,

Πήτερ Ντ. Ουσπένσκυ,

εκδόσεις Μπουκουμάνης

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Φιλοσοφική Νουβέλα του Μανόλη Σκαρσούλη

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ